Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2016

Με αφορμή το "el hombre solo - Διάφανα Κρίνα"

Arline Wagner


Τώρα τι να σου πω; Είναι άραγε τυχαίο που οι μνήμες με επιστρέφουν στο 2005;
Θα μπορούσε να είναι το τραγούδι της τότε ζωής μου, όταν δε με κρατούσε τίποτα στο σπίτι, ειδικά τις ξάγρυπνες νύχτες... Έβγαινα κάθε βράδυ μέσα στο σκοτάδι και περιπλανιόμουν στους δρόμους, στον Πειραιά, στη Νέα Σμύρνη, στη Μαβίλης, στο κέντρο, στο Γκάζι, αναζητώντας μην ξέροντας ούτε κι εγώ τι ήταν αυτό που έψαχνα ακριβώς... ίσως και τίποτα συγκεκριμένο... απλά αγαπούσα τόσο πολύ τη νύχτα (κι εξακολουθώ να την αγαπώ) που ήθελα να βρίσκομαι συνέχεια στην αγκαλιά της... σε βαθμό εξάρτησης... η νύχτα ήταν η ντρόγκα μου κι εγώ η εθισμένη ερωμένη της.
Της μιλούσα σιωπηλά και συνωμοτικά για όλα εκείνα που δεν τολμούσα να πω στη μέρα κι εκείνη μου αποκάλυπτε τα μυστικά της. 
Δεν έμενα πολύ στα μπαρ, μόνο όσο χρειαζόταν για να καταναλώσω ένα ή περισσότερα ποτά, ανάλογα με τα ευρώ που κουβαλούσα στην τσέπη μου και ήθελα να ξεφορτωθώ καθώς με βάραιναν και με έγερναν στη γη... το «μεθύστε» ήταν για μένα ορόσημο, είχα πάντα μαζί μου αντίγραφα, τα οποία μοίραζα σε πότες ή μη.
Αντλούσα ηδονή περπατώντας στους φωτεινούς ή σκοτεινούς ή ημιφώτιστους δρόμους, ρουφώντας με απληστία το μεδούλι της νυχτερινής Αθήνας προσπαθώντας να το αιχμαλωτίσω, να το φυλακίσω, να το κρατήσω για πάντα βαθιά στα σωθικά για να μου κρατάει και την ημέρα συντροφιά.
Σπάνια συνομιλούσα με τους ανθρώπους που συναντούσα, μόνο τους παρατηρούσα. Κουβαλούσα επίσης ένα κινητό που χρησιμοποιούσα σα φωτογραφική μηχανή (ήταν σαφώς πιο ελαφρύ) για να αποτυπώνω τα νυχτερινά σκηνικά, δρώμενα και αρώματα αφενός και αφετέρου για να στέλνω μεθυσμένα μηνύματα τις πρώτες πρωινές ώρες, κατά προτίμηση σε φίλους και εραστές, ώστε να μοιραστώ την απόγνωση, την απελπισία και την αγωνία μου για τη νύχτα που πλησίαζε στο τέλος της.
Σύντροφοι και φίλοι μου ήταν πάντα τα σκυλιά του δρόμου. Μας ένωνε το γεγονός ότι είμασταν αμφότεροι αδέσποτοι, άστεγοι, αλήτες, τσιγγάνοι, πρόσφυγες, μετανάστες, περιφερόμενοι στην ίδια μας την πόλη, ζητιανεύοντας αστέρια, φεγγάρια και κρυμμένους θησαυρούς σε σκοτάδια και σκιές. Ακόμα και τα σκυλιά που αλυχτούσαν δε με τρόμαζαν, όσο άγρια κι αν ήταν, όσο επιθετικά κι αν γάβγιζαν αρχικά. Είχα έναν έμφυτο τρόπο να τα εξημερώνω με τον ήχο της φωνής και τότε γίνονταν πιστοί συνοδοί, συνταξιδιώτες και συνοδοιπόροι στα βραδινά μονοπάτια της ψυχής. 
Γύριζα στο σπίτι εξαντλημένη. Ακόμα μια άυπνη νύχτα είχε περάσει και την είχα βγάλει καθαρή. Έκλεινα ερμητικά κάθε χαραμάδα φωτός και βυθιζόμουν σε έναν ύπνο χωρίς όνειρα με μια μόνο και μοναδική εμμονή να κυριεύει το μυαλό:  Άραγε, απόψε, θα γίνει πάλι νύχτα;

Θάλεια Σκέτο




H συνέχεια


Σ'αγαπώ! Σ΄αγαπώ! Η αγάπη μου μεγαλώνει μέσα από κάθε μου ανάσα.
Ματώνουν τα δάχτυλά μου για να μου τραβήξουν τη προσοχή πως άργησα.
Μα ο πόνος δεν μ΄αφήνει και ματώνω. Ματώνω και χάνω τη ζωή μου όλη μεσ' από τα δάχτυλά μου. Ο γέρος πόνος, κουρασμένος, με φλερτάρει αιώνες, με μιαν όψη ήρεμη πια, όσο εγώ καταστροφικά σε πεθυμώ.

κ.τ




Carol




Σκηνοθεσία: Todd Haynes

Ηθοποιοί: Rooney Mara, Cate Blanchett, Sarah Paulson, Kyle Chandler

Πολλά μέχρι τώρα έχουν γραφτεί για το νέο δημιούργημα του Todd Haynes, σκηνοθέτης που επιστρέφει πίσω από την κινηματογραφική κάμερα, οχτώ χρόνια μετά το τελευταίο του "I'm not There" (όπου πρωταγωνιστεί και πάλι η Cate Blanchett).
Το νέο κινηματογραφικό δημιούργημα του Haynes έχει τίτλο "Carol" και βασίζεται στο μυθιστόρημα  "The Price of Salt" της Πατρίσια Χάισμιθ.
Μια ταινία που απέσπασε διθυραμβικές κριτικές όπου και αν προβλήθηκε και όχι άδικα. Πρόσφατα, η Ένωση Κριτικών της Νέας Υόρκης της έδωσε την πρώτη θέση στη λίστα με τις καλύτερες ταινίες του 2015.

