νοσταλγία για το καλοκαίρι του 76

κεφάλαιο πρώτο

η Κάτια έπεφτε στο κρεβάτι, σκεπαζόταν με το σεντόνι χωρίς να βγάλει τα ρούχα της. είχε ένα μικρό φορητό φακό μαζί της. μόλις άκουγε το ροχαλητό της γιαγιάς από την διπλανή κάμαρα έβγαινε στη βεράντα και σκαρφάλωνε τα κάγκελα.

περνούσε ανάμεσα στις τριανταφυλλιές του κήπου σαν να ήταν ναρκοπέδιο. αφού βεβαιωνόταν ότι σε κανένα από τα γειτονικά σπίτια δεν υπήρχε αναμμένο φως ούτε κάποιος γείτονας δεν είχε βγει να καπνίσει το τελευταίο τσιγάρο της ημέρας ξεκινούσε ένα σπριντ προς τη παραλιακή.
ήξερε που θα με βρει. με τη Κάτια είχαμε μια μεταφυσική σχέση. την έβλεπα όλη τη νύχτα να χορεύει με διάφορους. την κερνούσαν ποτά και της έκαναν όλα τα χατίρια με την ελπίδα πως θα περάσουν τη νύχτα μαζί της. εγώ καθόμουν με τη παρέα από μακριά και την παρατηρούσα.
το ήξερε πως τη κοιτούσα και χόρευε όσο προκλητικά μπορούσε. προφανώς ήθελε να ζηλέψω. ίσως και να ζήλευα αλλά σιγά μην το άφηνα να φανεί. εκείνη την εποχή είχα σχέση με την Διονυσία. η Διονυσία ήταν τρομερά ζηλιάρα και ήταν ικανή να μου βγάλει τα μάτια αν με έπιανε να κοιτάω άλλη κοπέλα και δεν το εννοώ μεταφορικά.
μια φορά με είδε να μιλάω με μια κοπέλα, μια φίλη της αδελφής μου, έφυγε τρέχοντας χωρίς εξήγηση. η χρονιά ήταν 1976 οπότε μην ρωτάς γιατί δεν την πήρα στο κινητό. ούτε στο σταθερό δεν μπορούσα να τη πάρω. οι γονείς της με μισούσαν γιατί με θεωρούσαν αλήτη. ίσως και να ήμουν λιγάκι.
το επόμενο απόγευμα στήθηκα έξω από το σπίτι της. κατά τις έξι ο πατέρας της πήγαινε για ψάρεμα και η μάνα της σε μια γειτόνισσα για καφέ και κουτσομπολιό. εκείνη την εποχή έπρεπε να λειτουργούμε σαν κατάσκοποι, να γνωρίζουμε όλες τις κινήσεις του εχθρού για να επιβιώσουμε.
το πρόβλημα δεν ήταν πως θα έφτανα στο διαμέρισμα της Διονυσίας. ένα απλό σκαρφάλωμα στο τοιχάκι της πυλωτής και ένα πήδημα από την διπλανή βεράντα. εκτός από κατάσκοπος ήμουν και άριστος διαρρήκτης. το πρόβλημα ήταν τι θα της έλεγα. με έπρηζε κάθε φορά να της λέω τα συναισθήματα μου και πως νιώθω.  
κάθε φορά η ίδια συζήτηση, κάθε φορά πιο σύνθετη και με περισσότερες άγνωστες λέξεις
-πως θέλεις να νιώθω, ρε Διονυσία? είμαι δεκαέξι χρονών, τα έχουμε ήδη τρεις μήνες. τα βράδια σε σκέφτομαι και δεν μπορώ να κοιμηθώ. νιώθω πως ήρθε η ώρα να κάνουμε σεξ επιτέλους. τρελό, παθιάρικο σεξ. αυτό νιώθω. και μια τρομερή πείνα. έχει τίποτα στο ψυγείο?
-αυτά δεν είναι συναισθήματα. είναι τα ζωώδη ένστικτά σου. δεν μπορείς να εξισώνεις τη λαχτάρα σου για τα χτεσινά μακαρόνια με την επιθυμία σου για μένα. πρέπει να εξετάσεις τα κίνητρα σου. αν αυτό που αισθάνεσαι για μένα είναι ειλικρινής συναισθηματική ανάγκη ή φτηνός σωματικός πόθος. πρέπει να ξεκαθαρίσεις την ηδυπαθή ομίχλη του μυαλού σου. δεν χρειάζεται να κάνουμε βιαστικές κινήσεις. πρέπει να δώσουμε χρόνο στη σχέση μας να ωριμάσει.
-αλήθεια, έχει μακαρόνια στο ψυγείο?

