Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2015

Μούμια

«να θυμάσαι, όμως, σε παρακαλώ
ότι και τα κλαδιά
τον κορμό του δένδρου τον βλέπουν ως το σώμα του κρεμασμένου»

Ben Kehoe


Θα ξεφορτωνόταν το σκυλί και τον καθρέφτη να μην έσπαγε. Περίμενε απλώς να περάσουν οι γιορτές, να μην στενοχωρήσει μέσα στα Χριστούγεννα τους γιους του. Το έχουν αγαπήσει και οι δύο. Αγαπούν εύκολα, ξεχνούν εύκολα, αντίθετα με τον ίδιο, σκέφτεται, όσο μαζεύει τα θρύμματα. Όχι με σκούπα και φαράσι, με τα δάχτυλα γυμνά. Γνωρίζονται, άλλωστε πολλά χρόνια με τον καθρέφτη, τόσα που η οικειότητα συναγωνίζεται την αποστροφή χωρίς να μπορείς πια να καταλάβεις τι υπερισχύει. Ξαφνικά σταματάει. Τι κάνεις εκεί, βρε μαλάκα, λέει από μέσα του, τι νομίζεις, ότι μαζεύεις μαργαριτάρια πεσμένα σε χοιροστάσιο; 
Ο ίδιος ήχος κάθε πρωί, το πλατινένιο κούμπωμα, ένα μαργαριτάρι σε κάθε αυτί της Άννας, ανδρική ρώγα που ποτέ δεν θα θηλάσει. Δεν έχει τρυπήσει τα αυτιά της. Λέει ότι δεν αντέχει ούτε τους μικρούς ακρωτηριασμούς, με όσες οπές γεννήθηκε, γεννήθηκε. Πόσες τρύπες έχει δηλαδή η γυναίκα του, αναρωτιέται προς στιγμήν. Όσο το δυνατόν λιγότερες. Μόνο αυτά φοράει, μόνο αυτά τις παίρνει δώρο σε κάθε επέτειο, κι ας της έχει εξηγήσει τι είναι αυτές οι πέτρες που τόσο της αρέσουν: το ελάττωμα στο όστρακο, η αντίδρασή του σε ένα λεπτεπίλεπτο παράσιτο που κατάφερε να εισβάλει στο κέλυφος. Όλα μια πλάνη. Για μια στιγμή χαμογελάει. Ακουμπάει το στέρνο του, ψάχνει γύρω από το λαιμό του το στηθοσκόπιο, μα όχι, δεν έγινε γιατρός. Γιατρός ήταν ο πατέρας του. Πετάει ξανά τα θρύμματα κάτω και τα πατάει λες και σβήνει γόπα. Ashes to ashes. Γιατί έκοψε το τσιγάρο, αναρωτιέται, ναι, αυτό το ιστορικό καρδιοπάθειας στην οικογένειά του. Να μην χάσουν και οι δικοί του γιοι τον πατέρα τους μικροί. Να μπορούν να κοιταχτούν στον καθρέφτη. 
Θα τα μαζέψει η κοπέλα του σπιτιού, καλή άχρηστη κι αυτή, να πρέπει σχεδόν να την παρακαλούν για να καθαρίσει τον κήπο από τα περιττώματα του σκύλου. Είναι κι άσχημη, καλύτερα που είναι άσχημη γιατί αν ήταν ωραία θα ήθελε να την γαμήσει. Τώρα θα γλιτώσουν από το σκυλί οπότε θα επιστρέψει στο αγαπημένη της ενασχόληση που είναι να καθυστερεί να κάνει οτιδήποτε χρειάζονται. Σιδερώνει επιμελώς τις φόρμες των παιδιών κι αφήνει πάντα τελευταία τα πουκάμισά του. «Θέλουν προσοχή, κύριε», κι αυτός γυμνός από πάνω, με τα μανικετόκουμπα στο χέρι, να την περιμένει να τελειώσει. Δεν τον συμπαθεί, το ξέρει. Τον βρίσκει υπερόπτη και είρωνα όπως οι περισσότεροι, άλλωστε. Είναι ένα στοίχημα που έχει βάλει με τον εαυτό του, να κερδίζει την αντιπάθεια των άλλων αυτομάτως. Όχι όπως στις οικογένειες δηλαδή που τέτοια συναισθήματα χτίζονται.