Πρωταγωνιστής της ιστορίας, εκτός από τις δύο γυναικείες παρουσίες, είναι και ο απαγορευμένος, "ανήθικος" έρωτας.
Η Κάρολ Άιρντ  είναι μία γοητευτική γυναίκα παγιδευμένη σε έναν αποτυχημένο, δυστυχισμένο γάμο. Όταν γνωρίζει την Τερέζ Μπέλιβετ, μια νεαρή κοπέλα που εργάζεται σε ένα πολυκατάστημα του Μανχάταν και ονειρεύεται μια πιο συναρπαστική ζωή, η σχέση τους γρήγορα εξελίσσεται από αθώα φιλία σε κάτι πιο βαθύ και περίπλοκο. Η σχέση τους όμως αποκαλύπτεται και ο σύζυγος της Κάρολ αντεπιτίθεται αμφισβητώντας την ικανότητά της ως μητέρας. Και καθώς η Κάρολ και η Τερέζ κάνουν την απόδρασή τους, αφήνοντας πίσω τη ζωή τους, μία αντιπαράθεση θα δοκιμάσει την εικόνα των δύο γυναικών για τις ίδιες, καθώς και την αφοσίωσή τους.

Βρισκόμαστε στην ονειρική Νέα Υόρκη της δεκαετίας του '50. Στοιχείο που δεν χρειαζόταν να το διαβάσουμε από την υπόθεση καθώς γίνεται αμέσως αντιληπτό από την καταπληκτική φωτογραφία του Edward Lachman (όνομα που πρέπει οπωσδήποτε να συγκρατήσουμε), ο οποίος όχι απλά "φώτισε" την ταινία με νοσταλγία και έρωτα μέσα από φιλμ 16mm, αλλά έδωσε βάθος στον χαρακτήρα της και θεμελίωσε το μοναδικό, προσωπικό της στυλ. 
Γλυκοί φωτισμοί σε συνδυασμό με τις νοσταλγικές νότες του soundtrack δια χειρός Carter Burwell, μας προκαλούν να ζήσουμε και εμείς την απαγορευμένη ερωτική ιστορία των δύο γυναικών. 


Στο "Carol" του Todd Haynes μεγάλο ρόλο παίζει η γλώσσα του σώματος. Ο σκηνοθέτης κινηματογραφεί τα βλέμματα και τα πρόσωπα μέσα από αισθησιακά και ρομαντικά κοντινά πλάνα που σε φέρνουν σε απόσταση αναπνοής από τον χαρακτήρα, καθώς τα παρακολουθεί χαμένα και εγκλωβισμένα όπως είναι σε έναν κόσμο όπου η πραγματοποίηση των επιθυμιών τους φαντάζει άθλος. Η κάμερα του μπορεί να βρίσκεται τόσο κοντά στις ηρωίδες αλλά είναι πάντα διακριτική. 
Η μία και μοναδική ερωτική σκηνή είναι συγκλονιστική. Διαρκεί ελάχιστα λεπτά αλλά σου μεταφέρει τα πάντα. Κινηματογραφείται διακριτικά αλλά τόσο παθιασμένα, ποτέ όμως ηδονοβλεπτικά. Μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί η καλύτερη ερωτική σκηνή της χρονιάς αυτής, αλλά και των τελευταίων χρόνων.

 Βλέμματα γεμάτα ταραχή, την ταραχή που νιώθεις όταν σε αγγίζει είτε εσκεμμένα είτε καταλάθος το άτομο για το οποίο αδυνατείς να αρθρώσεις σωστά μια πρόταση-το βλέμμα της Rooney Mara-Τερέζ, όταν την αγγίζει απαλά στον ώμο καληνυχτίζοντας την η Κάρολ, το νιώθεις, σε αγγίζει απαλά αλλά και σε τρυπάει κατευθείαν στην καρδιά.

H ταραχή αυτή δεν θα ήταν τόσο αισθητή αν οι ερμηνείες των πρωταγωνιστριών δεν ήταν τόσο υπέροχες. Οι δύο γυναίκες ηθοποιοί γίνονται ένα με τους ρόλους τους. Η Rooney Mara δεν σταματάει στιγμή να είναι η νεαρή Τερέζ που παγιδεύτηκε και παρασύρεται στα ερωτικά δίχτυα μιας έμπειρης Κάρολ. Το βλέμμα της πάντα ορθάνοιχτο γεμάτο παιδική αφέλεια, άλλοτε βουρκωμένο, αλλά πάντα ερωτευμένο και ειλικρινές. Όσον αφορά την κυρία Cate Blanchett, ναι πολύ πιθανόν να είναι μία από τις νικήτριες στα φετινά βραβεία της Ακαδημίας.

Η τελευταία σκηνή είναι το κερασάκι στην υπέροχη τούρτα που σερβίρει το "Carol". Μια σκηνή που ενώ είναι ήσυχη από θορύβους, είναι γεμάτη ταραχή, "ακούγεται" μονάχα, δίχως ηχητικούς παλμούς όμως, η τρεμάμενη καρδιά της ηρωίδας.
Το κλείσιμο της έρχεται στο καταλληλότερο σημείο.

