Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2015

Μούμια (μέρος δεύτερο)


για να διαβάσεις το πρώτο μέρος πάτησε εδώ

Δεν τον έβαλαν ποτέ μέσα, εκεί πάτησε πόδι, της είπε ότι ανέχτηκε το σκυλί αλλά δεν θα του φέρει κι άλλους ξένους στο σπίτι. Δεν είχε καταλάβει ακόμα τι τον ενοχλούσε τόσο πολύ στην παρουσία του τετράποδου. Είχαν σκεφτεί πολλές φορές στο παρελθόν να πάρουν λυκόσκυλο, αλλά αυτά ήταν φύλακες, ενώ ο Ιβάν ήθελε να είναι συνέχεια μέσα στο σπίτι, να έχει επαφή μαζί τους, να παίζει, να κοιμάται πάνω τους. Άλλο ένα παιδί σκέφτηκε, δεν είχαν τελειώσει με αυτά; Η σκέψη τον αηδίασε. Το μόνο που τον ανακούφιζε είναι ότι ο Μίρο σε λίγο θα τελείωνε με τα βαψίματα και θα τον έπαιρνε οριστικά μαζί του.
Όταν η Άννα ήθελε να του ανακοινώσει κάτι σοβαρό καθόταν στα ψηλά  διακοσμητικά σκαμπό της κουζίνας κι έγραφε λίστες. Δεν είχε κοιτάξει ποτέ τις λίστες της αλλά από μακριά του φαινόταν ότι απλώς έγραφε ξανά και ξανά την ίδια λέξη με αύξοντα αριθμό. Δεν μπορούμε να αφήσουμε τον Ιβάν να φύγει, του είπε, χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει. Είναι δύσκολο το ταξίδι μέχρι την Ιταλία, ποιος ξέρει σε τι πλοίο θα μπει, πόσες μέρες θα διαρκέσει, είναι ντελικάτο σκυλί, απορίας άξιο πως άντεξε τόσο καιρό στο δρόμο. «Απορίας άξιο» της άρεσε αυτή η έκφραση. Εκείνου πάλι όχι.
Τα παιδιά τον έχουν συνηθίσει, συνέχισε. Κι έπειτα πως βρέθηκε ένα σκυλί ράτσας με ένα Βούλγαρο, Γιώργο; Κάθισα και το σκέφτηκα, είναι πολύ πιθανό να τον έκλεψε από κάπου, είναι πιθανό μια οικογένεια κάπου να ψάχνει τον Ιβάν. Κι αν το έκλεψε τώρα πια δεν είναι δικός του; την ρώτησε. Σοβαρέψου, Γιώργο. Δεν γίνεται να πάρει τον Ιβάν μαζί του. Το καταλαβαίνεις ελπίζω. Σε παρακαλώ, πρέπει να του το ανακοινώσεις. Του έδειξε ένα φάκελο με λεφτά και του είπε ότι θα περνούσε κατά τις 8 να τα πάρει. Να προσπαθούσε να του το πει όσο πιο ανώδυνα γινόταν. Τα παιδιά θα κοιμόντουσαν σε φίλους τους απόψε, το είχε φροντίσει σε περίπτωση που γινόταν κάποια φασαρία. 