«Έτοιμο, κύριε», σιδερώνει κολλαριστά, δεν έχει παράπονο, όσο και να σιδερώσει όμως, τα ρούχα δεν ξεφεύγουν από τις πτυχώσεις τους. Του δίνει το πουκάμισο και το φοράει μπροστά της, το κουμπώνει γρήγορα, λες και θέλει να τραυματίσει τις κουμπότρυπες.  Ακολουθεί ένας απλός κόμπος γραβάτας, κι όμως δεν έχει δυσκολευτεί ποτέ να καταπιεί, ούτε να χωνέψει. «Ευχαριστημένος, κύριε;» τον ρωτάει χωρίς ούτε μια φορά να πάρει απάντηση. Όχι, δεν είναι ποτέ ευχαριστημένος. Μην της μιλάς έτσι, του ζητάει η Άννα, μα δεν της μιλάω. Ναι, αυτό, μην της φέρεσαι έτσι, δεν είναι ξένη.   
 Η Άννα είναι καλύτερη με τους ανθρώπους. Κάπως έτσι απέκτησαν και το σκυλί, λόγω της ροπής της προς τον ανθρωπισμό. Δανεικός είναι. Έξω από το σούπερ μάρκετ είχε προσέξει ένα ζητιάνο που το κουβαλούσε μαζί του. Επαίτης με ατραξιόν, όχι κακή ιδέα. Δεν υπάρχει τίποτα πιο κοινότοπο από την σκέτη ανθρώπινη δυστυχία, σκέφτηκε όταν του το πρωτοείπε, πώς να συμπονέσεις κάποιον που σου μοιάζει;  Με σκυλί, λοιπόν, κι όχι κανένα ημίαιμο, ράτσας πομεράνιαν. Η Άννα του διηγήθηκε πως άρχισε να το χαϊδεύει το σκυλί που της έκανε όλο χαρές και ότι μετά ξαναμπήκε στο σούπερ μάρκετ και ψώνισε για τον Μίρο από την Βουλγαρία. Ά, έχει κι αυτός ράτσα, μπράβο, Άννα, έχεις γίνει καλή στο να τις ξεχωρίζεις, της είπε και γέλασε μόνος του. Του πήρε σκυλοτροφές και διάφορα τρόφιμα, ζούσε σε ένα διαμέρισμα χωρίς φως και νερό, «το φαντάζεσαι», τον ρώτησε, οπότε αναγκάστηκε να μην του πάρει τίποτα που χρειάζεται ψύξη ή μαγείρεμα, ούτε κρέας δεν του πήρε, ούτε καν μακαρόνια, «το φαντάζεσαι».
Τις επόμενες μέρες ήταν ανήσυχη, τι θα γινόταν αυτό το σκυλί έλεγε και ξανάλεγε, μέχρι που πήρε το αυτοκίνητο και πήγε μόνη της στο σούπερ μάρκετ να τους βρει. Όταν γύρισε δεν ήταν μόνη, «ο Ιβάν θα μείνει για λίγο μαζί μας», ανακοίνωσε στα παιδιά, άλλο που δεν ήθελαν. «Τι ωραίο, Άννα, καρδιά σκύλου σε σώμα γάτας, ένα άσπρο φουντωτό εξάμβλωμα» της είπε. Ήθελε να το κλωτσήσει από την πρώτη στιγμή, αλλά είχε εκπαιδευτεί από νωρίς στην ζωή του να καταπίνει τις κλωτσιές του. «Έλα, βρε Γιώργο». Δεν τον ρώτησε πριν τον φέρει. Όχι, δεν τον αγνοούσε, κάθε άλλο, ήταν μια από τις αναγκαίες συνθήκες να τον απασχολεί με όσο το δυνατόν λιγότερα πράγματα. Δεν τον ένοιαζε τι φαγητό θα μαγείρευε η κοπέλα, ούτε αν έπρεπε να αλλάξουν τραπεζαρία, δεν έβρισκε υπερβολικό τα παιδιά να κάνουν τόσα ιδιαίτερα, ούτε τον ενδιέφερε που το σύστημα ποτίσματος απορυθμιζόταν. Ήταν το μεγάλο ευτύχημα στη σχέση τους ότι της άρεσε να παίρνει αποφάσεις για όλα όσα ο ίδιος αδιαφορούσε.
Θα φιλοξενούσαν τον σκύλο μέχρι ο Μίρο να τελείωνε την δουλειά που του βρήκε, να βάψει σπίτια φίλων στην περιοχή. Τα λεφτά που θα κέρδιζε θα του έφταναν να βγάλει καινούργια χαρτιά και να περάσει απέναντι στην Ιταλία, όπου θα έβρισκε πιο εύκολα δουλειά. Όλα τα είχε σκεφτεί η Άννα, όλα. Ήξερε να δίνει στους ανθρώπους ακόμα κι εκείνο που ούτε οι ίδιοι δεν ήξεραν ότι επιθυμούσαν. Όλη την ημέρα δούλευε και το βράδυ ερχόταν για να δει το σκυλί του, στον κήπο πάντα. 
(συνεχίζεται)

Όλγα Αικατερίνη Φουντέα

για να διαβάσεις το δεύτερο μέρος πάτησε εδώ.