Δευτέρα, 7 Φεβρουαρίου 2011

ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ ΕΡΑΣΤΩΝ


Απ΄τον άντρα της που δεν την ήθελε πια και την είχε εγκαταλείψει, έφτασε ένα γράμμα. Από γη μακρινή, ύστερα από δυο χρόνια.
«Μην αφήνεις το παιδί να παίζει με το τόπι. Ο ήχος του φτάνει μέχρι τα αυτιά μου. Είναι ένας ήχος που ραγίζει την καρδιά»
Εκείνη πήρε το τόπι απ΄το εννιάχρονο κοριτσάκι της.
Ύστερα ήρθε πάλι γράμμα απ΄τον άντρα της. Δεν ήταν σταλμένο απ΄το ίδιο ταχυδρομείο με το προηγούμενο.
«Μη στέλνεις το παιδί στο σχολείο με τα παπούτσια. Ο ήχος τους φτάνει μέχρι τ΄ αυτιά μου. Είναι σαν να περπατάει την καρδιά μου.
Εκείνη έδωσε στο κοριτσάκι τσόχινα μαλακά σανδάλια αντί για παπούτσια. Η μικρή έκλαψε και στο τέλος σταμάτησε εντελώς να πηγαίνει στο σχολείο.
Έφτασε πάλι γράμμα απ΄τον άντρα της. Ήταν κανά μήνα μετά το δεύτερο γράμμα του. Ο γραφικός χαρακτήρας ήταν ξαφνικά αυτός ενός γέρου.
«Μην αφήνεις το παιδί να τρώει σε κούπα από πορσελάνη. Ο ήχος φτάνει μέχρι τα αυτιά μου. Μου ραγίζει την καρδιά»
Η γυναίκα άρχισε να ταΐζει τη μικρή με τα δικά της χάσι* σαν να ήταν τριών χρονών. Θυμήθηκε τον καιρό που η μικρή ήταν πραγματικά τριών χρονών και εκείνη ζούσε ευτυχισμένη πλάι στον άντρα της. Το κορίτσι πήγε μόνο του στο ντουλάπι και πήρε από το ράφι την κούπα του. Η γυναίκα την άρπαξε αμέσως και την πέταξε βίαια πάνω σ΄ έναν βράχο στο κήπο.
Ο ήχος της καρδιάς του άντρα της που έγινε κομμάτια.
Ξαφνικά σήκωσε τα φρύδια της και πέταξε και την δική της κούπα. Αυτός δεν ήταν τάχα ο ήχος της καρδιάς του άντρα της που έσπασε; Εκσφενδόνισε το μικρό τραπέζι του φαγητού στον κήπο. Κι αυτός ο ήχος άραγε; Ρίχτηκε μ΄ όλο το βάρος του κορμιού της στον τοίχο και άρχισε να τον χτυπάει με τις γροθιές της. Όρμησε σαν βέλος πάνω στη φουσούμα** και βρέθηκε πεσμένη στο πάτωμα απ΄ την άλλη μεριά. Κι αυτός ο ήχος;
«Μανούλα, μανούλα, μανούλα!»
Η μικρή έτρεξε κλαίγοντας κοντά της κι εκείνη τη χαστούκισε.
«Α, για άκου κι αυτό τον ήχο!»
Σαν αντίλαλος αυτού του ήχου ήρθε πάλι γράμμα απ΄τον άντρα της. Ήταν ταχυδρομημένο κι αυτό από διαφορετικό μέρος, μια ακόμα μακρινή γη.
«Μην κάνετε τον παραμικρό θόρυβο καμιά απ΄τις δυό σας. Μην ανοιγοκλείνετε τις πόρτες και τα σότζι***. Μην αναπνέετε. Σταματήστε και τον ήχο που κάνουν τα ρολόγια στο σπίτι.»
«Οι δυό σας, οι δυό σας, οι δυό σας.»
Καθώς ψιθύριζε αυτές τις λέξεις τα δάκρυα έτρεξαν ποτάμι στα μάγουλα της γυναίκας. Ύστερα σταμάτησαν και τον παραμικρό θόρυβο. ‘Έπαψαν αιώνια να δημιουργούν και τον ελαχιστότερο ήχο. Σαν να λέμε μητέρα και κόρη πέθαναν.
Τότε, κατά παράδοξο τρόπο, ο άντρας της έγειρε στο μαξιλάρι του και πέθανε κι αυτός.

[1926]



*Χάσι: μακρόστενα μπαστουνάκια από ξύλο ή άλλα υλικά, ιαπωνικά μαχαιροπίρουνα.
**Φουσούμα: συρτή πόρτα ή παραβάν.
***Σότζι: συρταρωτή πόρτα, συνήθως από ρυζόχαρτο, με πλαίσιο από λεπτό ξύλο, που χωρίζει τα γιαπωνέζικα δωμάτια ή την έξοδο τους προς τον κήπο και έξω. Όλο το σπίτι αντί για τοίχους έχει συνήθως τέτοια χωρίσματα-πόρτες.


Από το βιβλίο Ιστορίες της παλάμης του Γιασουνάρι Καουαμπάτα. Μετάφραση-επίμετρο Παν. Ευαγγελίδης. Εκδόσεις Πατάκη.