Μια ταινία που σε προτρέπει να ζήσεις τον έρωτα. Eρωτευτείτε μαζί με την "Carol".

Παρασκευή Γιουβανάκη
πηγή: film-c.blogspot.gr

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

the end of the ocean

Edvard Munch


- Κλείσε τα παράθυρα, τις πόρτες και το στοματάκι σου, αγάπη μου. Πνίγομαι στη δουλειά… καλό θα ήταν με συνοπτικές διαδικασίες, αν σου είναι εύκολο, να εξαφανιστείς …

- Οκ, θα εξαφανιστώ αλλά εσύ φόρα τα μπρατσάκια σου. Τόσος πνιγμός θέλει προστασία …
- Μ! Εξυπνάδες. Το κορίτσι του νερού, μικρό μου, δεν γίνεται να πνιγεί … αλλά αν σου πνιγώ να δω τι θα κάνεις καψερέ …
- Τι θα κάνω… απλά πρακτικά βήματα… διαδικασία το λένε αυτό.. δηλαδή θα έρθω μαζί σου στο βυθό του ωκεανού και θα περιμένω εκεί μέχρι να σε αναστήσει ο Ποσειδώνας αλλιώς μαζί μέχρι το τέλος του ωκεανού…
- Ούτε ο θάνατος δεν θα με γλιτώσει από εσένα… φύγε… μη με ταξιδεύεις άλλο…
- Φεύγω, αλλά να ξέρεις ότι το ταξίδι μου μένει…
- Και με βυθίζει;
- Κάπως έτσι …

Αυγή, 18/12/2015

ημερολόγιο


πέρασα σήμερα από ένα χαρτοπωλείο να πάρω ένα ημερολόγιο. όσο κοιτούσα τον σχετικό πάγκο και προσπαθούσα να διαλέξω, με πλησίασε η υπάλληλος και με ρώτησε αν χρειάζομαι βοήθεια. την ευχαρίστησα και της είπα ότι απλώς κοιτάζω, αλλά εκείνη επέμεινε λέγοντας μου, "έχουμε κι άλλα ημερολόγια σε προσφορά.. εκεί, στο ράφι". πλησίασα στο ράφι κ είδα ότι πράγματι υπήρχαν εκεί κι άλλα ημερολόγια, πανομοιότυπα με αυτά που είχαν στον πάγκο, αλλά στη μισή τιμή και κάποια ακόμα φθηνότερα. στην αρχή μπερδεύτηκα, αλλά κοιτάζοντας τα λίγο καλύτερα κατάλαβα ότι αυτά της προσφοράς ήταν προηγούμενων ετών, που τους είχαν ξεμείνει. βρήκα ημερολόγια του 2015, του 2014, του 2011, της προηγούμενης δεκαετίας.. μέχρι κι ένα του 2004 ανακάλυψα, με το σήμα των ολυμπιακών αγώνων χαραγμένο στη ράχη του. παρασύρθηκα κ άρχισα να τα παίρνω στα χέρια μου και να τα ξεφυλλίζω, λες και υπήρχε περίπτωση να βρω κάποια κρυμμένη ιστορία μέσα στις άγραφες σελίδες τους, μια εξήγηση για το πώς φτάσαμε ως εδώ ή κάτι τέτοιο μεταφυσικό, μα πάντως διδακτικό και χρήσιμο. ένας κύριος με κουστούμι δίπλα μου, μόλις άκουσε την πρόταση της υπάλληλου, άφησε πίσω στον πάγκο το ημερολόγιο που είχε ήδη διαλέξει κι αντί για αυτό πήρε ένα παρόμοιο του 2008 από το ράφι (μάλλον επειδή ήταν επίσης δίσεκτο), που έγραφε στο εξώφυλλο "ημερολόγιο για επαγγελματίες". πόσο επαγγελματικό είναι να γράφεις τα ραντεβού της δευτέρας πάνω σε μια παρασκευή, είπα να τον ρωτήσω, αλλά έτρεξε προς το ταμείο και δεν πρόλαβα να του χαλάσω την αγορά του αιώνα, που μόλις είχε κάνει. σχεδόν συγκινημένος από το ταξίδι αυτό στον χρόνο κ από την αποκάλυψη ότι το παρελθόν, όταν ξεμένει στο ράφι, βγαίνει σε προσφορά (και κάπως έτσι η πρωτοχρονιά ξεπέφτει σε κοψοχρονιά), βγήκα ξανά στο δρόμο. την ώρα που έβγαινα από την πόρτα του χαρτοπωλείου, η υπάλληλος μου φώναξε, "δεν βρήκατε αυτό που ψάχνατε;" "το βρήκα", της απάντησα, "μα θα περάσω να το πάρω αργότερα"..

Γιάννης Αντάμης

Ο Γιάννης Αντάμης γεννήθηκε το 1975 στο Βόλο. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και -μεταξύ άλλων- εργάζεται ως δικηγόρος.
Είναι συγγραφέας των βιβλίων «Πριγκιποδουλειές» (Οξύ 2006), «Σχέδιο Τρόμου» (Οξύ 2007) και «Κατά τον Δαίμονα Εαυτού» (Τόπος 2008), ενώ έχει δημοσιεύσει άλλους 20 τίτλους στο διαδίκτυο (www.dreamtigers.gr). Κείμενά του έχουν συμπεριληφθεί στην ανθολογία «Το Ελληνικό Φανταστικό Διήγημα» (Αίολος 2009). Το βιβλίο του «Σχέδιο Τρόμου» μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε στην Ισπανία με τον τίτλο «El Proyecto» (Sti Ediciones 2015). 

