Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

Βρώμικο Σεξ. part one


Το αγγλικό ερωτηματικό είναι το πιο σέξι σημείο στίξης. Όπως οι Δωρικοί Απόλλωνες είναι τα πιο σέξι αγάλματα της δυτικής τέχνης. Είμαι σίγουρος ότι οι Ιάπωνες έχουν ένα σημείο στίξης εξ ίσου ηδυπαθές και παθιάρικο. Αλλά μιλάμε για τον δυτικό πολιτισμό. Όταν ο Γκάντι επισκέφτηκε το Λονδίνο τον ρώτησε ένας ευρωπαίος δημοσιογράφος «ποια είναι η γνώμη σας για τον Δυτικό Πολιτισμό;»
-Πολύ ωραία ιδέα. Να το δοκιμάστε κάποια φορά. Απάντησε σκωπτικά ο Μαχάτμα. Απόψε δεν θα μιλήσουμε για τον Γκάντι. Θα μιλήσουμε για σεξ. Όμορφο, υγιές, βρώμικο σεξ. Θα μιλήσουμε για το σεξ για δύο λόγους. Τον άντρα και τη γυναίκα. Εσένα κι εμένα. Στην εποχή των σπηλαίων μια χαρά τα πηγαίναμε. Με την πάροδο του χρόνου άλλαξαν οι ουράνιοι χάρτες, άλλαξαν οι χάρτες του πλανήτη κι εμείς οι δύο μετατοπιστήκαμε, απομακρυνθήκαμε, χαθήκαμε. Ώσπου τη σημερινή εποχή η μεταξύ μας σχέση έχει γίνει μια πικρή παρωδία, κωμωδία, τραγωδία. Δεν θα προσπαθήσω να γράψω το εγχειρίδιο του ιδεατού έρωτα. Δεν θα μπορούσα άλλωστε. Έχω περισσότερες απορίες παρά απαντήσεις. Απλώς όπου και να στρέψω το βλέμμα βλέπω μοναχικές γυναίκες και αγέλες αντρών μπροστά στη τηλεόραση να παρακολουθούν ποδόσφαιρο (που ίσως να είναι χειρότερο, ειδικά από τότε που σταμάτησε ο Ζιντάν). Ανάμεσα μας αόρατα συρματοπλέγματα, ναρκοπέδια ανασφάλειας και ασυνεννοησίας. Υπήρξα στρατιώτης αυτού του άχαρου πόλεμου. Γνωρίζω τα όπλα της προπαγάνδας. Οι άντρες είναι γουρούνια. Οι γυναίκες είναι σκύλες. Ως λιποτάκτης έχω μια, όχι και τόσο πρωτότυπη, ιδέα. Make love, not war. Σε όλες τις κυρίες αρέσει το μπέικον κι εμείς τα αγοράκια βρίσκουμε τόσο χαριτωμένες τις σκυλίτσες όταν κουνούν την ουρά τους. Ας δούμε πως φτάσαμε ως εδώ. Έχω μια φίλη δασκάλα. Μια μέρα εξηγούσε στα παιδία της τρίτης δημοτικού τις σύνθετες λέξεις. Συνθέτη είναι η λέξη που προέρχεται από την συννένωση άλλων λέξεων. Πρώτο συνθετικό, δεύτερο συνθετικό και πάει λέγοντας. Τους λέει ότι σπούδασε φιλόλογος, μια σύνθετη λέξη φίλος συν λόγος και τους ζητάει να βρουν μια άλλη λέξη με το συνθετικό φίλος. Η μικρή Μαρία σηκώνει το χεράκι της και με όλη την αθωότητα λέει «Γλωσσόφιλο, κυρια.» Έτσι ξεκινήσαμε όλοι. Άσπιλοι και αθώοι σαν τη μικρή Μαρία. Με ένα τεράστιο γλωσσόφιλο στο μυαλό. Ώσπου κάποια στιγμή σε ένα διάλλειμα, σε ένα πάρτι, σε ένα σκοτεινό πάρκο το γευτήκαμε. Θυμόσαστε το πρώτο σας φιλί?
