Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

Κυβερνοέρωτας (απόσπασμα)


Κλικ...κλικ...κλικ....
Καινούρια γνωριμία.
Μακριά απ' τη οθόνη ήμασταν
δυο άγνωστοι.
Κι όταν τα λάπτοπ άνοιγαν
και ερχόμασταν πιο κοντά,
παριστάναμε τους ερωτευμένους.
Ένας έρωτας ξηρός,
στεγνός από συναίσθημα
και αχόρταγα χάδια.
Και όταν το φως της μέρας
μας έβρισκε ''αγκαλιά'',
τρέχαμε τα κρυφτούμε
από τους εαυτούς μας.
....

Ονειρεύτηκα...ακόμη ονειρεύομαι...
μια φτερωτή πεταλούδα.
Πολύχρωμη!,
που θα μου φέρει της μυρωδιές
του κορμιού σου.
Θα νιώσω,
θα μυρίσω,
θα γευτώ,
θα αισθανθώ.
Μακριά από εκτυπωμένες φωτογραφίες,
ψεύτικους έρωτες
και ελπίδες.
Θρύψαλα μιας αγάπης
....

Κουρέλι πεταμένο στο πάτωμα,
προδομένη από κάθε συναίσθημα.
Τσαλαπατημένα όνειρα,
πεταμένα στην άκρη του μυαλού μου.
Αυτή είν' η αλήθεια μου,
που καταστρέφει τ' όνειρο
που πλάθω για να ζω.
Εκεί,
βυθισμένη σε μια πολυθρόνα,
προσπαθώ να σφραγίσω το παρελθόν
και να κλείσω κάθε χαραμάδα
πόνου μ' ένα

κλικ!

Σταματία Βλάγκα






Benny's Video, πόση βία μπορείς να αντέξεις?


Σκηνοθεσία: Michael Haneke 1992
Ένα 14χρονο αγόρι,ο Μπέννυ, παιδί μιας αστικής οικογένειας της Βιέννης,παθιασμένο με κάμερες,βίντεο κλπ, επιδιώκει να βιντεοσκοπεί βίαιες σκηνές - με μια τέτοια άλλωστε ξεκινά το έργο - και μετά να τις παρακολουθεί στον τέλειο μηχανικό εξοπλισμό του δωματίου του.
Λόγω του εθισμού του με την εικόνα,ο Μπέννυ έχει απόλυτη συνείδηση του εαυτού του και των πράξεών του μόνο όταν τις βλέπει σε οθόνη. Έτσι λοιπόν θα οργανώσει ένα έγκλημα,θα το εκτελέσει και θα το απεικονίσει σε βίντεο για να μπορεί να το ''βλέπει''. Όταν όμως εξομολογηθεί στους γονείς του την πράξη του,πυροδοτούνται ανατρεπτικές εξελίξεις σε οικογενειακό και ατομικό επίπεδο.
Ο Haneke με την προφητική αυτή ταινία του -νομίζω η δεύτερη ή τρίτη του - προτείνει μια βαθιά μελέτη πάνω στο φαινόμενο της ανήλικης βίας στις σύγχρονες υπερανεπτυγμένες δυτικές κοινωνίες. Από την αρχή της ταινίας ανιχνεύει με διαλεκτικό τρόπο τα αίτια της, που συλλειτουργούν για να κατασκευάσουν τους Μπέννυ της εποχή μας - που είναι πολύ περισσότεροι από τα γνωστά κρούσματα. Και δε διστάζει ο μεγάλος αυτός δημιουργός, με τον χειρουργικό κινηματογραφικό τρόπο του και το άρτια δομημένο σενάριό,να φτάσει το νυστέρι στο κόκκαλο και μάλιστα χωρίς αναισθητικό.
Μεγάλη ταινία.

Γιούλη Ζαχαρίου

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2015

το πορτοφόλι



Πριν λίγο με σταματάει στον δρόμο ένας παππούς και με ρωτάει αν έχω να του δώσω ένα ευρώ να πιει έναν καφέ. Συμπτωματικά μόλις έχω αγοράσει ένα σακουλάκι φρεσκοκομμένο τούρκικο και πάω να του το δώσω. «Δεν θέλω, αγόρι μου», μου λέει. «Έχω καφέ στο σπίτι μου, όσο θέλω. Στο καφενείο θέλω να πάω να πιω έναν καφέ να πω καμιά κουβέντα με τους φίλους μου. Και να... Βγήκα χωρίς το πορτοφόλι.» «Γιατί δεν ζητάς από τους φίλους σου, τότε, να σε κεράσουν;» εκφράζω την εύλογη, όπως νομίζω, απορία. «Γιατί με έχουνε μάθει και δεν πιστεύουν πια ότι ξεχνάω κάθε φορά το πορτοφόλι σπίτι μου. Τομάρια, όλοι τους. Με τους περισσότερους από αυτούς γνωριζόμαστε από παιδιά. Αλήτες, σου λέω, τίποτα δεν σέβονται.» «Δεν σε καταλαβαίνω, ρε παππού», του λέω. «Βγήκες στ’ αλήθεια από το σπίτι χωρίς το πορτοφόλι ή με κοροϊδεύεις τώρα κι εμένα έτσι, κατάμουτρα;» «Το πορτοφόλι το κρατάει η κυρά», μου απαντάει. «Να ξέρεις, καλύτερα να σε έχουνε για τρακαδόρο ή έστω να νομίζουν πως σε έχει φάει η άνοια, παρά να ξέρουν πως σε κάνει ό,τι θέλει η γυναίκα. Δώσε τώρα ένα ευρώ για το μάθημα στο δάσκαλο.»

Γιάννης Αντάμης

για να διαβάσεις ολόκληρη την συλλογή των κωμικών αποσπασμάτων με τίτλο " Το Ηπειροκεάνιο" πάτησε εδώ.

Ο Γιάννης Μαρής είναι ολότελα Ελληνικός


Ένας συγγραφέας αστυνομικού μυθιστορήματος που δε μοιάζει με κανέναν...Ούτε με τον Σιμενόν, ουτε με τον Καμιλέρι ούτε με τον Κόναν Ντόιλ...
Το νουάρ στα χέρια του Μαρή αποκτά μια άλλη διάσταση...δεν φαντάζει, δεν αναστατώνει, είναι ήσυχο...σαν να αυτοαναιρείται , μια σχεδόν καθημερινή ιστορία... Ο Μπέκας ερευνά με μια μετριοπάθεια και μια απλότητα, τιθασεύοντας με άνεση τη γραφειοκρατία της εποχής του... Κυνηγά σαν ξύπνιο λαγωνικό μικροαστούς - εγκληματίες και λωποδύτες του υπόκοσμου και όχι εντυπωσιακές συμμορίες, μεγάλα κεφάλια και διαβολικά μυαλά...
Από τα διαμάντια της γραφής του Μαρή ξεχωρίζουν πολλά, αλλά θα σταθώ στο "Έγκλημα στο Κολωνάκι"... Εκεί, στη καρδιά της Αθήνας του '50, διατελείται ένα από τα γοητευτικότερα εγκλήματα.......απέναντι από την ΕΒΓΑ της γειτονιάς...εν μέσω καστανάδων, γαλατάδων και θυρωρών....