Είναι τελειόφοιτος του Π.Μ.Σ. "Δημιουργική Γραφή" του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και έχει οργανώσει και διδάξει σε εργαστήρια γραφής στο Βόλο, τη Θεσσαλονίκη, τη Λάρισα, την Πάτρα και τη Λήμνο. 

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2016

σύντομη συνάντηση

Egon Schiele

είδα έναν πορτοκάλι άντρα με κόκκινα πόδια
μου θύμισε πως έιχαμε συναντηθεί 
πριν από τριάντα χρόνια
στο κατάστρωμα ενός καραβιού 
που πήγαινε στη Σύρο
τότε φορούσε μαύρο λινο γιλέκο
κι ένα καπέλο ψάθινο
είχε δυο μάτια ορατά
και δώδεκα αόρατα
μου εκμυστηρεύτηκε
πως η μάνα του ήταν τρελή
αλλά τον αγαπούσε πολύ
του έπλεκε σκουφιά με αυτιά κουνελένια
που ντρεπόταν όταν τα φορούσε
τα παιδιά στο σχολείο τον κορόιδευαν. 
παράτησε το σχολείο λοιπόν
έγινε άριστος χαρτοπαίκτης
έβγαζε τα προς το ζην παίζοντας πόκερ
έγραφε και στίχους για λαϊκά καψουροτράγουδα
έμαθε φαρσί και μετέφραζε Ιρανούς ποιητές
στον ελεύθερο του χρόνο.
σε μια διαδήλωση κατά της παγκοσμιοποίησης
μια αδέσποτη σφαίρα σφηνώθηκε 
στα πορτοκαλί γεννητικά του όργανα
έμαθε να κάνει έρωτα
με τα δάχτυλα και την γλώσσα.
είχε προλάβει να κάνει μια κόρη
μια έφηβη οργισμένη μαζί του
οργισμένη με την ζωή την ίδια
έπαιζε μπάσο σε ένα πανκ συγκρότημα
είχαν δυο χρόνια να μιλήσουν.
χάρηκα που συνάντησα τον πορτοκάλι άντρα με τα κόκκινα πόδια
δεν έχει κινητό
ούτε ηλεκτρονική διεύθυνση
δεν ξέρει κaν την ονομαστική του γιορτή
ή το ζώδιο του
μου υποσχέθηκε όμως πως θα συναντηθούμε ξανά.

Γιώργος Τρίκερι




Στις εκβολές του σ΄αγαπώ

Rafał Olbiński

"Πώς μπορούν να θυμώσουν
οι άνθρωποι με αυτούς που αγαπάνε
ποτέ δεν κατάλαβα.
Να θυμώσεις γιατί δεν προσέχει,
γιατί καπνίζει,
γιατί στεναχωριέται, ναι να το καταλάβω.
Να θυμώσεις γιατί χάνεται
όταν ο ήλιος δύει, όταν η βροχή δεν βρέχει τα μαλλιά του,
όταν ο άνεμος δεν αγγίζει τα βλέφαρά του,
ναι έχει μιαν εξήγηση, ίσως...
Στην απελπισμένη του προσπάθεια
να σε συμπεριλάβει στον κόσμο του όμως,
ποτέ δεν κατάλαβα πως γίνεται να θυμώσεις.
Και ξέρω πως όταν συμβεί
διαγράφoνται επιρροές
σβήνουν συναισθήματα και ηδονές.
Παίρνω μαχαίρι
δώρο της λήθης από την Μεσοποταμία
βουτηγμένο στα νερά του Τίγρη
πρόθυμο να ξεριζώσει τι ρίζες του κακού.
Βρίσκει εμπόδιο σε πέτρες και σκληρά χώματα
το δέλτα που σχηματίζουν οι φλέβες της καρδιάς
στις εκβολές του σ΄ αγαπώ
είναι άγονο... περίεργο.
Θα έπρεπε να σφύζει από ζωή,
θα έπρεπε να συναντά μια θάλασσα κόκκινη σαν το αίμα.
Οι άνθρωποι γίνανε αυτάρκεις
δεν χρειάζονται χάδια
δεν διψούν για χείλη υγρά.
Καταρρέουν μύθοι αιώνων!
Και πώς αντέχουν τόση σιωπή
πώς κλειδώνουν τις λέξεις μες τα χείλη;
Ποιο μαγικό τρόπο επιλέγουν
και περνούν στην απέναντι όχθη
χωρίς καν να βραχούν από την ανάγκη
και την επιθυμία;
Κάτι θα ξέρουν όσοι το κάνουν
κάποιο δίκιο θα έχουν
και μιαν υπεκφυγή".

Erina Espiritu

περισσότερα ποιήματα της Erina θα βρείς στο: erinaespiritu.blogspot.gr

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2016

Παλιό καλό Χόλιγουντ: Adventures of Don Juan


Adventures of Don Juan – 1948 ( Δον Ζουάν )Περιπέτεια εποχής, σε σκηνοθεσία Vincent Sherman , με τους Errol Flynn, Viveca Lindfors.

