Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

τελευταίος σταθμός




Αντί για το απαλό κεχριμπαρένιο χρώμα του μελιού, είχε μια βυσσινή απόχρωση. Σαν κάποιο περίεργο λουλούδι να τις είχε βυζάξει, και όσο περνούσαν οι μέρες το χρώμα γινόταν όλο και πιο κόκκινο.
Κάθε ξημέρωμα προσπερνούσαν τα περιβόλια με τα φρούτα και τα λαχανικά και χωνόντουσαν στις αποθήκες και στους κάδους απορριμμάτων. Τρέφονταν με φθηνές χρωστικές ουσίες αδιαφορώντας για το κακό που έκανα στον εαυτό τους αλλά και στην ίδια την κυψέλη.
Καθισμένο πάνω στο σύρμα με τα λεπτά δρεπανοειδή φτερά του, έτοιμο να επωφεληθεί από το παραμικρό τους λάθος. Στη ζωή του δεν έκανε φίλους παρά μόνο εχθρούς. Όσο βαδίζει στον ήλιο παρακολουθείται από την σκιά του, το μίσος του είχε το δικό του θάρρος και η δειλία το δικό της θράσος.
Ο καλός φίλος και η σκιά εμφανίζονται μόνο όταν ήλιος λάμπει και σαν άγγελος μας σηκώνει ψηλά στον ουρανό, όταν τα δικά μας φτερά ξεχνούν πως πετάνε. Να περνάς τον καιρό σου μόνο με εκείνους που σε κάνουν καλύτερο, να αφήσεις να σε πλησιάζουν μόνο εκείνοι, τους οποίους εσύ ο ίδιος μπορείς να τους κάνεις καλύτερους.
Σαν τις σάπιες σταφίδες ήρθαν και έκατσαν δίπλα του και άλλα αρπαχτικά έτοιμα να καταστρέψουν και να φέρουν τη δυστυχία. Στην ουσία κανείς δεν ήθελε πόλεμο αλλά πολλοί ήθελαν το μίσος, με πάθος, για να γεμίσουν την άδεια τους ζωή.
Κάποτε ήταν όλοι τους φίλοι μα έφτασε η στιγμή που οι ψεύτικοι ηγέτες και οι κίτρινες ψυχές του μίσους δεν χωρούσαν πια. Όταν πεθάνεις δεν ανασταίνεσαι, μα και να αναστηθείς παραμένεις ανάπηρος. 
Τώρα πια οι μέλισσες παρασυρμένες σε ανθυγιεινά φαγοπότια ιδεών και πρακτικών ζητούν να σωθεί η κυψέλη τους, πρέπει όμως όλες μαζί να κινηθούν στην αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που πηγαίνανε, σαν σμήνος ξανά. Αν δεις ένα φίλο χωρίς χαμόγελο, να του δώσεις ένα από τα δικά σου, εξάλλου κάτω από τις ανθισμένες κερασιές δεν υπάρχουν ξένοι.


Π. Πόντικας.
αφιερωμένο στην Ειρήνη