Αγγέλικα Στουραΐτου

Παλιό καλό Χόλιγουντ: Guess who's coming to dinner

 Ελληνικός τίτλος: Μάντεψε ποιος θα 'ρθει το βράδυ, 1967 
Κοινωνική ταινία σε σκηνοθεσία Stanley Kramer , με τους Spencer Tracy, Sidney Poitier, Katharine Hepburn, Katharine Houghton.

Πρωτοποριακή και σπουδαία αυτή η ταινία του σκηνοθέτη με τις προοδευτικές απόψεις, του Stanley Kramer και με απίθανες ερμηνείες, από εξίσου υπέροχους και όμορφους ηθοποιούς.
Για την εποχή της, πριν πενήντα περίπου χρόνια, θεωρήθηκε και ως η πρώτη ταινία του Χόλιγουντ, που αναφέρθηκε στο ζήτημα της διαφυλετικής ένωσης ατόμων, ενός ακόμα θέματος ταμπού και μάλιστα σε μια χρονική στιγμή, που βίαιες φυλετικές ταραχές επικρατούσαν σε πολλές πολιτείες της Αμερικής, αφού ο διαφυλετικός γάμος ήταν παράνομος μέχρι και το 1967 σε 17 τουλάχιστον πολιτείες του Νότου.
Ταινία ορόσημο λοιπόν το “Guess who's coming to dinner” ή “Μάντεψε ποιος θα 'ρθει το βράδυ” σύμφωνα με τον Ελληνικό του τίτλο, με τους Katharine Hepburn και τον Spencer Tracy στους ρόλους δύο αμήχανων γονιών, που πρέπει να αντιμετωπίσουν ψύχραιμα … το γάμο της κόρης τους.
Η απελευθερωμένη Joanna (Katharine Houghton), η κόρη του αγωνιστή για τα ανθρώπινα δικαιώματα και εκδότη μιας φιλελεύθερης εφημερίδας, Matthew Drayton (Spencer Tracy) και της αριστοκράτισσας γυναίκας του Christina (Katharine Hepburn), ιδιοκτήτριας μιας μοντέρνας γκαλερί τέχνης, επιστρέφει στο σπίτι της, μετά τις διακοπές της στη Χαβάη, μαζί με το φίλο της, που σκοπεύει να παντρευτεί, τον John Prentice (Sidney Poitier), έναν διακεκριμένο μαύρο γιατρό. Οι γονείς της Joanna δεν γνωρίζουν ότι ο υποψήφιος γαμπρός τους είναι μαύρος και αιφνιδιάζονται. Η Christina δέχεται την απόφαση της κόρης της να παντρευτεί τον John, αφού η ίδια την μεγάλωσε χωρίς προκαταλήψεις, αλλά ο Matthew έχει σοκαριστεί απ΄ αυτή τη διαφυλετική ένωση. Το ίδιο και οι γονείς του γιατρού έχουν “τρομοκρατηθεί”. Τελικά οι γονείς κάθονται μαζί και προσπαθούν να λύσουν το "πρόβλημά", αφού τα παιδιά είναι αμετάπειστα στην απόφασή τους ...
Ο Stanley Kramer έχει σκηνοθετήσει την ταινία του αυτή με μεγάλη διορατικότητα, θίγοντας ένα τόσο σοβαρό κοινωνικό θέμα ( για την εποχή εκείνη), εξετάζοντάς το σε βάθος, με φιλελεύθερο τρόπο, χιούμορ και πολλή μεγάλη ευαισθησία.
Η ταινία είναι θαυμάσια κι αποτελεί ένα πραγματικό κινηματογραφικό θησαυρό. Έγινε από ένα από τα “μεγαλύτερα” ζευγάρια του Χόλιγουντ, στη ζωή και στην οθόνη, την Katharine Hepburn και τον Spencer Tracy καθώς και από τον αξιόλογο Sidney Poitier.
Ήταν μια επιτυχία ενάντια στα ρατσιστικά δεδομένα εκείνης της χρονιάς, του 1967 και ήταν υποψήφια για 10 όσκαρ, εκ των οποίων όμως, μόνον η Katharine Hepburn κέρδισε το όσκαρ για τον καλύτερο γυναικείο ρόλο και ο William Rose για το σενάριο. Ο Sidney Poitier αγνοήθηκε, παρά τις καταπληκτικές εμφανίσεις, που είχε την ίδια χρονιά και στις ταινίες “To Sir, With Love” και “ In the Heat of the Night”, που τελικά κέρδισε και το όσκαρ της καλύτερης ταινίας.
Το 1975 ο Stanley Kramer σκηνοθέτησε και μια νέα έκδοση της ταινίας του για την τηλεόραση.
To 2005 γυρίστηκε, με πρωταγωνιστή τον Ashton Kutcher, η ταινία “Guess Who”, ένα χαλαρό remake, που έφερνε περισσότερο στην κωμωδία και με τους ρόλους να έχουν αντιστραφεί. Η μαύρη κόρη φέρνει στο σπίτι το νεαρό λευκό άνδρα, που έχει επιλέξει για να παντρευτεί.
Και μερικές λεπτομέρειες :
Η τελευταία οκτάλεπτη σκηνή της ταινίας, ο περίφημος μονόλογος του Spencer Tracy, είναι μία από τις ωραιότερες σκηνές του παγκόσμιου κινηματογράφου.
Σ΄ αυτόν, τον κλασσικό πλέον μονόλογο, τα δάκρυα και η συγκίνηση της Hepburn είναι αληθινά. Και οι δυό τους, Hepburn και Tracy, ήξεραν ότι αυτές θα ήταν και οι τελευταίες φράσεις του υπέροχου ηθοποιού, σ΄αυτή την τελευταία ταινία του.
Ο Spencer Tracy πέθανε 17 ημέρες μετά την ολοκλήρωση της ταινίας.
Η ταινία κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 1967, έξι μήνες μετά τον θάνατό του.
Η Hepburn δεν θέλησε ποτέ να δει ολόκληρη την ταινία, ιδίως το τέλος, επειδή η ανάμνηση του Tracy ήταν πολύ οδυνηρή για εκείνη.

από τον   Φίλο  kst

Αδιέξοδο τραγούδι


την άφησα να κοιμάται
πήγα στο αεροδρόμιο
χωρίς να της πω μια κουβέντα
χωρίς ένα σημείωμα
το πρώτο μας βράδυ κάναμε σεξ στο ασανσέρ
δεν κρατιόμασταν μέχρι το διαμέρισμά της
της έσκισα το φόρεμα
ήταν ένα απαίσιο φόρεμα
δεν της πήγαινε καθόλου
οπότε δεν πειράζει
έξι μήνες αργότερα στεκόμουν στη τζαμαρία
του πεντηκοστού ορόφου
και φυσούσα κυκλάκια 
προς τον Ιστ ρίβερ
πριν αναρωτηθώ τι γυρεύω εκεί
και πριν τελειώσει το τσιγάρο
είχα φύγει
την άφησα να κοιμάται
βρήκα το φάκελο με τις φωτογραφίες από τη Μήλο
όταν είχε έρθει στην Ελλάδα
πότε το πάθος γίνεται άτυχος στίχος;
ένας απόηχος βουτηγμένος στα μέλια
και υποσχέσεις που ντύθηκαν συγγνώμες
πότε η λαχτάρα γίνεται κενοτάφιο
και τα φιλιά, παράπονο?
σκέφτηκα να της αφιερώσω το βιβλίο
αλλά δεν μπορείς να αποθεώσεις έναν σκουριασμένο έρωτα
μόνο τον κρύβεις στο πιο βαθύ συρτάρι
ή τον χαρίζεις σε κάποιον ρακοσυλλέκτη
μαζί με τα υπόλοιπα ξεφτισμένα ρούχα.

