Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2015

Η Αυγή των Εξαρχείων


Σήμερα θα σας μιλήσω για έναν σπουδαίο άνθρωπο που συνάντησα στα μακρινά ταξίδια μου στο Θιβέτ, τότε που για μήνες έτρωγα αποξηραμένα δαμάσκηνα και έπινα μικρά κομμάτια πάγου. Θα σας μιλήσω γι’ αυτόν τον δυσεύρετο τύπο ανθρώπου, ο οποίος κουρνιάζει στην άκρια κάθε παιδικής σας φαντασίωσης αλλά το κόστος του μονοπατιού του σας κάνει να επιφυλάσσεστε και να μένετε πολύ πολύ πολύ μακριά του. Σήμερα θα σας μιλήσω για την Αυγή που έσκαψε ένα τούνελ στο δωμάτιό της και βρέθηκε νύχτα Φλεβάρη, στην πλατεία των Εξαρχείων μαζί με άλλα φαντάσματα να τρώει γκοφρέτες και πατατάκια -που βούτηξε-από ένα μακρινό και αραχνιασμένο περίπτερο της Πατησίων. Αν και ταπεινή, θα παρακαλούσα να μην μιλάτε, αναπνέετε ή βήχετε (το καλύτερο θα ήταν να μου αδειάζατε τη γωνιά αλλά από μικρή στα δύσκολα έμαθα να σας ανέχομαι έστω οπτικά).
Φλεβάρης 1997
Η Αυγή σπουδάζει κάτι πολύ δύσκολο, κάτι σαν το Θεό, Γενετική. Αυτό κι αν είναι ανωμαλία!
- Ποιος τη κοιλιά μου κυβερνά; αναρωτιέται η Αυγή ξαπλωμένη στο κρεβάτι της. Ποιος προκαλεί μικρές ανατριχίλες γύρω από τον ομφαλό μου;
Ρωτάει πολλές φορές τον εαυτό της. Αυτός όμως κοιμάται και δεν απαντά, δεν απαντά.
- Άντε γαμήσου εαυτέ, λέει η Αυγή κάποια στιγμή και γυρίζει πλευρό.
Το γραφείο της είναι γεμάτο αίματα. Καρδιές, συκώτια, νεφρά, παθήσεις του μυαλού και αφροδίσια ζητάνε να τα καταπιεί και να τα πει φαρσί την άλλη μέρα στο συμφοιτητή της και φίλο της Θωμά ο οποίος πρόσφατα ανακάλυψε το αιδοίο και απόψε έχει πέσει με τα μούτρα στην αποστήθιση του. Δώστα όλα Θωμά, σκέφτεται η Αυγή, η γνώση δύσκολα κατακτιέται.
- Και που πάνε τέτοια ώρα και με τέτοιο καιρό; σκέφτεται η Αυγή και καρφώνει το βλέμμα της σε ένα κεσεδάκι με γιαούρτι ακουμπισμένο στο πάτωμα. Ένα μικρό κουτάλι κείτεται νωχελικό και αραχτό, μέσα στο γιαούρτι, γυαλίζοντας.
Η Αυγή σκέφτεται να χρησιμοποιήσει αυτό το μικρό κουτάλι και να σκάψει. Αλλά που και για πού να σκάψει; Στον τοίχο; Θα την βγάλει στο σαλόνι της Τζούνι, της κουβανέζας που δεν σταματάει να μιλάει και να προσπαθεί να σε μάθει ρούμπα. Να σκάψει στο ταβάνι; Θα βγει στην κρεβατοκάμαρα του καθηγητή και της νοσοκόμας γυναίκας του, τίποτα το σπουδαίο δεν συμβαίνει εκεί εδώ και χρόνια. Να σκάψει μέσα της; Μπα, δεν έχουμε χρόνο τώρα για μεγάλες αλήθειες, ούτε και διάθεση. Αρχίζει να σκάβει το πάτωμα.
Σκάβει, σκάβει, σκάβει …
Κάποια στιγμή σηκώνει το κεφάλι και στην χαρτοπαικτική λέσχη γίνεται χαμός και σαματάς.
Σκάβει, σκάβει, σκάβει…
Κάποια στιγμή σηκώνει το κεφάλι και χιλιάδες αστακοί πιασμένοι χέρι χέρι κάπου πάνε.
Ξανά: σκάβει, σκάβει και όταν σηκώνει το κεφάλι είναι νύχτα, χιονίζει ελαφρώς και μια όμορφη πλατεία είναι γεμάτη χάρτινους ανεμόμυλους. Τι ωραία κίνηση που έχουν οι χάρτινοι ανεμόμυλοι, σκέφτεται η Αυγή και αφήνει το κουτάλι.
Στο παγκάκι ένα αγόρι έχει ντυθεί λύπη και τα πόδια του είναι γυμνά.
- Ε, αγόρι πως σε λένε; το ρωτάει η Αυγή.
- Δεν σκότωσα κανέναν της απαντάει αυτός. Είμαι ένας παλιάνθρωπος που μόνο αγαπώ.
Και κλαίει το αγόρι και η Αυγή βγάζει από την τσέπη της μια κιθάρα και του τη χαρίζει.
Δίπλα στο δέντρο ένας ηλικιωμένος άντρας στρίβει τσιγάρο.
- Πως σας λένε τον ρωτάει η Αυγή.
- Μη σταματάς να τρέχεις, της απαντά αυτός. Μη σταματάς να καθαρίζεις την αυλή.
Η Αυγή βγάζει έναν αναπτήρα από την τσέπη του και του τον χαρίζει.
Ο ήχος από το ρούφηγμα μιας πορτοκαλάδας την κάνει να γυρίσει το κεφάλι της.
Ένα κορίτσι έχει το καλαμάκι στα δόντια του.
- Πως σε λένε, ρωτάει η Αυγή.
- Έλα, βοήθα με, να τεντώσουμε τα σύρματα.
Η Αυγή ανεβαίνει σε ένα σκαλοπάτι τεντώνει το σύρμα και το δένει στη νεραντζιά.
Μετά είναι νύχτα και Φλεβάρης. Κάθεται στο πεζοδρόμιο και τρώει πατατάκια και γκοφρέτες, οι χάρτινοι ανεμόμυλοι ακίνητοι.
Αν δεν απλώσω τα χέρια, φταίνε τα χέρια ή εγώ, σκέφτεται η Αυγή.
Μετά ένα τεράστιο σιδερένιο σκαθάρι απλώνει της κεραίες του, την αγγίζει και την καταπίνει. Πάει η Αυγή.
Κάποιοι πήραν το όνομά της και το κόλλησαν σε διάφορα χαρτιά (οι γονείς της ακόμα και σήμερα κάνουν τεράστιες δικαστικές μάχες για τα πνευματικά δικαιώματα)
Κάποιοι την ζωγράφισαν σε έναν τοίχο της πλατείας.
Εκείνη γύρισε πίσω μπουσουλώντας, ξάπλωσε στο κρεβάτι και το επόμενο πρωί την ξύπνησε ο Θωμάς να διαβάσουνε. (σημείωση: Εκείνο το πρωί ο Θωμάς δεν είχε πια σπυριά και η Αυγή ήταν γεμάτη γρατζουνιές που της άφησαν σημάδια για πάντα).

Αυγή Βυθούλκα, 7/2/2015