Στο τέλος του 17ου αιώνα, ο ευγενής Don Juan de Marana (Errol Flynn), επιστρέφει στη Μαδρίτη από το Λονδίνο, μετά από ένα σοβαρό διπλωματικό σκάνδαλο που προκλήθηκε από τη σχέση του με μία Αγγλίδα, την παραμονή του γάμου της μ΄ έναν Ισπανό ευγενή. Ο Ισπανός πρέσβης στο Λονδίνο, κόμης de Polan (Robert Warwick), στέλνει μία επιστολή στη Βασίλισσα Margaret (Viveca Lindfors), υπολογίζοντας ότι η μεσολάβησή του αυτή θα αποκαταστήσει τον Don Juan από τις φήμες, που ακούγονταν για τις ερωτικές του σχέσεις, πετυχαίνοντας ακόμα και την πρόσληψή του, σαν εκπαιδευτή στη Βασιλική Ακαδημία της ξιφασκίας. Ο Don Juan ερωτεύεται κρυφά τη Βασίλισσα Margaret και γίνεται έμπιστος, όχι μόνο σ΄ αυτήν αλλά και στον ανεύθυνο και ανίσχυρο σύζυγό της, το Βασιλιά Phillip III (Romney Brent), αποκαλύπτοντας στη συνέχεια το σχέδιο του Δούκα de Lorca (Robert Douglas), ο οποίος σχεδίαζε να σφετεριστεί το θρόνο της Ισπανίας και να κηρύξει τον πόλεμο στην Αγγλία.
“Οι περιπέτειες του Don Juan” είναι μία γοητευτική και απολαυστική ταινία γεμάτη δράση, ρομαντισμό και χιούμορ. Είναι ένα μέρος της ιστορίας του θρυλικού κι άφοβου ισπανού εραστή, που εδώ “παλεύει” όχι μόνο για να γοητεύσει όμορφες γυναίκες και να ξεφύγει από ζηλιάρηδες συζύγους αλλά και για να σώσει τη Βασίλισσα Μαργαρίτα και το Βασιλιά της Ισπανίας από προδοτικές μηχανορραφίες.
Αυτή η ταινία είναι μία από τις μεγάλες κλασικές περιπέτειες, που γύρισε ο σαραντάχρονος τότε Errol Flynn κι ο ρόλος του Don Juan θεωρείται, από πολλούς θαυμαστές του, σαν ένας από τους καλύτερους της καριέρας του. Μέχρι τότε το άστρο του έλαμψε σε ταινίες που άφησαν εποχή, όπως : Captain Blood (1935), The Adventures of Robin Hood (1938) και The Sea Hawk (1940).
Η ταινία είναι πλούσια σε σκηνικά, με όμορφη φωτογραφία και ζωντανά χρώματα, εδώ βέβαια βοηθάει και το Technicolor. Συναρπαστική, με σφιχτή πλοκή και άφθονη δράση, από την αρχή μέχρι το τέλος και με εντυπωσιακές σκηνές ξιφομαχίας, ιδίως εκείνης της τελικής μονομαχίας. Κέρδισε δίκαια ένα Όσκαρ για το σχεδιασμό των θαυμάσιων κοστουμιών της.

από τον   Φίλο  kst

let's dance


Δεν υπάρχει καταλληλότερος να σε μάθει πώς να χορεύεις για έναν άντρα από έναν άντρα ακριβώς αυτό. Κατά προτίμιση ηδονικό άντρα όχι από αυτούς τους βιαστικούς που βουτάνε στα βαθια λίαν συντόμως αν και αυτούς τους αποζητώ ο καθένας έχει τις χάρες του. Έναν άντρα από αυτούς που δευτεροδιαβάζουν τα πάντα και κυρίως το σώμα των κοριτσιών και τις κινήσεις τους και ξέρουν να σου πουν πώς να κουνηθείς με σκοπό την καύλα. Γιατί η κίνηση με σκοπό την καύλα δεν είναι ούτε αυτή η βασανιστική που βλέπεις στα νεαρά κορίτσια που κουνιούνται στα τσιφτετέλια αν και με εξαιρετικές αναλογίες ούτε αυτή που εκτελούν τα κορίτσια που χορεύουν για λεφτά γιατί βαριούνται αυτές τα φράγκα να πάρουν να πάνε σπίτι θέλουν. Ο Fadi με έμαθε πώς να το κάνω αυτό καλά και με έμαθε γιατί ήθελε να του χορεύω όχι για να τον προετοιμάσω, τα σώματά μας ήταν πάντα προετοιμασμένα αλλά γιατί το έκανε σαν άσκηση να μη με πιάσει όσο κρατάει το τραγούδι παρά να περιμένει μέχρι να τον αφήσω και τότε να με πηδήξει και να πει να είδες τα κατάφερα δε με σέρνεις από τη μύτη. Και μου το μάθε καλά τόσο που έβγαλα κι εγώ καλά λεφτά με τη σειρά μου ένα φεγγάρι που δούλεψα στο Αμβούργο και πλήρωναν τα αγόρια για ένα λαπ ντανς. Μου έλεγε λοιπόν να ακούσω τη μουσική και να βρω τον δεύτερο ή τρίτο ρυθμό μέσα της όχι τον εμφανή τον πάνω πάνω γιατί αυτός είναι ο υπογάστριος ο από πίσω και να τον ακούσω καλά και να με πλημμυρίσει να μη μπερδευτώ με τους άλλους τους από πάνω ή παρακάτω και να του μείνω πιστή ως το τέλος. Και να μην κοιτάζω τον άντρα στα μάτια και να μην κοιτάζω εμένα γιατί αυτό είναι φτηνό και απροκάλυπτο παρά να κοιτάζω αλλού και λίγο κάτω μέχρι που να θέλω να με πιάσει αν θέλω μόνο τότε να τον κοιτάξω στα μάτια και αυτός όποιος και να ναι θα καταλάβει. Το υπογράφω έτσι είναι είχε δίκιο την ήξερε τη λαχτάρα καλά ο Fadi. Μου έλεγε να ρίχνω τα μαλλιά μου πίσω και τα χέρια πάνω στο κεφάλι έχω μακρυά χέρια και του άρεσε να τα βλέπει ψηλά ακουμπισμένες οι παλάμες και τα δάχτυλα χαλαρά και μου ζητούσε να κουνάω το σώμα μου αργά και να σκέφτομαι πώς θα ζητούσα να με πιάσει αν δεν είχα λόγια και φωνή και έπρεπε να τον καλέσω με αυτή την κίνηση μόνο να λυγίσω λίγο τα πόδια και να ψιθυρίζω όμως όχι να φωνάζω να του ψιθυρίζω να έρθει πιο κοντά και να βάλει το χέρι του στο στήθος μου ή και μέσα μου να του φωνάξω να περάσει τη γλώσσα του πάνω από την κοιλιά μου και γύρω από τον αφαλό μου αλλά και πως δεν πρέπει να το κάνει. Ο χορός αυτός δεν οφείλει να ζητάει διείσδυση και πήδημα όχι, οφείλει να ζητάει από τον άντρα να έρθει πιο κοντά και να ακρακουμπήσει. Και μόνο όταν γίνει αυτό όπως πρέπει και βλέπεις πως ανασαίνει βαρύτερα πια και βλέπεις πως ανασαίνει πιο γρήγορα και τρίβει τις παλάμες στους μηρούς του γιατί δεν πρέπει να σε ακουμπήσει είτε γιατί έβαλε στοίχημα είτε γιατί θα τον πιάσουν τα αγόρια του μαγαζιού τότε μόνο να τον κοιτάξεις στα μάτια και να αφήσεις να γκρεμιστούν όλα να ξεχάσει τι υποσχέθηκε και επιτέλους να σε πηδήξει.

