Σάββατο, 11 Ιουνίου 2011

στο σπίτι της Μυρσίνης

Πρόσωπα χλωμά, βαμμένα, για να καλύπτουν την ασχήμια της ψυχής, γλυκόπικρα χαμόγελα, παγωμένα φιλιά. Πελάτες πολλοί. Άλλοι τακτικοί, άλλοι έρχονται για πρώτη φορά, για λίγες στιγμές διασκέδασης.
Ένα ακριβό διακόσμημα του πεζοδρομίου σε ένα φθηνό δωμάτιο, όπου εκεί σταματά η ζωή. Ερημιά. Κάθε αγκάλιασμα και πόνος. Ένας αργός θάνατος. Κάθε δάκρυ και ντροπή. Η ζωή τους είναι ένα μετρίως καλό έργο, με μια κακογραμμένη Τρίτη Πράξη. Ψάχνουν ένα δένδρο για να ανασάνουν, ένα στίχο για να κρυφτούν.
Η Μυρσίνη λίγο πριν βγει στη σκηνή για να παίξει πειραματίζεται μπροστά στον καθρέφτη με τα ρούχα της. Μία φθηνή σχεδόν χυδαία γούνα, που συνοδεύεται με μια ψηλόμεση μεσαίου μήκους φούστα με ψηλοτάκουνα παπούτσια. Ένας άγγελος με τα φτερά βουτηγμένα στη λάσπη, έτοιμος να σε παρασύρει σε σαρκικές απολαύσεις.
Περιμένει να περάσει η ώρα και να έρθει το πρωί. Μετρά τις μέρες, τις νύχτες, τα χρόνια, για να περάσει η ζωή. Όπως σε κάθε παζάρι, έτσι και εδώ, διακρίνεις την ετικέτα όπου αναγράφεται η τιμή. Αγγίζοντας τα στήθη της, την πετάς στο κρεβάτι. Μόλις την αγόρασες. Κάποτε είχε ένα φίλο. Την εξαπάτησε. Είναι και αυτό μια ιστορία αγάπης. Για να τον θυμάται, ο χρόνος άφησε χαραγμένα τα δάκρυα πάνω στο πρόσωπό της. Ποιος μπορεί να πει ότι πιστεύει σε κάποιον θεό; Και ποιος τολμάει να πει ότι δεν πιστεύει;
Κάθε βράδυ προσπαθώ να ζωγραφίσω στον τοίχο τις φωνές, τα ουρλιαχτά και τα βογκητά της, αποτυπώνοντας την κόλαση που μοιάζει με την ίδια της τη ζωή. 

Η μουσική στο πικάπ παίζει χαμηλά, η αγωνία που αισθάνεται όταν μετράει την ώρα για να φύγει και ο τελευταίος, χωρίς να έχει συναίσθηση ότι μετρά, δεν σταματά μέχρι να τελειώσει το τραγούδι. Πόση δύναμη μπορεί να κρύβει μέσα της ακούγοντας ξανά και ξανά κάθε μέρα την ίδια φθηνή μουσική; Βαρετά ημίωρα και σιωπή ανάμεσα στις νότες.
Χορεύουμε για το γέλιο, για το δάκρυ, για την τρέλα, για τους φόβους , για τις ελπίδες μας, για τις κραυγές που μας στοιχειώνουν, γινόμαστε χορευτές και οι φυσικοί δημιουργοί των ονείρων μας. Ακουμπισμένη στο περβάζι του παραθύρου
αποζητά τον καβαλιέρο της. Χρειάζεται πολύ κουράγιο για να δείξεις τα όνειρα σου σε κάποιον άλλον. Η ομορφιά της, ξεγέλασε την σάρκα της, παίρνοντας την άδεια για να φτάσει μέχρι την ψυχή της.
Ακόμα έχει στο μπαλκόνι το βάζο με τους λευκούς κρίνους, χωρίς στήμονες, για να μην μολύνουν την αγνότητα του άνθους. Είναι το σπινθήρισμα της ψυχής της, με θείο φως.


Wave