κεφάλαιο δεύτερο

ήταν ξαπλωμένη και διάβαζε. στάθηκα στη βεράντα και την κοιτούσα. ήταν τόσο αφοσιωμένη στο διάβασμα που ούτε με πήρε χαμπάρι. θα μπορούσα να στέκομαι εκεί ολόκληρο το απόγευμα, θα μπορούσα να βάλω φωτιά στο σπίτι και η Διονυσία θα έμενε εκεί με τη μούρη της χωμένη στο βιβλίο. έτσι θα την έβρισκαν οι πυροσβέστες. της έλεγα πάμε για καφέ ή βόλτα και μου απαντούσε θα κάτσω να διαβάσω
έτσι όπως καθόμουν και την παρατηρούσα σαν να ήταν ένα έργο τέχνης ή ένα όμορφο τοπίο ένιωθα ερωτευμένος μαζί της.
δεν είχαμε πολλά κοινά ενδιαφέροντα. ίσως μόνο το σινεμά αν και δεν νομίζω να της άρεσαν οι ταινίες του Μπρους Λι.
είχαμε διαφορετικές παρέες, ζούσαμε σε διαφορετικούς κόσμους. αλλά εκείνη τη μαγική στιγμή που ξαπλωμένη ανάσκελα κρατούσε το βιβλίο σαν ένα τηλεσκόπιο που της έδειχνε άγνωστους πλανήτες  και οι ανάσες της χοροπηδούσαν στα στήθη της ένιωθα μια βαθιά τρυφερότητα. ίσως αυτό να εννοούσε να εκδηλώνω τα συναισθήματα μου. η τρυφερότητα είναι σίγουρα συναίσθημα και μάλιστα από αυτά που γουστάρουν τα κορίτσια. 
αν μπορούσε να ακούσει αυτές τις σκέψεις θα καταλάβαινε πως δεν είμαι ένας άξεστος που απλώς λιμπίζεται το εφηβικό εφήβαιο της.
ο ρομαντικός μου διαλογισμός διακόπηκε όταν άνοιξε η διπλανή μπαλκονόπορτα. ήταν η Τζένη η μεγάλη αδελφή της Διονυσίας. μου έκανε νεύμα να μπω.την ακολούθησα μέσα στη τραπεζαρία. διασχίσαμε το διαμέρισμα και καταλήξαμε στη πίσω πόρτα.
-τι γυρεύεις στη βεράντα μας, Ρωμαίε της πεντάρας?
-ήρθα να μιλήσω στη Διονυσία.
-η Διονυσία δεν θέλει να σου μιλήσει.
-θέλω να το ακούσω να το λέει η ίδια.
-είσαι τόσο κλισέ.
-είσαι τόσο ... μαλακισμένη. και τόσο αγενής. ήρθα επίσκεψη, δεν θα μου προσφέρεις κάτι?
-έχουμε σπιτικό παγωτό. παρφέ σοκολάτα. αλλά το φυλάμε για τους ευπρόσδεκτους. έλα να σου πω, ρε φιλαράκο. γιατί δεν αφήνεις ήσυχη την αδελφούλα μου?
το ύφος της ήταν πολύ πιο απειλητικό από τα λόγια της. φαινόταν έτοιμη να μου ξεριζώσει τη καρωτίδα. η φωνή της έμοιαζε με ψίθυρο οχιάς. οφείλω να ομολογήσω πως ήταν λίγο σέξι. αν δεν ήταν η αδελφή της Διονυσίας ...
-η Διονυσία είναι το κορίτσι μου.
-ναι, έχουμε κι αυτό το δυστύχημα.
-δεν μπορώ να καταλάβω την αδελφή μου. τι σου βρίσκει?
-ίσως ο συνδυασμός παιδαράς και ευαίσθητος καλλιτέχνης με κάνει ακαταμάχητο.
-ήταν ρητορικό το ερώτημα αλλά μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου έχεις. αυτό που είσαι είναι αλήτης και κλεφτρόνι.
-διακρίνω μια εμπάθεια στη φωνή σου. και δεν είμαι κλεφτρόνι.
-κλέψατε τη BMW του γιατρού.
-την δανειστήκαμε για μια βόλτα. ήταν μια τόσο όμορφη βραδιά.
-και μετά τη κάψατε.
-ο Μάκης θυμήθηκε μια ταινία που συνέλαβαν κάποιον γιατί βρήκαν τα δακτυλικά του αποτυπώματα σε ένα κλεμμένο αμάξι.
