Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου 2015

Ψίχουλα

George Petty

Είχε πει ένα σωρό μαλακίες στον μπάρμαν. Ήταν σκνίπα. Μια εξουθενωμένη περηφάνια στεκόταν στο χείλος του ποτηριού. Το ουίσκι είχε τελειώσει και ο μπάρμαν έχοντας κάνει τη δουλειά του, ποτίσει τον κροκόδειλο, άρχισε να έχει φιλάνθρωπες συμπεριφορές. Φίλε, θες ένα καφέ; Αι γαμήσου, σκέφτηκε ο Φάνης και έψαξε το μπουφάν του. Ο κόσμος γύριζε. Καλά αυτό έχει αποδειχτεί εδώ και χρόνια σκέφτηκε, πάμε να κατουρήσουμε κορμί. Η μουσική άρχισε να μακραίνει και η μοναξιά του καμπινέ τον ερέθισε τρομακτικά. Στήθηκε μπροστά από την τρύπα με αναμμένα τα φώτα και άφησε τα κάτουρά του να κάψουν την φτηνή πορσελάνη. Οι ορμόνες, του έγλυψαν το στομάχι και είδε την ηδονή στο πλακάκι του τοίχου που ακουμπούσε το χέρι του. Βάσω, φώναξε. Βάσω, στο στόμα σου ζει η μήτρα μου. Οι πίπες της Βάσως έκαναν παρέλαση δευτερολέπτων.
Όλες μαζί. Οι όρθιες, οι ξαπλωτές, οι προγραμματισμένες και οι απρόσμενες σε τηλεφωνικούς θαλάμους, ασανσέρ, σινεμάδες και γωνιακά τραπέζια νυχτερινών μαγαζιών υπό τον ήχο μπουζουκιών και λαϊκών αηδών. Όλα η Βάσω τα προστάτευε, σκέφτηκε, όλα με υπομονή και αμεσότητα τα αντιμετώπιζε. Σε όλα πρόσθετε μια δεκτικότητα , μια σκλαβιά που μόνο αρχόντισσα μπορεί να υιοθετήσει. Μια μέρα την βρήκε γονατισμένη μπροστά στον Αλέκο να μαζεύει τα ψίχουλά του και σκέφτηκε ότι ο τάφος της Βάσως χωράει πολλούς και μετά θλίψης του διαπίστωσε ότι ήθελε να ζήσει.

Αυγή Βυθούλκα, 9/2/2015