Γιώργος Τρίκερι


Η άχρονη ευτυχία της στιγμής


Ένα δωμάτιο στο πουθενά
χρειαζόμαστε
Στη μέση μιας λίμνης
Ή στην κορφή ενός βουνού
ή ακόμα καλύτερα
απέναντι στο γαλάζιο
Εικοσιτέσσερις ώρες
χρειαζόμαστε
να γελάμε σαν παιδιά
γυμνοί
απ' όλα
να πίνουμε αισθησιασμό απ' τους τοίχους
είπες
και να τρώμε παγωτό χωνάκι
Μια φορά
χρειαζόμαστε
ή μια ζωή για ένα μερόνυχτο
κάποιοι το είδαν λίγο
όχι εμείς
Προς το παρόν
ονειρεύομαι
να καταφέρω
να σε ξαναφιλήσω
να σε αγκαλιάσω
και να δω
τον πόθο στα μάτια σου
Έστω για λίγο
Το λίγο για εμάς
επεκτείνεται
πολλαπλασιάζεται
αλλάζει τον κόσμο
Το λίγο για εμάς
είναι πολύ
Τι άλλο είναι η ευτυχία
πέρα απ' το να μπορείς να γεννάς
μια αιωνιότητα
μια αθανασία
ακόμα και
μέσα από μια στιγμή

ποίημα και ψηφιακή ζωγραφιά της Χρύσας Βελησσαρίου

ή νέα ποιητική συλλογή της Χρύσας έχει τίτλο Momenta Aurantia και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άλλωστε





Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2015

Σύννεφα


Τα σύννεφα του φθινοπώρου, ο Μποτιτσέλι της εξάχνωσης των πάγων, τα φτιάχνει με τέτοια συναισθηματική επάρκεια που καλύπτει φάσμα αποχρώσεων αισθημάτων ενός ολόκληρου πληθυσμού εκείνη τη στιγμή που περνάνε πάνω από τα κεφάλια μας.
Είναι αυτός ο συνδυασμός που σε άνθρωπο δε μπορεί να συμβεί, διασκέδαση και ψυχαγωγία στις κορυφές και τα δυό τους, στο γέμισμα τους, ολόγιομα. Βαριά, πυκνά, ετοιμοπόλεμα με τα ελαφρά, τις μικρές Αντουανέττες, πιτσιρίκια και χονδρέμπορες με μουστάκια, χασάπηδες με μαχαίρες… οι χωρατατζήδες με τους θεριακλήδες που φουμάρουν το άζωτο στα κεφάλια μας.
Τα σύννεφα του φθινοπώρου είναι ό,τι πιο ερωτικό μας συμβαίνει στην πόλη κάθε απόγευμα.

Βέρα J. Φραντζή


για να επισκεφτείς το blog της Βέρας πάτησε εδώ.



ο δημιουργός του Θίασου


Είναι 2:25πμ, νύχτα Παρασκευής προς Σάββατο, κι ο Θίασος μόλις τελείωσε στη τηλεόραση.  Τον έχω δει πολλές φορές το Θίασο, τον είδα μια ακόμα με την ίδια ανάταση. Αλλά πλέον και με τη θλίψη ότι παρακολουθώ ένα έργο μιας υψηλής τέχνης που έχει χαθεί: δεν υπάρχουν πια θεατές για αυτή την ταινία. Όμως δεν φταίει η ταινία σ' αυτό. Γιατί στην πραγματικότητα δεν έχει χαθεί μια τέχνη, έχει χαθεί ένας κόσμος. Κι αυτού του χαμένου κόσμου ο Θίασος ήταν και παραμένει η καλύτερη ίσως ταινία του.

Πολλοί λένε ή μπορεί να πουν "ο Νονός είναι καλύτερος από το Θίασο" -για να πάρουμε μια σπουδαία ταινία της ίδιας εποχής με φαινομενική συνάφεια λόγω θέματος, καθότι κι εκείνη είναι μια κοινωνική τοιχογραφία. Αυτοί που λένε κάτι τέτοιο, δεν κατανοούν ότι λένε κάτι άνευ νοήματος. Ότι συγκρίνουν μήλα με πορτοκάλια. Ο Νονός είναι μια λαμπρή εφαρμογή του σινεμά των 'ατόμων'. Και είναι τέτοια ανεξάρτητα από το θέμα της. Είναι ταινία 'ατόμων' όπως είναι ο Πρωτάρης, το Και οι Δώδεκα Ήταν Καθάρματα, το Ένας Αμερικανός στο Παρίσι. Οι δημιουργοί μιας τέτοιας ταινίας -οποιασδήποτε- προσπαθούν κατ' αρχήν το ίδιο πράγμα: να δώσουν στο θεατή την εντύπωση ότι οι ήρωες που παρακολουθεί, είναι άτομα μοναδικά, ανεπανάληπτα και ατελή όπως ο ίδιος, και μέσω αυτής της ταυτοποίησης να τον κάνουν να ενδιαφερθεί για αυτούς. Για να το πετύχουν αυτό, οι δημιουργοί θα δώσουν στους ήρωές τους ονοματεπώνυμα, παρατσούκλια, παρελθόν -μια σκληρή παιδική ηλικία,- ιδιαίτερη accent, προτιμήσεις, ιδιοτροπίες, τικ, και πάει λέγοντας. Θα τους δώσουν σκοπούς, όνειρα και εσωτερικές αντιφάσεις. Και εντέλει θα τους εμπλέξουν σε μια περιπέτεια μέσα στην οποία θα δεχτούν χτυπήματα, θα δώσουν μάχες και στο τέλος -νικήσουν ή νικηθούν- θα οδηγηθούν σε ένα είδος προσωπικής ολοκλήρωσης. Ο Θίασος είναι ακριβώς το αντίθετο από αυτό το σινεμά. Είναι σινεμά όχι ατόμων αλλά προτύπων. Για αυτό και είναι άνευ νοήματος η σύγκριση του ενός με το άλλο.

