Πέμπτη, 10 Φεβρουαρίου 2011

ZAPATOS DE LA MUERTE

Προχωρούσε στην άκρη της αποβάθρας, με το κεφάλι σκυμμένο μπροστά σαν να κοιτούσε τα παπούτσια της. Ο ορίζοντας πέρα απλώνονταν μαβής, ο αέρας φυσούσε και της χτυπούσε το πρόσωπο με ψιλόβροχο. Στάθηκε μπροστά σε ένα καφενεδάκι με θαμπά τζάμια και ένα μαυρισμένο μπουρί – όπως-όπως στερεωμένο με σκουριασμένο σύρμα – που κάπνιζε. Σ’ αυτό το σημείο τελείωνε καθημερινά η απογευματινή της βόλτα και όπως κάθε μέρα μπήκε στο καφενεδάκι για κανένα ζεστό. Είχε πιάσει να μπαίνει ο χειμώνας και το σκοτάδι ερχόταν πιο νωρίς, οι βόλτες πλησίαζαν στο τέλος τους. Η Ελένη έσπρωξε την παλιά πόρτα που έτριζε, καλησπέρισε τον καφετζή και προχώρησε στη θέση της δίπλα στην ξυλόσομπα. Στο καφενείο ψυχή, «ευτυχώς» σκέφτηκε, τίναξε από τα ρούχα της την υγρασία πριν καθίσει, και ύστερα έριξε μια αφηρημένη ματιά στα τραπέζια για την εφημερίδα. Την εντόπισε στο τραπέζι δίπλα στα ψυγεία, έκανε να σηκωθεί, το μετάνιωσε. Δε τη χρειαζόταν εκείνη τη μέρα που το καφενεδάκι ήταν άδειο, αφού η τοπική εφημερίδα στην πραγματικότητα δεν εκτελούσε παρά χρέη παραβάν. Άλλες μέρες στην ίδια θέση, έπινε αμίλητη το ζεστό της έχοντας την εφημερίδα σύμμαχο την είχε απαλλάξει πολλές φορές από το αδιάκριτο βλέμμα των αντρών.
Ο καφετζής στεκόταν από πάνω της, είχε αφήσει στο τραπέζι το ρόφημα σ’ ένα ραγισμένο άσπρο φλιτζάνι. Μέσα από την τσέπη της άσπρης του ποδιάς τα χέρια χάιδευαν το στομάχι του, σημάδι πως ήθελε κουβέντα. «Έρχεσαι απ’ τα πηγάδια;» τη ρώτησε. Απ’ τα πηγάδια ερχόταν, γιατί τη ρωτούσε αφού σίγουρα ήξερε; Κάθε φορά που έβγαινε απ’ το σπίτι της οι πολλοί το ήξεραν. Τον πρώτο καιρό στους περιπάτους συναντούσε το μισό χωριό, ύστερα έκοψε να παίρνει τον αμαξωτό και προτίμησε τους χωματόδρομους που έβγαζαν στα χωράφια. «Είδες τι έγινε;», συνέχισε, όχι δεν είδε, αλλά ήταν σίγουρη ότι θα της έλεγε κι ας μην είχε δει ούτε κι αυτός. «Ψάχνουν τα πηγάδια ένα-ένα, βρήκαν ένα ζευγάρι παπούτσια αφημένα στο πλάι του μεγάλου πηγαδιού, βορινά του γερο πλάτανου, κόκκινα πάνινα τριάντα οχτώ νούμερο. Ο Αχιλλέας του δημάρχου και ο Λευτέρης του παπά τα βρήκαν. Έτρεξαν τα παιδιά κατευθείαν στο τμήμα, τώρα ψάχνουν οι άντρες τα πηγάδια και οι μανάδες σαν τις κλωσούδες κράζουν τα μικρά στις αυλές». Περίεργο δεν αντιλήφθηκε τίποτα, μα πως; πέρασε από κει πριν από κανένα δίωρο, δεν ήταν κανείς. «Κάλεσαν και την πυροσβεστική από την Χώρα, τώρα που σκοτεινιάζει θα χρειαστούν και φως» συνέχισε ο καφετζής, κοιτάζοντας δυτικά τον ήλιο που έγερνε.
Έπιασε το φλιτζάνι με τα δύο χέρια για να τα ζεστάνει, και κουτσόπινε το ρόφημά της, μια φυσώντας και μια ρουφώντας, ο καφετζής δεν είχε άλλα νέα και χώθηκε πίσω από τα ψυγεία. Δεν φαινόταν πια, τον άκουγε μόνο να πλένει να ποτήρια του, κάνα δυο φορές χτύπησε το τηλέφωνο, κάποιες θα έψαχναν τους άντρες τους, ο καφετζής απαντούσε πως όλοι είχαν φύγει για τα πηγάδια και ρωτούσε για τίποτε νεώτερο, νεώτερα δεν υπήρχαν. Όταν τα ποτήρια πλύθηκαν και το ρόφημα είχε φτάσει στη μέση του φλιτζανιού, πρόβαλε απ’ τα ψυγεία σκουπίζοντας τα χέρια του «Συμπάθα με να χαρείς μα πρέπει να κλείσω, λέω να πάω κατά τα πηγάδια και η γυναίκα δεν θα το κρατήσει απόψε το μαγαζί, την έπιασε πάλι η μέση της, συμπάθα με, το ρόφημα στο κερνάει το κατάστημα».
