Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2015

Κουβάδες με πέτρες

Cecilia Paredes

Η Ελένη έχει κοφτά χέρια και κοφτά μάτια. Τις λέξεις δεν τις λέει με την σωστή τους σειρά, ό, τι κατάλαβες, κατάλαβες. Καμιά φορά, απροειδοποίητα, τις βάζει στη σειρά. Υποκείμενο, ρήμα, αντικείμενο, μέχρι κι επιρρήματα για μεταβάσεις. Η μία λέξη ακουμπάει την άλλη, δίπλα δίπλα, σαν κουταλάκια στο συρτάρι, μέχρι που το τραβάει με δύναμη έξω και το αδειάζει στο πάτωμα. Τις λέξεις δεν μπορείς να τις πλύνεις όπως τα κουτάλια.
Της πέφτουν τα νύχια. Την βλέπω να τα χτυπάει ρυθμικά στο τραπέζι. Της έχουν τελειώσει τα τσιγάρα, πάντα έχει ένα πακέτο κάπου κρυμμένο στην βιβλιοθήκη, πίσω από ένα βιβλίο, δεν θυμάται ποιο, πρέπει να τα ξαναδιαβάσει όλα από την αρχή. 
Της πέφτουν τα νύχια και κάτω από κάθε νύχι κρύβεται ένα άλλο, βαμμένο στο ίδιο χρώμα, σαν πέταλα. Κι αν ξεμείνει από τσιγάρα, δεν θα ξεμείνει από νύχια. Τα μαζεύω ένα ένα, σε ένα πλαστικό, διαφανές σακουλάκι. Αυτή είναι η δουλειά μου. Συλλέκτης των νυχιών της. Είναι πιο δύσκολο από ό, τι ακούγεται. Δεν μπορείς να φανταστείς που τα αφήνει. Σηκώνω μαξιλάρια, μετακινώ έπιπλα, τινάζω τα ρούχα της, μην μου ξεφύγει κανένα. Θέλει να πλύνει τα πιάτα.
Μα αφού δεν έφαγες τίποτα σήμερα, Ελένη.
 Έγραψα.
Πού; Πάνω στα πιάτα; 
Ναι, πάνω στα πιάτα.
Πρέπει να μαζέψω τα νύχια και να προστατεύσω τα πιάτα. Είναι γρήγορη, δεν την προλαβαίνεις. Θα ξαμολήσω τους ιπτάμενους σκίουρους από το κλουβί. Πάντα τσακώνεται με τους σκίουρους. 
Μου σκάβουν τις γλάστρες, οι βρωμοσκίουροι.
Ελένη, δεν έχεις γλάστρες.
Πως δεν έχω, δεν τις βλέπεις στην βεράντα;
Αυτοί είναι κουβάδες, κουβάδες με πέτρες.


Όταν η Ελένη δεν έχει τι να πει, τυλίγεται στην μάλλινη εσάρπα της. Κι έχει μια κίνηση σαν στο σώμα της να συνδυάζει ταύρο και ταυρομάχο, σαν να τυλίγει και να τυλίγεται, να εξαπατά και να εξαπατάται. Η εσάρπα δεν είναι ποτέ κόκκινη. Έχει το χρώμα ελιάς, το χρώμα της πράσινης ελιάς, με αυτές τρέφεται η Ελένη. Τις της πηγαίνουμε με τους τενεκέδες. 
«Εδώ Τενεκεδούπολη! Εδώ Τενεκεδούπολη!» φωνάζει και μετά κάνει ήχους σαν Ινδιάνα με το χέρι να χτυπάει το στόμα της.
Τρέχω από πίσω να της βγάλω ένα νύχι από την πλάτη, όλο ξύνεται, το σακουλάκι έχει σχεδόν γεμίσει. Κοντά στον ώμο έχει ένα σημάδι, μοιάζει με νούφαρο ή με αχινό, δεν είμαι σίγουρη. Πάει στο ψυγείο και παίρνει την καρτέλα με τα αυγά. Ένα ένα τα βάζει μέσα σε κάλτσες. 
Τι περιμένεις, Ελένη; Να ζεσταθούν και να βγούνε κοτόπουλα;
Μην είσαι χαζή. Τα αυγά δεν κάνουν κοτόπουλα. Έχουν κουκούτσι μέσα.
Και τα κοτόπουλα από πού βγαίνουν τότε;
Από τις κότες, βέβαια. Δεν έχεις δει κότα να γεννάει;
Η αλήθεια είναι πως δεν είχα δει, οπότε τι να της απαντήσω; Μου δίνει ένα ζευγάρι κάλτσες με τα αυγά τους μέσα. «Είναι για να πολεμήσουμε τους σκίουρους» μου λέει. Τους σημαδεύεις στο κεφάλι και τους εκσφενδονίζεις την κάλτσα. Αυτό είναι το σχέδιό της. «Διαφορετικά, θα μεγαλώσουν και θα γίνουν νυχτερίδες. Κι εγώ πως θα κοιμάμαι με τις νυχτερίδες πάνω από το κεφάλι μου, μου λες; Ελπίζω να είσαι καλή στο σημάδι». Μου πέφτει η μια κάλτσα από το χέρι, το αυγό σπάει, η Ελένη την ψαχουλεύει για να βρει το κουκούτσι. Δεν βρίσκει τίποτα εκτός από τσόφλια. Τρέχει στο μπαλκόνι. Σηκώνει τους κουβάδες κι ετοιμάζεται να τους πετάξει κάτω στο δρόμο.
Ελένη, τι κάνεις εκεί;
Πρέπει να ξεφορτωθώ τα αυγά. Είναι δηλητηριώδη.
Δεν είναι αυγά αυτά στους κουβάδες, είναι πέτρες. Κουβάδες με πέτρες.
Δεν με ακούει. Θα έχουμε θύματα, σκέφτομαι. Ούτε ιπτάμενοι σκίουροι, ούτε νυχτερίδες, ούτε καν ο Batman θα μας σώσει. Η Ελένη αδειάζει τον πρώτο κουβά. Με τα κοφτά της χέρια και τα κοφτά της μάτια θρυμματίζει τις πέτρες στον αέρα σαν να ψαλιδίζει ένα θάμνο. Από κάτω, οι περαστικοί νιώθουν απλώς μια βροχή από σκόνη.
Είναι κουρασμένη και θέλει να κοιμηθεί. Όταν κοιμάται, δεν της πέφτουν τα νύχια, αλλά τρίζει τα δόντια της. Καμιά φορά ξυπνάει απότομα και φωνάζει: «Πέτρες με κουβάδες». Μια φορά και ξανακοιμάται. Δεν την διορθώνω ποτέ.

Όλγα Αικατερίνη Φουντέα

photo:Eua Mpoumpalou