Η Άννα τότε άνοιξε το ψυγείο μηχανικά χωρίς να πάρει κάτι να φάει, ίσως μόνο για να αισθανθεί την ψύξη, την διαφορά της θερμοκρασίας της συντήρησης από το σώμα της. Έκλεισε την πόρτα και πήγε να κάνει μπάνιο. Δεν γινόταν να αρνηθεί, ήταν από τις ελάχιστες φορές που του είχε ζητήσει να κάνει οτιδήποτε. Δεν μπορούσε να αφήσει την γυναίκα του να τα βγάλει πέρα με έναν ξένο.  Έψαξε πάλι για το στηθοσκόπιο γύρω από το λαιμό του, ξανά υπενθύμιση, δεν έγινε καρδιολόγος όπως ο πατέρας του, γιατί δεν κράτησε τουλάχιστον το στηθοσκόπιο του; γιατί κράτησε μόνο τον καθρέφτη στον οποίο δεν αντέχει καν να κοιταχτεί; Γιατί δεν έγινε γιατρός; Γιατί τα πολλά χρήματα πια δεν τα βγάζουν οι γιατροί, πέρασε η εποχή του δέους προς την άσπρη ποδιά και την ιατρική μάσκα. Τα πολλά χρήματα τα βγάζουν όσοι ασχολούνται με τα χρήματα. Πώς να το εξηγήσει αυτό σε κάποιον άσχετο; 
«Φαντάσου ένα τούνελ που καταλήγει σε έναν τοίχο και εσένα στημένο στον τοίχο αυτό, καταπάνω σου έρχεται ένα τρένο, ναι, η καρδιά σου είναι σαν να χτυπάει σε μεγάφωνο, τώρα αφαίρεσε το τραίνο, αφαίρεσε και το τούνελ αλλά εσύ δεν τρέμεις λιγότερο. Δεν καταλαβαίνεις; Υποθετικό χρήμα, απροσδιόριστοι φόβοι, αόριστες στύσεις. Εσένα πόσες τρύπες έχει η γυναίκα σου; Πόσες τρύπες έχεις εσύ;» 
Άνοιξε τον φάκελο που είχε αφήσει στο τραπέζι της κουζίνας και μέτρησε τα χρήματα. «Απορίας άξιο» ψιθύρισε. Κοίταξε τον Ιβάν που δεν είχε καταλάβει τίποτα και του τριβόταν στο πόδι. Κωλόσκυλο, ξεστόμισε.
Όπως αναμενόταν ο Μίρο έγινε έξαλλος, θέλω το σκυλί μου πίσω, δώστε μου το σκυλί μου πίσω, φώναζε κι άρχισε να τον σπρώχνει. Δεν τον άφησε καν να επιχειρηματολογήσει, να του προτείνει κάτι. Τι; Λεφτά, περισσότερα λεφτά. Του πέταξε ακόμα και την αμοιβή του στα μούτρα και συνέχισε να τον σπρώχνει, φωνάζοντας Ιβαν, Ιβάν. Μέχρι που επενέβησαν οι άνδρες της ασφάλειας από το απέναντι σπίτι που έμενε ένας πολιτικός - τα πλεονεκτήματα του να μένεις στα προάστια - τον ακινητοποίησαν και κάλεσαν την αστυνομία. 
Ο Μίρο άρχισε να κλαίει και θα περίμενε κανείς να συνεχίσει να φωνάζει το σκύλο του. Δεν φώναξε, όμως, άλλο, μόνο κοιτούσε τα παπούτσια του που ήταν γεμάτα μπογιά, όσο οι άνδρες της ασφάλειας μάζευαν τα λεφτά από το δρόμο και του τα έβαζαν στην τσέπη που είχε η μπλούζα του. Σε λίγο έφτασε η αστυνομία και τον πήρε. Έδωσαν μια σύντομη κατάθεση και δεν τον ξαναείδαν. Θα το κανόνιζε όλα ο γείτονας πολιτικός.
Τις επόμενες μέρες ο Ιβάν άρχισε να γίνεται όλο και πιο ανήσυχος. Κατουρούσε παντού κι έριχνε συνέχεια πράγματα κάτω. Δεν άκουγε κανέναν, την παραμικρή παρατήρηση να του έκαναν, άρχιζε να γρυλίζει. Στο τέλος αναγκάστηκαν να τον κλειδώσουν στο υπόγειο. Τα αγόρια ρωτούσαν τι μπορεί να έπαθε ο Ιβάν και τους φέρεται σαν να είναι ξένοι μέχρι που η Άννα τους είπε ότι συμβαίνει αυτό καμία φορά, ακόμα και τα ζώα τρελαίνονται. Όταν ακούστηκε ήχος σπασίματος από το υπόγειο, του είπε να πάει να δει τι κάνει το σκυλί, δεν τον αποκαλούσε πια με το όνομά του.
Άρχισε να μαζεύει τα θρύψαλα του καθρέφτη μέχρι που ξεπρόβαλε ο υπαίτιος. Ο Ιβαν είχε κάνει αυτό που ο ίδιος όχι μόνο δεν τολμούσε, αλλά ούτε καν φανταζόταν ότι ήθελε. Μόνο τώρα που τον βλέπει χίλια κομμάτια καταλαβαίνει. Δεν είναι πως τίποτα δεν μας σώζει από το παρελθόν, έτσι νόμιζε τόσο καιρό, ότι έτρεχε να γλιτώσει από τις αναμνήσεις κι από το είδωλό του. Όχι, το πρόβλημα είναι ότι εμείς δεν μπορούμε με τίποτα να το διασώσουμε. Ούτε το παρελθόν ούτε το είδωλό μας. Θραύσματα μόνο. Θρύμματα των θρυμμάτων. Μνήμες των μνημάτων. 