Άντζυ Ντίκινσον

επισκεφτείτε τον κόσμο της Άντζυ: ushiroblog.wordpress.com

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2016

θα φυτέψω δύο ευκάλυπτους



Φοβάμαι την επανάληψη των ίδιων πραγμάτων των ίδιων λέξεων, ακόμα και των ίδιων συναισθημάτων Το μόνο που δεν αμφισβητώ μερικές φορές είναι την επανάληψη των ίδιων πράξεων . Μπορείς συνέχεια κάθε μέρα να σώζεις κάποιον που πνίγεται, δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς όταν αυτό γίνεται μπροστά στα μάτια σου. Αλλά κι εδώ υπάρχει ένας κίνδυνος. Να βλέπεις μόνο την πράξη σου να συγκινείσαι και να ξεχνάς την αιτία, να ξεχνάς να είσαι συνεχώς θυμωμένος και συγκινημένος. Μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει μια άλλη μέρα, μόνο έτσι μπορεί ν’ αλλάξουν τα πράγματα. Ο θυμός όχι ό στιγμιαίος , αλλά ο διαρκής θυμός , ο θυμός όχι μόνο με τους άλλους αλλά και με τον ίδιο τον εαυτό σου. Τα λέω εύκολα. Αλλά αν αναρωτηθώ : Εγώ είμαι διαρκώς θυμωμένη; Θα απαντήσω όχι δεν είμαι διαρκώς θυμωμένη και το κυριότερο δεν συμμετέχω σε πράξεις παρά μόνο γεωργικές (σήμερα θα φυτέψω δύο ευκάλυπτους) … και η θεωρία με φοβίζει, είναι το πιο ύπουλο καταφύγιο.


Αθηνά Τσάκαλου



προς Κορινθίας

Lucian Freud
την άφησα να κοιμάται στο ξενοδοχείο
πήγα στο αεροδρόμιο
χωρίς να πω μια κουβέντα
χωρίς ένα σημείωμα
είναι εύκολό να πιστεύεις σε ένα θεό.
τη βραδιά που γνωριστήκαμε
κάναμε σεξ στο ασανσέρ
δεν κρατιόμασταν μέχρι το διαμέρισμα της
της έσχισα το φόρεμα
ήταν ένα απαίσιο φόρεμα, δεν της πήγαινε καθόλου
οπότε δεν πειράζει
βρήκα τον φάκελο με τις φωτογραφίες από τη Μήλο
όταν είχε έρθει στην Ελλάδα
να γνωρίσει το τόπο που με γέννησε
ποτέ δεν της ανέφερα
πως είχα γεννηθεί στο Νιου Τζέρσεϊ 
πότε το πάθος γίνεται ένας άτυχος στίχος;
ένας απόηχος βουτηγμένος σε ξεχασμένα μέλια
υποσχέσεις που ντύθηκαν απολογίες
πότε η λαχτάρα γίνεται κενοτάφιο
και τα φιλιά παράπονο
σκέφτηκα να της αφιερώσω το βιβλίο
αλλά δεν μπορείς να αποθεώσεις
έναν σκουριασμένο έρωτα
μόνο τον κρύβεις στο πιο βαθύ συρτάρι
ή τον χαρίζεις σ έναν ρακοσυλλέκτη
μαζί με τα υπόλοιπα ξεφτισμένα ρούχα. 

Γιώργος Τρίκερι

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2016

ανθρωπιά



Κάποια στιγμή θέλω να γράψω ένα μικρό βιβλιο σαν λεξικό και να περιγράφω στους τυφλούς εκ γενετής όλα τα όμορφα πραγματα του κόσμου που δεν έχουν δει ποτέ.
Τα χρώματα, του ουρανού τα καμώματα και πώς κάνουν έρωτα τα πουλιά.
Αυτό θα ήθελα να κάνω.

 Βέρα J. Φραντζή

 για να επισκεφτείς το blog της Βέρας πάτησε εδώ.

Ex Machina, ποια είναι ‎τα όρια της ανθρώπινης συνείδησης?