Κατέβασαν μαζί τα ρολά μπροστά από την παλιά πόρτα και χωρίστηκαν. Ο καφετζής πηγαίνοντας προς το μπλε, βαμμένο με μπογιά βάρκας, φορτηγάκι του που περίμενε απ΄ έξω την κοίταξε να τυλίγεται το πανωφόρι της και να σκύβει για να αποφύγει το ψιλόβροχο «Θα ρθείς στα πηγάδια μαζί μου;» της φώναξε, δεν πήρε απάντηση, στάθηκε λίγο και την κοίταξε που έφευγε βιαστικά, ύστερα έβαλε μπρος και έφυγε. Μετά από μισή ώρα η Ελένη ξεκλείδωνε την πόρτα της γκαρσονιέρας της, κοντοστάθηκε στην πόρτα πριν μπει, έριξε μια ματιά στους σωρούς από βιβλία πάνω στο γραφείο της και στα τετράδια που περίμεναν διόρθωση Δευτέρα αύριο, έπρεπε να ξενυχτήσει για να προλάβει. Στο νεροχύτη, που βρισκόταν στο ίδιο δωμάτιο τα πιάτα μύριζαν στοιβαγμένα τρείς μέρες. Δύο χρόνια τώρα από τότε που διορίστηκε στο δημοτικό σ΄ αυτή «την εξορία του Αδάμ» δεν αξιώθηκε να πλύνει τα πιάτα της ημέρας ούτε μία φορά, αναγκαζόταν να το κάνει μετά από μέρες όταν τα καθαρά τελείωναν, πάντως ούτε και εκείνο το βράδυ σκόπευε να τα πλύνει. Κάθισε στο γραφείο της, φορώντας ακόμα το πανωφόρι της, βούτηξε ένα σοκολατάκι από μια νάυλον σακούλα καταχωνιασμένη κάτω από εφημερίδες, άνοιξε το πρώτο τετράδιο και βάλθηκε να μασουλάει και να διαβάζει. Η έκθεση με θέμα «Μια ηλιόλουστη μέρα» δεν ταίριαζε με αυτά που την περιτριγύριζαν, τα κόκκινα παπούτσια και την υγρασία στα ρούχα και την καρδιά της. Έκλεισε το τετράδιο, πήρε ένα δεύτερο σοκολατάκι και σύρθηκε μέχρι το κρεβάτι όπου ξάπλωσε με τα ρούχα. Κοιτούσε το ταβάνι της που είχε φουσκώσει σε δυο μεριές από την υγρασία και αναρωτιόταν ποιος μπορεί να έσπασε το λουκέτο της σιδεριάς που έκλεινε το μεγάλο πηγάδι και γιατί. Ποιος άφησε στο πλάι τα κόκκινα παπούτσια και γιατί. Έκλεισε τα μάτια της προσπαθώντας να θυμηθεί αν είχε δει ποτέ στο χωριό κάποιον να φοράει κόκκινα πάνινα παπούτσια. Θυμήθηκε μια κουβέντα που είχε κάνει τα περσινά Χριστούγεννα στο σπίτι της μάνας της, με ένα φιλικό ζευγάρι, για το Μεξικό. Είχαν μόλις γυρίσει από κει ενθουσιασμένοι και συμβούλευαν τους πάντες να τους μιμηθούν, προειδοποιούσαν όμως για την εγκληματικότητα. Έπρεπε οπωσδήποτε όποιος πήγαινε εκεί να φοράει μόνο φτηνά ρούχα και προς Θεού, ούτε λόγος για αθλητικά παπούτσια. Πολλοί τουρίστες είχαν δολοφονηθεί εν ψυχρώ για ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια “Zapatos de la muerte” τα λένε στο Μεξικό, παπούτσια του θανάτου. Της φάνηκε βολικός θάνατος, λίγες οικονομίες και ένα ταξιδάκι στο Μεξικό με μόνη αποσκευή ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια. Θα μπορούσε έτσι να δώσει κανείς τέλος στη μιζέρια του κάνοντας ακριβώς αυτό που όλοι οι φωστήρες συμβουλεύουν ότι χρειάζεται, ένα μακρινό ταξίδι. Κι αν άλλαζε γνώμη, το πολύ-πολύ θα τα έβγαζε και θα αγόραζε σαγιονάρες ή ακόμα καλύτερα θα περπατούσε ξυπόλητος. Ανασηκώθηκε παραξενεμένη, που τα θυμήθηκε όλα αυτά; Η ώρα είχε περάσει σηκώθηκε και πήγε προς το μπάνιο, δοκίμασε το νερό και άρχισε να γεμίζει την μπανιέρα, κοίταξε το πρόσωπό της στον καθρέφτη του μπάνιου και της φάνηκε γερασμένο όπως κάθε φορά που έκανε το λάθος να κοιτάξει.
Άρχισε να βγάζει τα ρούχα της αργά, κάθισε πάνω στην κλειστή λεκάνη και έσκυψε για να βγάλει τα παπούτσια. Κοκάλωσε. Έντρομη είδε κάτω στα πόδια της φορεμένα, ένα ζευγάρι κόκκινα πάνινα παπούτσια ξαφνικά ένας δυνατός παφλασμός γέμισε το κεφάλι της, στο λαιμό της, ένα σκοινί την τραβούσε με ορμή βαθιά στα μαύρα νερά. Κατάλαβε πως δεν ζούσε πια, από ψηλά ακούγονταν φωνές και ένας προβολέας μέσα στα νερά την έψαχνε.
Ύστερα από λίγο είχε φτάσει στον πάτο του πηγαδιού και αιωρούταν στο νερό δεμένη από το σκοινί. Ο φόβος υποχωρούσε, το ίδιο και οι φωνές. έμεινε να αναρωτιέται πως γίνεται μέσα στο άψυχο κορμί η καρδιά της ακόμα να μαργώνει από την υγρασία.

Ντόρα Μ.