Πότε σταμάτησες να κοιτάζεσαι στον καθρέφτη; Όταν πέθανε ο πατέρας μου. Πότε πέθανε ο πατέρας σου; Όταν ήμουν 13 χρονών. Πως πέθανε; Σε ματς Ολυμπιακός – ΑΕΚ, μας πήραν τηλέφωνο γιατί βρήκαν την κάρτα του μέσα στο σακάκι του, νόμιζαν ότι ήταν ο γιατρός του, ένας καρδιολόγος που πέθανε από την καρδιά του, όχι, δεν ήταν Ολυμπιακός ούτε ΑΕΚ, δεν με είχε πάει ούτε μια φορά στο γήπεδο, δεν μάθαμε ποτέ τι έκανε εκείνη την μέρα στο ματς, είχε μια κρυφή ζωή, μια άλλη γυναίκα, ήθελε να κρατήσει κάτι για τον εαυτό του; Ποιος ήταν ο πατέρας σου; Ένας ξένος. Εσύ ποιος είσαι;  
Γονατίζει και για ελάχιστα δευτερόλεπτα ανέχεται να δει το είδωλό του καθρεφτισμένο και πολλαπλασιασμένο στα θρύψαλα. Ο Ιβάν τον πλησιάζει και για πρώτη φορά τον χαϊδεύει. Καλό σκυλί, του λέει. Καλό σκυλί. 
Εκείνη την στιγμή το αποφασίζει. Ο Ιβάν δεν πρόκειται να μείνει λεπτό παραπάνω σε αυτό το σπίτι. Τον αρπάζει και τον βάζει στο πίσω κάθισμα. Λέει στην Άννα τι έγινε με τον καθρέφτη και παριστάνει τον συντετριμμένο. Εντάξει, του λέει, καταλαβαίνω, πρέπει να βρούμε κάπου να τον δώσουμε. Το έχω κανονίσει της απαντάει, δεν του κάνει άλλες ερωτήσεις. Μπαίνει στο οικογενειακό τζιπ και το βάζει μπρος. Ξέρει ακριβώς που πηγαίνει. Δεν έχει κίνηση, δεν του παίρνει πάνω από μισή ώρα να φτάσει στο πατρικό του στο κέντρο της πόλης. Ούτε θυμάται πόσα χρόνια το έχουν πουλήσει. Κατεβαίνει από το αυτοκίνητο και ανοίγει την πίσω πόρτα. Ορίστε, Ιβάν, φτάσαμε. Το σπίτι είναι σκοτεινό σχεδόν λες και δεν κατοικείται. Απέξω υπάρχουν πολλές κούτες μετακόμισης. Τους ρίχνει μια ματιά.  Εντοπίζει μια με χριστουγεννιάτικα στολίδια, ανάμεσά τους μια άσπρη κουκουβάγια. Αυτή θα την πάρει πίσω μαζί του. Τον Ιβάν όχι.
Όταν επιστρέφει στο σπίτι, η Άννα με τα παιδιά στολίζουν το δένδρο.  Οι μπάλες είναι όλες διαφανείς κρυστάλλινες, δεν υπάρχει κίνδυνος να καθρεφτιστεί πάνω τους. Τον περιμένουν για να βάλει το άστρο στην κορυφή. Έφερα κάτι καλύτερο τους λέει και τους δείχνει την άσπρη κουκουβάγια. Ανεβαίνει στο ξύλινο σκαλί και την καρφιτσώνει ψηλά. Θέλει να την χαϊδέψει λίγο αλλά διστάζει. Παραπατάει και παραλίγο να πέσει. Ένα αυτοσχέδιο ικρίωμα, σκέφτεται. Ο μικρός του γιος κοιτάζει το σκωπτικό πτηνό και τον ρωτάει όλος απορία, μπαμπά, ποια η διαφορά ανάμεσα στην ψεύτικη κουκουβάγια και σε μια ταριχευμένη; Δυσκολεύεται λίγο να πει το «ταριχευμένη». Χωρίς να το σκεφτεί ιδιαίτερα του λέει ότι δεν έχουν και μεγάλη διαφορά. Απλώς η δεύτερη έχει την ιδιαιτερότητα να πιστεύει ότι κάποτε υπήρξε ζωντανή.

Όλγα Αικατερίνη Φουντέα