Ex Machina (2015)

By Alex Garland

Μιά ταινία που δεν χάνεται από τους ρέκτες του sci-fi αν και το θέμα της τα τελευταία χρόνια έχει κινηματογραφηθεί σχεδόν όσο και το κορίτσι-αγαπάει-αγόρι-αγόρι-αγαπάει-σπορ.
Τζίνιους καινοτόμος επιχειρηματίας του Ιντερνετ (η ταινία μας σπρώχνει να φανταστούμε το αφεντικό της Google) φτάνοντας σε ένα σημαντικό στάδιο στο σχέδιο του για δημιουργία τεχνητής νοημοσύνης καλεί στο απομονωμένο στα βουνά καταφύγιο του νεαρό ευφυέστατο υπάλληλο του ώστε να τσεκάρει τι πραγματικά έχει καταφέρει μέχρι τώρα.
Κι εκεί μέσα από μιά δοκιμασία Τούρινγκ (έχεις πετύχει τεχνητή νοημοσύνη αν μία μηχανή κατά τη διάρκεια συνομιλίας με έναν άνθρωπο καταφέρει να τον πείσει ότι μιλά με έναν άλλο άνθρωπο).
Ο νεαρός αρχίζει να συνομιλεί με το ρομπότ που έχει ένα γλυκύτατο γυναικείο πρόσωπο ενώ όλα τα άλλα μέλη του είναι εμφανώς μηχανικά. Επίσης μία ζεστή φωνή που ξεχειλίζει κατανόηση και αμεσότητα.
Στην πορεία θα αναδυθούν διάφορα λογικά, φιλοσοφικά μέχρι και θρησκευτικά ερωτήματα που η ομορφιά της ταινίας είναι ότι χωρίς να δίνει έτοιμες τις απαντήσεις τα αφήνει να εγκατασταθούν στο μυαλό σου και να δουλεύουν εκεί κατά τη διάρκεια της.
Τι κάνει ένα άνθρωπο; Από τι συνίσταται;
(Δευτερεύον ερώτημα -αλλά μόνον όσον αφορά το πομπώδες του πράγματος και όχι τη σημασία του- τι είναι χειρισμός;)
Η Λογική σίγουρα μπορεί να αναπαραχθεί -πόσο μάλλον όταν μπορείς να κάνεις streaming τις αναζητήσεις όλων των ανθρώπων και να τις αλγοριθμοποιήσεις- και να παραμείνει Λογική.
Τα συναισθήματα όμως; Μία τέλεια μίμηση συναισθήματος είναι τελικά συναίσθημα; Μία μηχανή που θα προσομειώνει τέλεια όλες τις συγκινήσεις των ανθρώπων, θα παράγει ατόφια συγκίνηση απ την πηγή, θα αναζητάει συγκίνηση, είναι πλέον άνθρωπος; Δικαιούται το βασικό ανθρώπινο αγαθό, την ελευθερία;
Η απάντηση δεν είναι φυσικά εύκολη αλλά προσωπικά θα κατέληγα ότι οτιδήποτε αναζητά την ελευθερία σίγουρα δεν είναι πλέον μηχανή.
Η ταινία δεν σ αφήνει σίγουρο ούτε όμως γι αυτό καθώς έρχεται και σε τσιγκλάει με τη σκέψη "κι αν η επιθυμία για ελευθερία κωδικοποιηθεί κι αυτή; Αν η επιθυμία αυτή πάρει την μορφή της επιθυμίας για απεριόριστη πληροφορία;"
Οι τέσσερις πρωταγωνιστές αντιπροσωπεύουν διάφορετικές διαβαθμίσεις στο 4-Δ φάσμα της ανθρώπινης συνειδητότητας χειραγωγώντας το δικό σου συναίσθημα κατά βούληση. Στο τέλος δεν ξέρεις με ποιόν είσαι και γιατί.
Όπως είπα, η ταινία είναι must αλλά αν με βαζαν να διαλέξω μεταξύ αυτής και του Her θα διάλεγα την δεύτερη.

 Γιάννης Μωραϊτης


Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016

Άννα-Μαρία

       
Η Άννα γύρισε το κλειδί κι άνοιξε την πόρτα που στοίχειωνε τους εφιάλτες της. Ξύλινη μ’ ένα παραθυράκι που άνοιγε προς τα μέσα προστατευμένο με λεπτά κάγκελα. To κουδούνι έγραφε: «Μαρουσώ Χερουβείμ, εκπαιδευτικός».  

  Έκλεισε την πόρτα πίσω της.  Σε τελική ανάλυση δεν είχε κάτι να φοβάται, μπορούσε να κάνει όσες λάθος κινήσεις γούσταρε.  Η Μαρουσώ ήταν, ήδη, στην αντίπερα όχθη - τα σημερινά Σαράντα σηματοδότησαν το τέλος του ταξιδιού της.  Αυτό που η μακαρίτισσα είχε για ψυχή, είχε φθάσει στον προορισμό του το πρωί με όλο το απαιτούμενο τελετουργικό.  Για την Άννα ήταν περιττό, δε σκόπευε να τη μνημονεύει αιώνια κι όσο για το αν θα τη συγχωρούσε ο Θεός, ήταν δικό του θέμα. 

  Τι θα έκανε με τούτο το διαμέρισμα της οδού  Κεφαλληνίας; Προς το παρόν θα περνούσε κάποιες μέρες εδώ* το πένθος για τη μάνα της και η γραφειοκρατία που έσερνε ήταν μια καλή δικαιολογία να ξεφύγει από τη συζυγική ζωή. 