Τί είναι όμως το σινεμά προτύπων και πόσο καλός είναι ο Θίασος σ' αυτό; Εύλογα ο Θίασος συγκρίνεται με το Μάνα Κουράγιο. Υπάρχουν κάποιες προφανείς ομοιότητες. Και στα δύο έχουμε περιπλανώμενους ήρωες μέσα σε ένα πόλεμο: τον Τριακονταετή Πόλεμο στο Μάνα Κουράγιο, το Β Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Ελληνικό Εμφύλιο στο Θίασο. Και στα δύο οι κοινωνικές συνθήκες καθορίζουν τις τύχες των ηρώων περισσότερο απ' ό,τι οι εμπνεύσεις τους ή οι 'μαγκιές' τους, περισσότερο απ' ό,τι ευτυχείς ή ατυχείς συμπτώσεις. Και στα δύο λοιπόν η περιπέτεια, το 'τί θα γίνει μετά', έχει αντικατασταθεί από ένα αίσθημα προκαθορισμού, και οι ήρωες είναι πλέον λιγότερο άτομα και περισσότερο κοινωνικά πρότυπα. Αυτές είναι οι ομοιότητες. Υπάρχουν όμως και διαφορές, κι αυτές είναι πιο ενδιαφέρουσες. Η Μάνα Κουράγιο είναι μια δραματική ηρωίδα: τρέφεται από τον πόλεμο αλλά ο ίδιος ο πόλεμος που την τρέφει, την οδηγεί στην καταστροφή. Όταν ο γυιός της σκοτώνεται, κι αυτή για να σωθεί, πρέπει να κρύψει τον πόνο της σε μια μάσκα χαμόγελου -μια σκηνή στην οποία δοκιμάζονται όλες οι ερμηνεύτριες του ρόλου,- η Μάνα Κουράγιο βιώνει οδυνηρά την αντίφαση μέσα στην οποία κινείται. Στο Θίασο δεν υπάρχει παρόμοια σκηνή. Γιατί στο Θίασο δεν υπάρχουν εσωτερικές αντιφάσεις, δεν υπάρχουν επιλογές, δεν υπάρχουν δραματικά πρόσωπα. Πουθενά δεν δίνεται η παραμικρή ένδειξη γιατί ο Αίγισθος (Β. Καζάν) έγινε Μεταξικός, προδότης, 'κακός', γιατί η Χρυσόθεμις (Μ. Βασιλείου) έγινε 'ελαφριά', πόρνη, γιατί ο Ορέστης κι ο Πυλάδης έγιναν κομμουνιστές. Πουθενά δεν υπάρχει αμφιταλάντευση, συνειδητοποίηση, ενοχή, μετάνοια. (Με μοναδική ίσως εξαίρεση τη σκηνή που ο Πυλάδης αφηγείται το πώς 'έσπασε' και 'υπέγραψε' στο Μακρονήσι, μια πολύ λεπτή υπόθεση στην ιστορία του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος, που ο Αγγελόπουλος την αντιμετωπίζει με παραπανήσια φροντίδα.) Σε αντίθεση με τον Μπρεχτ που τα περισσότερα έργα του, -και το Μάνα Κουράγιο- είναι διασκευές λαϊκών ιστοριών ή έντεχνων έργων του Μεσαίωνα και νεωτέρων, δηλαδή μιας δραματουργίας ήδη 'διαβρωμένης' από το ψυχολογικό πορτραίτο, ο Θίασος ανατρέχει σε ένα απώτατο δραματουργικό παρελθόν που δεν το έχει ανακαλύψει ακόμα: τον κόσμο των μύθων, εκεί που οι άνθρωποι είναι έρμαια θεϊκών δυνάμεων, ανεύθυνοι για τις πράξεις τους. Κι ενώ υπάρχει η πεποίθηση ότι ο Θίασος αντλεί από την αρχαία τραγωδία, νομίζω ότι αυτό δεν είναι ακριβές. Αντλεί από τις πηγές της αρχαίας τραγωδίας, το μύθο των Ατρειδών εν προκειμένω, όχι τα ίδια τα έργα του Αισχύλου και του Σοφοκλή. Με άλλα λόγια ο Αγγελόπουλος παίρνει το story και παρακάμπτει τη διεξοδικότητα με την οποία ήδη οι αρχαίοι τραγωδοί αντιμετώπιζαν τους ήρωές τους. Συνοψίζοντας: η Μάνα Κουράγιο παρά τις προθέσεις ίσως του Μπρέχτ παραμένει μια ηρωίδα κλασικού τύπου, ένα άτομο. Αυτό ο Αγγελόπουλος στο Θίασο το έχει ξεπεράσει.

Πώς όμως καταφέρνει ο Αγγελόπουλος να κάνει αποδεκτή αυτή την αφαίρεση στους γερασμένους καιρούς μας; Το καταφέρνει γιατί με κάποιο τρόπο οι ήρωες του Θιάσου είναι ταυτόχρονα και πρότυπα και άτομα, χωρίς ποτέ η ζυγαριά να γέρνει προς τη μια ή την άλλη πλευρά. Αυτό νομίζω ότι είναι το κλειδί της γοητείας του Θιάσου. Ποτέ δεν αισθάνεσαι ότι αυτός ο άντρας που βαδίζει στην προκυμαία μπροστά στο καΐκι, είναι μια κούφια μαριονέτα -ένα πρότυπο,- αλλά και ποτέ δεν αισθάνεσαι ότι είναι ένα αυτεξούσιο πρόσωπο -ένα άτομο- που τα βήματά του μπορεί να το βγάλουν έξω από τις 'ράγες' που έχει ορίσει ο μύθος. Το πώς το πετυχαίνει αυτό ο Αγγελόπουλος δεν είναι εύκολο να αναλυθεί, γιατί αν ήταν, θα ήταν εύκολο και να επαναληφθεί, πράγμα που οι αποτυχημένες προσπάθειες τόσων και τόσων μιμητών του απέδειξαν ότι δεν ισχύει. Πρόκειται για ένα είδος βιρτουοζιτέ. Ίσως ένας τρόπος να την κατανοήσουμε είναι να τη συγκρίνουμε με τους χειρισμούς του στη σκηνογραφία. Εκεί που μια τενεκεδένια ταμπέλα της FIX στον τοίχο του καφενείου είναι το μόνο πραγματολογικό στοιχείο του χώρου, αρκετό για να μετατρέψει το καφενείο από καφενείο του παραμυθιού σε καφενείο του 1939. Κάποιες λεπτές πινελιές 'ατομικότητας' λοιπόν, κάτι τέτοιο πρέπει να είναι. Όπως και να 'χει, το αποτέλεσμα είναι ότι ο Αγγελόπουλος με ένα λίγο-πολύ ανεξιχνίαστο τρόπο καταφέρνει να μιλήσει με τη φόρμα του μύθου για μια εποχή τόσο φορτωμένη με ιστορική έρευνα και ανάλυση, τόσο γεμάτη με ονόματα, τοπωνύμια, ημερομηνίες, αλλά κυρίως με νωπές -τότε το '75- προσωπικές αναμνήσεις από τους θεατές του! Είναι πράγματι θαυμαστό.

