Τρίτη, 7 Ιουνίου 2011

Jazzmine says...........Somewhere In Time


Χορέψαμε μία και μοναδική φορά..

Ήταν καλοκαίρι, στον ετήσιο χορό του ομίλου προς τιμή της Αυγουστιάτικης πανσελήνου.
Ήμουν χαρούμενη, τρεις μέρες πριν είχα πάρει το δίπλωμα με κάθε επισημότητα ανάμεσα σε φίλους, πειράγματα απ' την ομάδα και γέλια..

Η ταράτσα ήταν γεμάτη από κόσμο όταν φτάσαμε, στολισμένα τραπέζια, ασημένια κηροπήγια, κοχύλια γεμάτα άμμο, λουλούδια, μουσική..

Η παρέα μου όρμησε στο μπαρ ψάχνοντας πρόθυμους ακροατές να διηγηθεί τα απίθανα κατορθώματα μας απ' το πρώτο μας ταξίδι ως ιστιοπλόοι στην Πάρο, απ' οπου μόλις είχαμε επιστρέψει..

Θυμάμαι περπάτησα ως εκεί,
στην παλιά λαγουδέρα κοιτώντας μήπως σε δω..
Δεν περίμενα πως θα ήσουν, πάντα απέφευγες τα πάρτι του ομίλου,
εξάλλου ούτε στην απονομή μου, ήρθες..
Δεν ήσουν πουθενά..
Έσκυψα απ' την κουπαστή κοίταξα την "Αστραπή" σκοτεινή, μαζεμένα τα πανιά, σηκωμένη σκάλα. Κανείς.

Δε με πείραζε..το θυμάμαι αυτό..
Η βραδιά ήταν ολόφωτη, η πανσέληνος σα χρυσό φυλαχτό πάνω απ' τα ονειρά μας, φυσούσε ένα δροσερό αεράκι, φορούσα ένα ολόλευκο μακρύ φόρεμα που είχα κεντήσει επάνω του αληθινές μαργαρίτες, η ευτυχία ξεχείλιζε από τους πόρους μου, ακόμα κι αυτή η απουσία σου ήταν τόσο ταιριαστή...

Χόρεψα με όλους εκείνο το βράδυ...
Με συγγενείς, φίλους, δασκάλους κι αγνώστους..
Η νύχτα έρεε όπως το παγωμένο κρασί στα ποτήρια μας κι ήμουν υπέροχα μεθυσμένη..

Κι έπειτα στράφηκα χωρίς κανένα λόγο προς τις σκάλες..
Κι ήσουν εκεί, ήσουν εκεί!
Στεκόσουν μόνος, ακουμπούσες στο πεζούλι, φορούσες ένα μπλέ κουστούμι κι ήσουν εκεί!!

Ω Θεέ, ποιόν δεν πείραζε πριν δυό ώρες, ορκίζομαι δε θυμάμαι,
δεν ήμουν εγώ, δεν ήμουν εγώ..
Δεν μπορεί να υπήρχε ευτυχία πριν τον ερχομό σου, όλο το κρασί που ήπια ανέβηκε μαζεμένο στο κεφάλι μου, καίει τα μαγουλα μου, ο μόνος λόγος που δεν τρέχω ως εσένα, είναι επειδή θα πατήσω το φορεμά μου είμαι σίγουρη..

Κι έτσι συνεχίζω να χορεύω, κρατάω τον φίλο σου τον Πάρη σα σωσίβιο, ώσπου να τελειώσει το τραγούδι και επιτέλους να καθήσω ξέπνοη σε μια καρέκλα..
Τα παιδιά σε φωνάζουν, ο Αντρέας σου πετάει ένα σφηνάκι τεκίλα, έρχεσαι νωχελικά, αδιάφορα μαζεύεις μια τσαλακωμένη μαργαρίτα απο κάτω..

- Απ' ότι φαίνεται αυτό έπεσε απ' το φόρεμα σου, χορεύετε?

- Όπως βλέπεις.. λέω με όλη την άνεση που μου επιτρέπει το ότι κάθομαι και δεν είμαι όρθια να σωριαστώ από στιγμή σε στιγμή..

- Ωραία σήκω

- Θα αστειέυεσαι βέβαια, συνεχίζει η άνετη της ταράτσας.

- Σήκω να σε χορέψω

- Θα χορέψεις, εσύ?!

- Εσύ θα χορέψεις, μου λες και με σηκώνεις.

Τώρα που το ξανασκέφτομαι δεν ήταν χορός αυτός..

Στεκόμασταν σχεδόν ακίνητοι, με τα χέρια μας μπλεγμένα, κοιτώντας ο ένας τον άλλο, σιωπηλοί, φαντάζομαι επειδή ξέραμε οτι δεν είχε απομείνει τίποτα άλλο για να πούμε κι αν είχε μείνει, εγώ δεν θα τολμούσα ποτέ να το ξεστομίσω και δεν θα υπήρχε επόμενη μέρα παρά μονάχα αυτή η νύχτα σπαρμένη μάγια κι ήταν τόσο..τόσο αρκετό..κι ήταν τόσο πολύ..επειδή ήταν μόνο τόσο..λίγο, μια σύντομη εκτυφλωτική φέτα ευτυχίας που ξέκοψε απ' τις σπείρες του χρόνου..κι έτσι αξέχαστη..

Πέρασαν θεέ μου τόσα χρόνια από κείνο το θαλασσινό βράδυ..και εδώ ξημερώνει..
Άλλαξαν τόσα..
Ο όμιλος έγινε επιχείρηση, η ταράτσα κοσμικό μπαρ,
η τοιχογραφία με τα ιστορικά σκαριά που όποιος χανόταν πρόσθεταν ένα σταυρό δίπλα, μαζεύει υγρασία και μοναξιά.
Οι πειρατές μπάρκαραν, τα λάφυρα σκόρπισαν.

Όσο για σένα...μόνο εσύ ξέρεις που είσαι..

Όσο για μένα...ούτε εγώ δεν ξέρω..



Jazzmine in a bottle