Ήμουν σχεδόν δεκατεσσάρων, ούτε που θυμάμαι πως ξεμονάχιασα την όμορφη Νεκταρία. Ήταν Αύγουστος. Βρισκόμασταν στο πάρκο της Γαλήνης (σας το ορκίζομαι έτσι λέγεται, δεν τα βγάζω απ΄ το μυαλό μου). Αυτό που θυμάμαι είναι τις θηλές της να γίνονται σκληρές σαν αμύγδαλα και τα λαγόνια μου να παίρνουν φωτιά με το που ενώθηκαν τα χείλη μας. Αν υπάρχει κάποια διάκριση ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό εκείνες τις μαγικές στιγμές είχε πάψει να ισχύει. Είχε ανοίξει μια χαραμάδα στη νύχτα και ξεχείλιζαν χρώματα. Μετά σταθήκαμε για λίγο αμήχανοι κι ακούγαμε το χορτάρι να μεγαλώνει κάτω από τα πόδια μας. Και να ζήσω άλλα εκατό χρόνια δεν θα ξεχάσω το άρωμα αυτού του φιλιού. Σ΄ ευχαριστώ, Ω Νεκταρία. Η Νεκταρία μεγάλωσε. Έκανε μεταπτυχιακά στο Λονδίνο. Έγινε στέλεχος πολυεθνικής. Το Νεκταρία έγινε Νένα. Εγώ πήγα στην Αμέρικα. Έκανα μεταπτυχιακά στα μπιτς πάρτι, στα σφηνάκια, στη φιλοσοφία της ροκ. Γνώρισα τη Στέισι, τη Μάργκαρετ, τη μικρή της αδελφή, την Έμιλι, άλλη μια Στέισι. Περπάτησα το Γκραν Κάνυον. Βρέθηκα σε ένα καταυλισμό χίπηδων. Με κέρασαν μανιταρόσουπα. Κολύμπησα στη τρέλα χωρίς να τρελαθώ. Χόρεψα πάνω στη φωτιά χωρίς να καώ. Ξύπνησα σ΄ ένα δωμάτιο στο Λας Βέγκας χωρίς να θυμάμαι πως έφτασα ως εκεί. Ένα ατέλειωτο γυναικείο κορμί κειτόταν πλάι μου. Η Σάλι ήταν χορεύτρια στο Café Trocadero,ένα νάιτ κλαμπ στο δυτικό Χόλυγουντ . Ήταν ψηλή σαν δέντρο και όμορφη σαν αμαρτία. Περνούσε από το Λας Βέγκας για συναντηθεί με έναν ξάδελφο της. Πήγαμε σε ένα κατάστημα και μου αγόρασε ένα μπλου τζιν και δυο μαύρα μπλουζάκια κι ένα λευκό μεταξένιο πουκάμισο. «Το πουκάμισο είναι για το βράδυ της γιορτής.» μου είπε. Δεν κατάλαβα τι εννοούσε. Φόρεσα τα καινούργια ρούχα γιατί τα δικά μου ήταν γεμάτα ξεραμένο κοκκινόχωμα και πήγαμε να ακούσουμε τον ξάδελφο. Βρεθήκαμε σ΄ ένα σκοτεινό μπαρ λίγο έξω από τη πόλη. Ένας χώρος ντυμένος με σκούρο ξύλο και τούβλα που είχαν το χρώμα του κόκκινου κρασιού. Η μπάντα απαρτιζόταν από τρία μέλη. Ένας κιθαρίστας που έμοιαζε δεκαπέντε χρονών με μαύρα βαθουλωτά μάτια ο όποιος χτυπούσε τις χορδές τις χορδές της κιθάρας σαν να ήταν θυμωμένος μαζί τους. Ένας κοκκαλιάρης με κόκκινα μαλλιά πιασμένα αλογοουρά, ο οποίος κρατούσε ένα μακρύ κλωνάρι με μια χάλκινη κουδούνα στη μια άκρη (απ΄ αυτές που φοράνε οι προβατίνες στο χωριό της μάνας μου) που την χτυπούσε ρυθμικά μ΄ ένα δοξάρι. Ο τρίτος της παρέας, προφανώς ο ξάδελφος, τεράστιος σαν τρένο, τα μακριά του δάχτυλα χοροπηδούσαν ... (to be continued)


Γιώργος Τρικεριώτης-Crimilezza