Γιατί όμως θα έπρεπε να έχει αυτή τη μορφή ο Θίασος; Γιατί η Ιστορία της Ελλάδας από το 1939 έως το 1952 να αντιμετωπισθεί σαν μύθος; Πολλοί ψέγουν το Θίασο ότι εξιδανικεύει το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα. Στον ψόγο βρίσκεται η απάντηση στο ερώτημα. Γιατί είναι μεν εν μέρει αληθές ότι ο Θίασος εξιδανικεύει τους Έλληνες κομμουνιστές, αλλά όλως περιέργως δεν είναι τελείως αληθές! Άνθρωποι σαν τον Ορέστη και τον Πυλάδη υπήρξαν! Πώς λέμε 'λαμόγια'; Ε, το ακριβώς αντίθετο! Είναι απίστευτο αλλά υπήρξαν! Έχω γνωρίσει κάμποσους από αυτούς -πεθαμένοι όλοι τους πλέον. Φυσικά δεν ήταν όλοι έτσι. Η ελληνική κομμουνιστική επανάσταση έχει πολλές πτυχές γεμάτες εμπάθεια, προσωπικά ελατήρια, μηχανορραφίες, συντροφικά μαχαιρώματα, ακριβώς όπως κάθε τί άλλο στην πολιτική. Ο Θίασος δεν τα εξετάζει αυτά. Και δεν το κάνει, όχι για να τα αποσιωπήσει, αλλά γιατί είναι εκτός θέματος. Ο Θίασος έχει τη φόρμα του μύθου γιατί για ένα μύθο μιλάει: το μύθο της Κομμουνιστικής Επανάστασης που θα έδινε τέλος στην παιδική, βαρβαρική ηλικία της ανθρωπότητας και θα την οδηγούσε σε ένα νέο Χρυσό Αιώνα. Στους αρχαίους μύθους οι άνθρωποι είναι έρμαια θεϊκών δυνάμεων. Τώρα -τότε- οι θεϊκές δυνάμεις ήταν ο μαρξισμός/λενινισμός, ο επαναστατικός κομμουνισμός. Σ' αυτόν, άνθρωποι σαν τον Ορέστη και τον Πυλάδη είχαν εμπιστευτεί τις ψυχές τους και τις τύχες τους. Κι αν τώρα αυτά προκαλούν θυμηδία, πρέπει να θυμίσω ότι τότε προκαλούσαν θυμηδία τα αντίθετα. Οι καιροί αλλάζουν και θα αλλάξουν ξανά, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Τότε η Επανάσταση φαινόταν ως το πιθανότερο 'μέλλον' της ανθρωπότητας, και εν πάσει περιπτώσει ένα θέμα απέναντι στο οποίο κάποιος όφειλε οπωσδήποτε να τοποθετηθεί, -όπως είναι τώρα ας πούμε η Διαφορετικότητα,- κι ένα άλλο αριστούργημα της εποχής, το Αλονζανφάν των Ταβιάνι μιλάει ακριβώς για το άπιαστο φάντασμά της.

Και η κινηματογραφική φόρμα, τα μονοπλάνα, τι ρόλο παίζουν; Τι κακό έχει το cut και το εξοβελίζει ο Αγγελόπουλος; Γιατί είναι 'επαναστατικό' το μονοπλάνο και 'αντιδραστικό' το cut; Το ερώτημα χάνει την αστειότητά του, αν θυμηθούμε ότι και το cut και το μονοπλάνο δεν είναι δημιουργήματα του Θεού ή της Φύσης, είναι αφηγηματικές συμβάσεις. Μάλιστα σε κάποιον που πρωτομαθαίνει τον κινηματογράφο, το cut φαίνεται περίεργο, όχι το μονοπλάνο. Για το σινεμά της περιπέτειας, το σινεμά του τι-θα-γίνει-μετά, 'θα γλυτώσει ο ήρωας ή δεν θα γλυτώσει', η αφήγηση μέσω της συρραφής πλάνων είναι ιδεώδης. Στο Θίασο όμως ο Πυλάδης δεν τρέχει για να γλυτώσει από τους χαφιέδες του Μανιαδάκη, τρέχει για να πιαστεί. Σ' ένα θεατή διαπαιδαγωγημένο με το σινεμά του cut, το μονοπλάνο έρχεται να του ενισχύσει την αίσθηση του προκαθορισμού, τη βεβαιότητα για το αναπόδραστο της κατάληξης.

Χαρίτων Χαριτωνίδης

mind the gap


Τι ακούτε όταν μπαίνετε στο  Μετρό;

Αντιλαμβανόμαστε όσα ακούμε;


- Αγαπητοί επιβάτες, κοιτάξτε το διπλανό σας με αγάπη και κατανόηση.

- Αγαπητοί επιβάτες, χαρίστε ένα χαμόγελο στον συνεπιβάτη σας. Ίσως το έχει ανάγκη.

- Αγαπητοί επιβάτες, η ζωή είναι όμορφη. Ας την χαρούμε σεβόμενοι ο ένας τον άλλον.

- Αγαπητοί επιβάτες, δώστε χώρο στον διπλανό σας. Τον χρειάζεται όπως κι εσείς.


Αντί των παραπάνω μηνυμάτων, στο Μετρό, ακούμε:


- Αγαπητοί επιβάτες, παρακαλώ προσέχετε τα προσωπικά σας αντικείμενα.

- Dear passengers, please mind your personal belongings.

Τα συμπεράσματα δικά σας..



Τόνια Γαλάτη

επισκεφτείτε την σελίδα της Τόνιας στο facebook: 
Ενδοχώρα - Τόνια Γαλάτη





Σινεμά με την Βίκυ: Blancanieves, ένα διαχρονικό μαγικό παραμύθι


Blancanieves - Χιονάτη (2012)

Στη Σεβίλλη του '20 η Carmencita ζει με τον ανάπηρο και πρώην ταυρομάχο πατέρα της και την πανούργα μητριά της. Όταν ο πατέρας της πεθάνει και η μητριά διατάξει τον εραστή της να την δολοφονήσει, εκείνη θα καταφέρει να ξεφύγει βρίσκοντας καταφύγιο στο σπίτι μιας ομάδας νάνων ταυρομάχων.
Ο Pablo Berger (Torremolinos 73) κρατά την κεντρική ιδέα του κλασσικού παραμυθιού της Χιονάτης (η κακιά μητριά, οι νάνοι, το δηλητηριασμένο μήλο, το φιλί που την ανασταίνει) και υπογράφει μία εναλλακτική διασκευή, δίνοντας μεγάλη βαρύτητα στην διαφοροποίηση των λεπτομερειών.
Να ξεκινήσω από αυτό που όλοι περιμένουν να ακούσουν, ότι μετά το ''Artist'' φοριέται πολύ το ασπρόμαυρο και όλα αυτά τα films αποτελούν φόρο τιμής στον βουβό κινηματογράφο μπλα μπλα μπλα...
Να προσθέσω επίσης ότι είναι μία εικαστικά άρτια ταινία, με καλές ερμηνείες, κάποιες φορές πομπώδεις με μεγάλη εκφραστικότητα, πιάνοντας έτσι τον παλμό του αμερικανικού βωβού από τη μία, αλλά με μία ευρωπαική σκηνοθετική προσέγγιση από την άλλη.
Το διασκευασμένο σενάριο ανήκει στον ίδιο το σκηνοθέτη της ταινίας και δεν είναι κάτι παραπάνω από ένα συνονθύλευμα μαύρης κωμωδίας και κλασσικού μελοδράματος ισπανικής λαικής κουλτούρας με πολλά κλισέ, που εμένα προσωπικά δεν με κέρδισε ιδιαίτερα αλλά σίγουρα δεν μετάνιωσα που το είδα.
Τουλάχιστον συγκεκριμένες σκηνές (η Χιονάτη που την σηκώνουν στα χέρια στην αρένα, η κακιά μητριά που κολλάει στον τοίχο όταν βλέπει τον ταύρο κλπ), αξίζουν την προσοχή σας.
Στα συν της ταινίας είναι οι επιλογές μητέρας Carmen, μικρής κόρης Carmen και ενήλικης (κυρίως η πανέμορφη μικρή Carmen), με πρόσωπα που ''έδεναν'' απίστευτα με την ασπρόμαυρη φωτογραφία.
Τέλος, ακούστε ξανά και ξανά την εξαιρετική μουσική του Alfonso Villalonga που πλαισιώνει μαγευτικά την ταινία.

