Δευτέρα, 16 Μαΐου 2011



Τις κυματάρες του ωκεανού έχυνε, έβαζα πλύση τα σεντόνια  και το νυχτικό μου κάθε μέρα, οι Κορθιανές πεσκίρια της κουζίνας και ποδιές απλώνανε και μαραζώνανε, κι αυτό το είχε ξανακούσει η Όρσα, η Μούραινα είχε οίστρο και αρκετό ακροατήριο, μέσα καταχτυπούσανε τα φλυτζανάκια, τα πιατελάκια και τα νεροπότηρα, δε θα ψάξω εδώ για τη μάνα αποφάσισε, προσπέρασε το κίτρινο διώροφο και τράβηξε για το βεραμάν της φιλόλογου, πολλά τα διώροφα στην πόλη, όλοι είχαν ένα μπαλκονάκι που έβλεπε στο πέλαγος κι όλοι κάθονταν στο άλλο, το τυφλό, που έβλεπε τους απέναντι ή ένα ντουβάρι μα ήταν προφυλαγμένο απο το βοριά. Οι άνθρωποι θέλοντας και μη έβλεπαν καθημερινά τη θάλασσα, και η Όρσα πίστευε πως ο απλωτός ορίζοντας, ο άνευ τέλους ορίζων, όπως είχε γράψει σε μια έκθεση μαθήτρια της τρίτης γυμνασίου, η θάλασσα που τα νερά της τρέχουν αλλού, οπουδήποτε, και παίρνουν μαζί τους σκέψεις, τοπία, φωνές, κάνουν τους ναυτικούς και τους νησιώτες να μη νιώθουν ποτέ παγιδευμένοι.
-Ρέει το μπλε κι εμείς μαζί του ...



Ιωάννα Καρυστιάνη
Μικρά Αγγλία
Εκδόσεις Καστανιώτη