-πως μπορείς και κάνεις παρέα με αυτόν τον ψυχάκια?
-είναι ο μόνος που ξέρει αυτό το κόλπο που βάζεις μπρος στο αυτοκίνητο με γυμνό καλώδιο.
το έπαιζα άνετος και πνευματώδης μαζί της αλλά κατά βάθος είχα αρχίσει να νιώθω άσχημα. απορούσα πως κάποιος μπορούσε να πιστεύει πως είμαι  τόσο απαίσιο άτομο και να θεωρεί "δυστύχημα" που η αδελφή της βγαίνει μαζί μου.
ήξερα πως μερικά από αυτά που κάναμε με τον Μάκη ήταν τρελά και επικίνδυνα  και ότι ο Μάκης ήταν κι αυτός λίγο τρελός αλλά ήταν ο καλύτερος μου φίλος. ήμασταν φίλοι από το νηπιαγωγείο. τον Μάκη βέβαια τον είχαν διώξει γιατί υπήρξε ένα περιστατικό με κάτι σπίρτα και ένα απανθρακωμένο χριστουγεννιάτικο δέντρο αλλά ήταν υπερβολικό ότι είχαν κινδυνέψει παιδάκια γιατί ήμασταν στην αυλή και παίζαμε. απλώς στεναχωρηθήκαμε εκείνη τη μέρα  γιατί κάηκαν και τα δώρα μας που ήταν κάτω από το δέντρο.
η φιλία, στα δεκαπέντε τουλάχιστον, είναι είναι o'τι πιο σημαντικό. διάβασα κάπου μετά από χρόνια πως η εφηβεία είναι μια κόλαση από την οποία κάποιοι κατορθώνουμε και επιβιώνουμε. αναρωτιόμουν πως κατόρθωσα και επιβίωσα. ο Μάκης πάλι όχι.
τώρα που το σκέφτομαι ήταν η παρουσία του Μάκη που έκανε τη μοναξιά λιγότερο τοξική και τη ζωή κάπως υποφερτή. ποτέ δεν τον θυμάμαι κακόκεφο. το μόνο που του χαλούσε τη διάθεση ήταν το σχολείο. κάθε πρωί η ίδια ιστορία. τον πετύχαινα στο πεζούλι απέναντι από το σχολείο να καπνίζει τα άφιλτρα του. "πάμε για μπιλιάρδο" "πάμε στο θηλέων να πειράξουμε τις μυξοπαρθένες" "πάμε στο κέντρο να δούμε καμιά τσόντα".
πάντοτε είχε μια δελεαστική πρόταση και πάντοτε λεφτά στις τσέπες για να κεράσει τα πάντα. δεν ρωτούσα αλλά ήξερα πως δεν ήταν χαρτζιλίκι από τον πατέρα του.
μου έφερε δώρο τη πρώτη μου ηλεκτρική κιθάρα. δεν μπορούσα να την πάρω καν σπίτι μου γιατί τι θα έλεγα στους γονείς μου. ήμουν καλό παιδί κι ο άι Βασίλης μου έφερε μια Fender Stratocaster. δεν θα με πίστευαν ήταν Μάρτιος.
την έκρυβα σε μια αποθηκούλα και την έβγαζα μόνο για τις πρόβες. ήμουν ο πρώτος στη Νέα Σμύρνη που είχα strat. αυθεντική αμερικάνικη, όχι αυτές τις ψευτογιαπωνέζικες που έβγαλαν αργότερα. έχουν περάσει σχεδόν σαράντα χρόνια και καμιά φορά μέσα στη νύχτα όταν με πιάνει νοσταλγία για το καλοκαίρι του 76 την βγάζω και την γρατζουνάω. 
στο σπίτι έκανα εξάσκηση με μια ακουστική που  μου είχε δώσει η θεία μου. ο ξάδελφος μου είχε πάει να σπουδάσει στην Ιταλία και την άφησε πίσω.
όταν αργότερα έφυγα για Αμέρικα μου έστελνε πολυσέλιδα ανορθόγραφα γράμματα με κάθε λεπτομέρεια της ζωής του, του έρωτα του με την Βάσω. στο τέλος με έβριζε που τον παράτησα και δεν είχε με ποιον να κάνει κοπάνες και να πάει στα τσοντάδικα. μου ευχόταν να μου πέσει ο πούτσος από το κρύο και να γυρίσω ευνούχος στην Ελλάδα.