Βίκυ Ελευθερίου



Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

Psycho….Μουσικές μνήμες των 80’s


Ξεχωριστό, μοναδικό Ελληνικό γκρουπ, που όταν το πρωτακούς νιώθεις την διέγερση και την συγκίνηση που πάντα προκαλεί το γνήσιο…το καθάριο…  το εκ βαθέων ψυχής…
Οι Psycho έρχονται από τα παλιά… Από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν ο Στέφανος Κοτατής είχε την έμπνευση για ένα αλλιώτικο, υπερβατικό για τα δεδομένα της Ελλάδας, συγκρότημα με εξαιρετικούς μουσικούς πειραματισμούς… Ο Κοτατής, υπεύθυνος για τις συνθέσεις, το τραγούδι και τα ντραμς, συνοδευόταν από τη  Δώρα Αντωνιάδη, που με την καθαρά οπερατική φωνή της έδινε μια απόκοσμη, υψηλής αισθητικής μουσική ατμόσφαιρα, συνδυάζοντας τέλεια ροκ, όπερα και jazz και θυμίζοντας κατά πολύ τον θρύλο αυτόν… τον Klaus Nomi…

H πρώτη τους κυκλοφορία ήταν το 1982, ένα single που περιείχε μια υπέροχη διασκευή του Psycho Killer των Talking Heads και το Prisoner (σύνθεση του συγκροτήματος). Το single έκανε τεράστια επιτυχία και το «δικό» τους Psycho Killer ακουγόταν εκείνη  την εποχή περισσότερο από το πρωτότυπο. Στο τέλος της ίδιας χρονιάς κυκλοφόρησε και η πρώτη ολοκληρωμένη δουλειάς τους με τίτλο Montage Fatal σε ενορχήστρωση Σταμάτη Σπανουδάκη, ο οποίος έπαιζε και όλα τα μουσικά όργανα.
Πέντε χρόνια αργότερα και ενώ η Αντωνιάδη είχε ήδη χαθεί νωρίς (σε τροχαίο) προστέθηκαν στο γκρουπ ο Αντρέας Balzar (πλήκτρα) και η Μαρίνα Δημητρίου (τραγούδι, στίχοι), όπου και κυκλοφόρησαν το δεύτερο (άτυχο) άλμπουμ τους με τίτλο "40 days".  Μετά από λίγο χάθηκαν άδοξα από το προσκήνιο…  Η θεσπέσια μουσική τους όμως παραμένει…πάντα ζωντανή. Δικαίως τους αξίζει μια θέση στο μουσικό Πάνθεον….

Αγγέλικα Στουραΐτου





Άνθρωποι


Όταν σε φιλώ ξεχύνεται από το στόμα σου ο παράδεισος. 
Με ορμή ρυακιού.
Γίνομαι άγγελος πιστός, αδιάσπαστος από κάθε πειρασμό παρά μόνον από εσένα. Γίνομαι δέντρο αιωνόβιο, ρίζες βαθιές ως την αλμύρα έχω. 
Ασκιανό και φρούτα γλυκύτατα για εσένανε.
Μακάβριες οι πράξεις στα στενά δρομάκια των μυαλών τους.
Μαύρες μέρες, κρύες παγερές οι ηλιόλουστες.
Τα πουλιά 'χάσαν την πορεία τους. Ο γλάρος μόνος πετά, κοντά μου, στην απέραντη ράχη της θάλασσας. Μόνος. Ξέρει.
Τόση αδικία δεν την χωρά κανένας νους. 
Αποκαϊδια κι αγάπη σ' έναν κόσμο.
Που και που κοκκινίζουν οι στάχτες κι ανθούνε μπουμπούκια, μικρά ριζαλάκια.

Katia  Tornay

Η Οδύσσεια του Κυρίου Λαζαρέσκου


Σκην. Cristi Puiu 2005 Ρουμανία ( πρωτ.τιτλ. Moartea domnului Lazarescu) 
Στα περίχωρα του Βουκουρεστίου ένας μοναχικός συνταξιούχος,ο Ντάντε Λαζαρέσκου,νιώθοντας μια νύχτα άρρωστος στο μικρό του διαμέρισμα,ζητά τη βοήθεια των γειτόνων. Σύντομα αυτοί θα καλέσουν ασθενοφόρο και τότε και αυτός ο Ντάντε θα αρχίσει να ζει τη δική του ''Κόλαση''σε αναζήτηση περίθαλψης και νοσηλείας. 
Ο σκηνοθέτης έχοντας στα χέρια του ένα λεπτοδουλεμένο σενάριο και εξαιρετικά ταλαντούχους ηθοποιούς ( ειδικά τον πρωταγωνιστή ), εστιάζει τον φακό του σε υπέροχα κοντινά πλάνα και δίνει με ρεαλισμό μέχρι ωμότητας αλλά και με υποδόριο χιούμορ τον παραλογισμό ενός γραφειοκρατικού συστήματος,τον εθισμό των λειτουργών της υγείας στον ανθρώπινο πόνο,την αδιαφορία,την εγκατάλειψη,τη μοναξιά, την αρρώστια. Σκληρή ταινία και υπόκωφα τρυφερή.
Ξέρω, ξέρω...θέματα καθόλου δημοφιλή σήμερα. Ο σύγχρονος άνθρωπος αντέχει τη σκληρότητα μόνο σε επίπεδο videogame και η θέα του πόνου ή του θανάτου τον έλκει, φτάνει να είναι εικονικά και να μην τον αφορούν.
Κι όμως η ταινία θα μπορούσε ωραιότατα να αναφέρεται στη δική μας ελληνική πραγματικότητα.
Α,ναι και με πολλά βραβεία - για όσους το μετράνε.

Γιούλη Ζαχαρίου


Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

Πως η τέχνη καταλήγει στα σκουπίδια


Μια avant-garde εγκατάσταση που εκτίθετο σε ένα μουσείο στο Bolzano της Ιταλίας κατέληξε στα σκουπίδια όταν το συνεργείο καθαρισμού θεώρησε πως είναι απομεινάρια ενός πάρτι.
Το έργο το οποίο δημιούργησαν  η Sara Goldschmied και η Eleonora Chiari και ήταν ένα συνονθύλευμα από αποτσίγαρα, άδεια μπουκάλια, παρατημένα ρούχα και παπούτσια και διάσπαρτο χαρτοπόλεμο. οι καλλιτέχνες ήθελαν να καυτηριάσουν τον ηδονισμό και την πολιτική διαφθορά της δεκαετίας του 80.
Ευτυχώς οι ευσυνείδητοι υπάλληλοι χρησιμοποίησαν τους κάδους ανακύκλωσης όποτε η συγκέντρωση των υλικών θα είναι εφικτή ώστε να ανασυντεθεί το έργο και να συνεχίσει να εκτίθεται.
O υπάλληλος υπεύθυνος για την καθαρότητα δήλωσε:
-Όταν είδα όλα αυτά τα πράγματα σκόρπια στο πάτωμα, θεώρησα πως είχε γίνει κάποιο άγριο πάρτι, δεν πέρασε καν από το μυαλό μου πως μπορούσε να είναι έργο τέχνης.

Ο ανάποδος καθρέφτης


Σχισμένες σελίδες μιας ζωής,
ξεχασμένες σ' ένα άδειο κουτί.
Μουτζουρωμένες λέξεις,
μ' ακαθόριστο νόημα
και ένα τσιγάρο ξεχασμένο στο τασάκι.
Μια φυλακή κλεισμένη στα χέρια μου
και ένα χαμόγελο το κλειδί,
που ακόμη το ψάχνω.
Ένα κερί τρεμοπαίζει κοντά στο παράθυρο
και οι σκιές χορεύουν ταγκό
στους ρυθμούς της κραυγής μου.
Οι τύψεις χτυπάνε την πόρτα μου
και 'γω κρύβομαι μπρος στον καθρέφτη.
Ψεύτικο είδωλο η αλήθεια μου,
ακόμη αναζητώ τον εαυτό μου.

Σταματία Βλάγκα





Nosferatu, ο αρχέτυπος βρικόλακας


Nosferatu : Eine Symphonie des Grauens - 1922
( Νοσφεράτου, μια συμφωνία τρόμου )
Κλασική Βουβή ταινία τρόμου
Σκηνοθεσία : Φ. Β. Μουρνάου - Πρωταγωνιστούν : Μάξ Σρέκ, Γκρέτα Σρέντερ

Ο βρικόλακας κόμης Ορλόκ παγιδεύει στο κάστρο του, στη Τρανσυλβανία, το μεσίτη Χάτερ και αργότερα ταξιδεύει στο Βίσμπουργκ της Γερμανίας σε αναζήτηση της όμορφης γυναίκας του τελευταίου, της Έλεν.
Ατμοσφαιρική και συνάμα ανατριχιαστική, απόκοσμη, νοσηρή και παράξενα όμορφη, η ταινία του Μουρνάου, αποτελεί ένα πραγματικά εντυπωσιακό, ονειρικό θα έλεγα, ποίημα τρόμου. Πρωτόγνωρη, για εκείνη την εποχή, η βουβή ταινία του Μουρνάου καθηλώνει περισσότερο με τη δύναμη των εικόνων της, δημιουργώντας ένα ζοφερό κλίμα και μια μακάβρια ατμόσφαιρα, σε μαύρο και άσπρο, που τη συμπληρώνει η απόκοσμη παρουσία του κόμη Ορλόκ.
Ο ρεαλισμός και το αλλόκοτο μπλέκουν σ΄ αυτό το αριστούργημα του γερμανικού εξπρεσιονισμού με τις εικόνες του να σε αιχμαλωτίζουν. Η δε ασχήμια του βρικόλακα πραγματικά σε υπνωτίζει και σε τραβάει όλο και πιο κοντά του και μια παράξενη γοητεία φόβου νοιώθεις να σε κυριεύει.
Το φιλμ αυτό είναι το πρώτο μεγάλο έργο με βρικόλακες και βέβαια ο προάγγελος του γνωστού σε όλους μας Κόμη Δράκουλα καθώς και το υπόβαθρο, που ο Βέρνερ Χέρτζογκ σκηνοθέτησε το 1979 τον δικό του Νοσφεράτου με τον υπέροχο Κλάους Κίνσκι.
Η ταινία του Μουρνάου υμνήθηκε για την ομορφιά της και τον ονειρισμό της. Παιζόταν όμως αποκλειστικά σε κινηματογραφικές λέσχες και ταινιοθήκες, μέχρι την επανέκδοσή της, τη δεκαετία του ΄60.

από τον   Φίλο  kst

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2015

Οι θαυμαστές ιλουστρασιόν γόησσες


Ό,τι γυαλίζει....είναι πασπαλισμένο με χρυσόσκονη και όνειρα...
Σας τις ρετρό, ιλουστρασιόν κοπέλες, φτιαγμένες σκοπίμως και επιμελώς για να αποπλανούν... να σαγηνεύουν.... με κάθε εκατοστό της χάρτινης σάρκας τους.... 
Βγαλμένες μέσα από ένα σύμπαν τελειότητας, υποβάλουν σε κόσμους ζαχαρωμένους... αρωματισμένους με μύρα και πατσουλιά, ως χαρέμι ανατολίτη.....όπου όλα έχουν μια λαμπερή, αλαβάστρινη ομορφιά....μια ραστώνη και μια χαλαρότητα.....ως είχε επιτευχθεί κάθε όνειρο ζωής..... 
Μόνο και μόνο γι' αυτή την ονείρωξη....τους χρωστάμε αιωνία ευγνωμοσύνη....

Αγγέλικα Στουραΐτου




Lobster, μια αντισυμβατική ιστορία αγάπης


Η τελευταία ταινία του Γιώργου Λάνθιμου (η τέταρτη κατά σειρά μεγάλου μήκους) τιτλοφορείται "The Lobster" και εμείς το παρακολουθήσαμε στις αίθουσες με την ελληνική μετάφραση, η οποία δεν είναι άλλη από τον Αστακό.
Σε μια άλλη πραγματικότητα, από αυτές που μας έχει συνηθίσει ο Λάνθιμος και σε προηγούμενες ταινίες του (βλ. Κυνόδοντας) υπάρχει ένα ξενοδοχείο που υποδέχεται Μοναχικούς. Άτομα που ψάχνουν το κατάλληλο ταίρι σε μια κοινωνία που οι μη δεσμευμένοι κυκλοφορούν στιγματισμένοι.
Έχουν περιθώριο κάποιες καθορισμένες μέρες ώστε να επιτύχουν τον σκοπό τους ειδάλλως μεταμορφώνονται σε κάποιο ζώο,που οι ίδιοι έχουν επιλέξει.
Ατμόσφαιρα εξωπραγματική με θαυμάσιες ερμηνείες από τους πρωταγωνιστές, έξοχη μουσική επιμέλεια και πρωτότυπο σενάριο από αυτά που μας έχει συνηθίσει ο δημιουργός.
Mε ένα πολύ σημαντικό cast που αποτελείται από τους Colin Farrel, Rachel Weilz, Lea Seydoux (Η ζωή της Αντέλ), Ben Whishaw(το Άρωμα) και τις  μούσες του Αγγελική Παπούλια και Αριάν Λαμπέτ που έχουν και σε αυτή την κινηματογραφική παραγωγή εξέχουσα θέση.
Οι αναφορές στην Ελλάδα είναι έκδηλες.
Με λίγα λόγια,όποιος θέλει να παρακολουθήσει κάτι που σίγουρα θα του κεντρίσει το ενδιαφέρον για μετέπειτα σκέψη αυτή η ταινία είναι η καταλληλότερη.
Σε μια κοινωνία που όλοι θέλουν να βρουν το κατάλληλο ταίρι,μήπως το να είσαι ελεύθερος είναι η μεγαλύτερη απόλαυση;
Αλλά από την άλλη,δεν είναι και αυτό μια δεύτερη φυλακή;
O Λάνθιμος δεν απαντά, παρά μόνο δημιουργεί ερωτήματα.
                                                                                              
Ανδρέας Κιτσικίδης.