αυτός ήταν ο Μάκης για μένα, ακόμα και τώρα μου λείπει. δεν είχα την απαίτηση να καταλάβει κανείς τη φιλία που μας έδενε. πολύ περισσότερο η Διονυσία και η αδελφή της.
αυτό που είχα ανάγκη όμως αυτή τη στιγμή ήταν να με συμπαθήσει η Τζένη. να μου πει "έλα, κάτσε να σου βάλω ένα παγωτό να φας. θα σε δροσίσει με αυτή τη ζέστη" να με ρωτήσει πως πάει η μουσική μου και πόσο θέλει να έρθει να με ακούσει. να αφήσει η Διονυσία το βιβλίο στο κρεβάτι. να κάτσουμε όλοι στη κουζίνα και να γελάμε. να επιμένουν να μου βάλουν δεύτερο μπολάκι παγωτό γιατί θέλουν να με περιποιηθούν. δεν είμαι ο ανεπιθύμητος αλήτης. 
 άνοιξε η πόρτα και σαν να είχε διαβάσει τη σκέψη μου βγήκε η Διονυσία 
-τι γυρεύεις εδώ?
-θέλω να σου μιλήσω.
-εγώ δεν θέλω.
η Τζένη μου έριξε ένα βλέμμα κακιασμένης ικανοποίησης. έπρεπε να το παίξω σκληρός και αυταρχικός.
-έχω πρόβα τώρα, έτσι κι αλλιώς. δεν προλαβαίνω. θα σε περιμένω στο παγκάκι στις εννιά. ξέρεις εσύ.
της έκλεισα το μάτι και αποχώρησα πριν της δώσω την ευκαιρία να πει όχι.
έτσι κάνουν οι σκληροί άντρες.

κεφάλαιο τρίτο

μια διευκρίνηση πριν συνεχίσουμε. επειδή κάτσαμε εδώ και έβαλες αυτό το μαγνητοφωνάκι να γράφει και με κέρασες δυο ποτά να λυθεί η γλώσσα μου μην νομίζεις πως θα με καταλάβεις ή θα με γνωρίσεις. μια φιλόσοφος, μόνο στις γυναίκες φιλόσοφους έχω εμπιστοσύνη, έλεγε πως για να καταλάβεις κάποιον πρέπει να γεννηθείτε δίπλα-δίπλα την ίδια στιγμή και να είσαι πλάι του μια ολόκληρη ζωή. μόνο έτσι. 
δεν ξέρεις σε ποια ηφαίστεια έχω κατουρήσει. δεν ήσουν εκεί όταν ξεριζώθηκαν ο Μάκης, η Διονυσία και τα πάντα από τη ζωή μου. έμαθα το πιο πολύτιμο μάθημα στα δεκαπέντε "τίποτα δεν είναι δεδομένο".
βλέπεις μπροστά σου έναν πενηντάρη που νιώθει τριών χιλιάδων ετών αλλά και νεογέννητος. δεν μπορώ να χοροπηδάω επί σκηνής για τρεις ώρες πια αλλά έμαθα να τραγουδάω τα μπλουζ στη Νέα Ορλεάνη. βούτηξα τα πόδια μου στις αμμουδιές στη Καλιφόρνια. σαν τις πατημασιές στην σελήνη αυτές οι αναμνήσεις δεν ξεθωριάζουν. μένουν ανεξίτηλες για πάντα ή τουλάχιστον το πάντα που χωράει ο νους μας. μη με ρωτάς αν είναι καλή ή άσκημη η ζωή που μου έτυχε. έλα την ώρα που θα ξεψυχάω και διάβασε το στο πρόσωπο μου.
κέρασε ένα ακόμα να συνεχίσω.
πέρασα από το σπίτι του Μάκη να πάρω τη κιθάρα. μπήκα από τη μπαλκονόπορτα και βρήκα το πολύτιμο κοντραμπάντο να με περιμένει κάτω από το κρεβάτι όπως πάντα.
ο Μάκης είχε "δανειστεί" μια εντούρο για να πάει να την φέρει από την Αθήνα στις αρχές του καλοκαιριού.