Loin Des Hommes, μια Οδύσσεια συνειδήσεων


aka Far from Men
Σκηνοθεσία: David Oelhoffen
Ηθοποιοί: Viggo Mortensen, Reda Kateb, Djemel Barek

 Η ταινία "Μακριά από τους ανθρώπους" είναι βασισμένη στο διήγημα του Αλμπέρ Καμύ "Η Φιλοξενία" από τη συλλογή "Η Εξορία και το Βασίλειο" και έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Διαγωνιστικό πρόγραμμα του Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας αφήνοντας εξαιρετικές εντυπώσεις και στη συνέχεια συμμετείχε με μεγάλη επιτυχία στα Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τορόντο, Λονδίνου και Ρότερνταμ.

Βρισκόμαστε το 1954 στην Αλγερία στην καρδιά του χειμώνα σε ένα απομονωμένο χωριό, ενώ ξεκινά ο αντιαποικιακός αγώνας ενάντια στους Γάλλους. Καθώς οι αντάρτες περικυκλώνουν την περιοχή η σύγκρουση ανάμεσα στο παλιό και στο καινούριο είναι αναπόφευκτη. Ο Νταρού, ο δάσκαλος του χωριού πρέπει να συνοδεύσει τον Μοχάμεντ, έναν ντόπιο που κατηγορείται για φόνο, μέχρι την πόλη όπου πρόκειται να δικαστεί. Δύο άνθρωποι εντελώς διαφορετικοί μεταξύ τους είναι αναγκασμένοι να διασχίσουν τις απέραντες πεδιάδες της ενδοχώρας. Κυνηγημένοι από τους συγγενείς του δολοφονημένου που ζητούν εκδίκηση, αλλά και από τους Γάλλους στρατιώτες, οι δύο άνδρες επαναστατούν, έρχονται αντιμέτωποι με τη θρησκευτική μισαλλοδοξία όσο και την παράλογη βία του κατακτητή, αλλά, παράλληλα, και με τα προσωπικά τους ηθικά διλήμματα. 

Αυτό που τραβάει αμέσως την προσοχή είναι τα πανέμορφα και καλοφωτισμένα πλάνα (την φωτογράφηση της ταινίας έχει αναλάβει ο Γκιγιόμ Ντεφοντέν). Ο σκηνοθέτης γοητεύεται και εκμεταλλεύεται το άγριο και συνάμα γαλήνιο τοπίο των βουνών του Άτλαντα της Αλγερίας, και του χαρίζει γενικά πλάνα σαν να υποκλίνεται μπροστά στο μεγαλείο της απεραντοσύνης του. Μέσα σε αυτό το θεόρατο τοπίο, χάνονται οι δύο πρωταγωνιστές.

Δύο πρωταγωνιστές που δίνουν εκπληκτικές ερμηνείες. Ο Viggo Mortensen μαγνητίζει με την ήρεμη παρουσία του και το στιβαρό του βλέμμα. Παραμένει συχνά σιωπηλός και αφήνει το σώμα και το βλέμμα του να μιλήσουν για αυτόν. Αξίζει να αναφερθούν εδώ δύο λόγια του για την ταινία: "Είναι η ταινία που σ’ εμπνέει ν’ αποβάλλεις τον εγωισμό σου, να απορρίψεις την αδικία, να προσεγγίσεις ανθρώπους που θεωρείς πολύ μακριά σου". Και αυτά ακριβώς ισχύουν για το "Μακριά από τους ανθρώπους" γιατί χάνεσαι μέσα στην τραγικότητα της ιστορίας και του πολέμου.

Η σκηνοθετική προσέγγιση που έχει δανειστεί στοιχεία από το είδους του γουέστερν, παραμένει λιτή και προσηλωμένη στο ανθρώπινο δράμα των δύο χαρακτήρων μέχρι και το τέλος της ταινίας με ιδιαίτερη βάση στο ηθικό κομμάτι, κάτι που καταφέρνει να πει πολλά και διαφορετικά πράγματα στον κάθε θεατή.
Την ταινία συνοδεύει ένα πολύ καλό soundtrack δια χειρός Nικ Κέιβ και Γουόρεν Έλις. Μάλιστα σε ορισμένα κομμάτια έχει συνεργαστεί και ο "δικός μας" Ψαραντώνης.

Παρασκευή Γιουβανάκη

πηγή: film-c.blogspot.gr

Πανοπλία

Jennifer Hom

Ρήγμα έκανε η πανοπλία σου
κι΄ας καθαγιάστηκε με ψέματα το άχθος να τη φτιάξεις.
Κάτι από σένα σαν αλμύρα, σαν θάλασσα,
άτακτα έξω χύνεται και φτάνει μέχρι τα χείλη μου
που η λαμαρίνα σου είχε ματώσει
Τράβα καλέ μου να τη μπαλώσεις
γιατι χωρίς αυτή σου είναι δύσκολο
γυμνός να τριγυρνάς.
Αλλωστε για όλα ο άνθρωπος είναι ικανός
Πιο γνώστης κι΄από τον ΄Ηφαιστο
Χωρίς αμόνι και σφυρί
φτιάχνει δεσμά πιο άρρηκτα
για τη φουρτουνιασμένη του ψυχή

Λίνα Ρόκου






Η Ερωμένη

Takato Yamamoto

Μέσα στα μετάξια τυλιγμένη , προχωράει να βρει τον εραστή της,
οι δρόμοι ανοίγουν σαν στόματα διψασμένα,
τα δέντρα την μυρίζουν σαν να ήταν καρπός τους,
τα πουλιά, τραγουδούν με το λαρύγγι σαν τεντωμένο τόξο,
κι εκείνος, εκείνος, όταν το κλειδί της βάζει μέσα στην σκουριασμένη πόρτα ,
τότε εκείνος, τρέχει να την αγκαλιάσει, να την φιλήσει,
να την στραγγίξει,
να της μιλήσει με τις λέξεις της σάρκας,
να χαϊδέψει την σπηλιά που είναι κρυμμένη μέσα της, με όλους τους φόβους,
με όλα τα μικρά και μεγάλα τέρατα,
να την λευτερώσει από όλα αυτά, και να την κάνει δική του,
μα η ερωμένη,
από την φύση της είναι ταγμένη στον έρωτα, σαν να είναι αυτός ο πρώτος της πατέρας,
γι αυτό όταν δική του την κάνει, παίρνει τα μετάξια της και φεύγει,
τότε αυτός μυρίζει το άδειο στρώμα και ξαπλώνει στο πάτωμα,
σαν σταυρωμένος,
χέρια, πόδια ανοιχτά στο ταβάνι,
κι η απουσία της τον κάνει ευάλωτο σαν ζώο πληγωμένο από κάποιο μεγαλύτερο...
Ενώ εκείνη στο σπίτι της βγάζει τα μετάξια της κοιτάζει τον καθρέφτη,
μια μαινάδα την κοιτάζει που από τα μάτια της στάζει σπέρμα,
ύστερα η θύμηση του έρωτα γλυκά την φέρνει στον ύπνο...

Πόπη Συνοδινού

επισκεφτείτε τον κόσμο της Πόπης: popisynodinou.blogspot.gr