                                            2

  «Ποιος να μου το ‘λεγε, Μαρουσώ, το σπίτι σου καταφύγιο απ’ τον άντρα που παντρεύτηκα για να σου ξεφύγω», σήκωσε τα ξύλινα ρολά να μπει φως.  Βούτηξε στον πράσινο καναπέ, πέταξε τα παπούτσια κι άπλωσε τα πόδια στο τραπεζάκι σπρώχνοντας τ’ ασημικά που το στόλιζαν. Γέλασε με τον εαυτό της - τελικά ήταν ευκολότερο από όσο φανταζόταν. Άλλωστε οι εφιάλτες ξεκίναγαν και σταματούσαν στην εξώπορτα του διαμερίσματος.

  Παρατήρησε το χώρο με μάτι ψυχρό.  Της άρεσε αυτό το σπίτι κι ας το μισούσε.  Ψηλοτάβανο διαμέρισμα του ΄50, μεγάλα παράθυρα, θερμά πατώματα.  Στην εσοχή του σαλονιού το γραφείο, δίπλα στον καναπέ το στρογγυλό τραπέζι με το μακρύ δαντελένιο κάλυμμα.  Ασημένια λάμπα κι ανάλογες κορνίζες: Μαρουσώ, Άννα, Μαρουσώ, Άννα.  Η καθεμιά μόνη στην κορνίζα της.  Μόνο σε μία ήταν μαζί, στη γαμήλια.

  Η κυρία Μαρουσώ, σοβαρή, με σφιγμένο χαμόγελο, τα ξανθά μαλλιά μαζεμένα σε χαμηλό κότσο και το λεπτό της σώμα σε μαύρη δαντέλα. Επιβλητική πεθερά, σε απόσταση ασφαλείας απ΄την λευκοντυμένη κόρη. «Παράξενο, δεν το ‘χα παρατηρήσει πως δεν είμαστε ούτε σε μια φωτογραφία μαζί παρά μόνο σ’ αυτή του γάμου»* στο ορόσημο του αποχωρισμού της μάνας απ’ την κόρη που τραγουδούσαν οι θειάδες της με την πρέπουσα συγκίνηση.

                                            3

  Το σπίτι σε μανιακή τάξη - ένα μαυσωλείο που επέβαλλε την παρουσία της φευγάτης.  Ακόμη κι η σκόνη είχε διστάσει να κάτσει στα έπιπλα. Απ’ τη συρόμενη πόρτα, η σκυριανή τραπεζαρία κι ο μπουφές με τον μεγάλο καθρέφτη.  Λιγοστά τα διακοσμητικά, η άποψη της Μαρουσώς ήταν πως στην τραπεζαρία τον πρώτο λόγο έχει το φαγητό κι η αλήθεια είναι πως η στεγνή γυναίκα, ως μαγείρισσα, μεταμορφωνόταν.  Τα φαγητά της ήταν μοναδικά, άλλοτε να ξεχειλίζουν άρωμα και γεύση κι άλλοτε να υπαινίσσονται υλικά που δεν μπορούσες να προσδιορίσεις.

  Μικρή, όταν την παρακολουθούσε να μαγειρεύει με τόση χάρη, πιάνοντας τρυφερά το κρέας για να το αλατίσει, να το αλείψει με κάποιο από τα μυρωμένα με μπαχάρια λάδια της, η Άννα ευχόταν κρυφά να ήταν για λίγο εκείνο το κρέας.  Να νιώσει το χάδι κι ας ψηνόταν μετά. 

  «Ίσως αυτό ήταν το πρόβλημα τελικά, δεν μπορούσε να με ροδίσει στους 180».  Κοίταξε τα χέρια της, τα θυμήθηκε παιδικά, σημαδεμένα απ’ τα μισοσβησμένα σπίρτα: Τώρα να σε δω, ξαναβάζεις τα χέρια στη μύτη;  «Εμένα δε με πετύχαινες στο ψήσιμο, έτσι μάνα;»
  «Διψάω», θέλησε να ζητήσει ευγενικά ένα ποτήρι νερό.  Θυμήθηκε πως  ήταν μόνη και κίνησε για την κουζίνα μα τη σταμάτησε ο οξύς ήχος.

                                            4

  «Κουδούνι. Ποιος διάολος είναι;» κι όμως άνοιξε χωρίς να ρωτήσει.  Στο κατώφλι στεκόταν ένα λιγνό κορίτσι, γύρω στα δεκάξι.  Αρβύλες, μαύρο στενό τζιν, μαύρη μπλούζα, μαύρα μαλλιά με μπλε ανταύγιες. 
  «Κυρία Άννα;»
  «Ναι, εγώ…»
  «Μένω δίπλα, η Μαρία είμαι. Θυμάστε;  Ήμουν μικρή όταν φύγατε. Τώρα που σας άκουσα ήρθα.  Συλλυπητήρια…» και τα μάτια της βούλιαξαν στα δάκρυα.
  Η Άννα ξυπόλητη και στο κατώφλι της ένα κορίτσι να κλαίει.
  «Πέρασε. Θα φέρω λίγο νερό».
  Μπήκε στην κουζίνα, άνοιξε το ντουλάπι πάνω απ’ τον μαρμάρινο νεροχύτη, πήρε ποτήρια, άφησε τη βρύση να τρέξει αρκετά κι έβαλε νερό για τις δυο τους.  Σκούπισε μηχανικά τα χέρια στην πετσέτα που κρεμόταν απ’ το πόμολο του ντουλαπιού στα δεξιά της κι έκανε να επιστρέψει στο σαλόνι.  Παρακολούθησε το κορίτσι - άγγιζε τις φωτογραφίες, τακτοποιούσε το τραπεζάκι του σαλονιού, χάιδευε την πολυθρόνα και το γραφείο της νεκρής.
 Πρότεινε στη Μαρία το ένα ποτήρι και χώθηκε ξανά στον καναπέ: «Σε θυμάμαι. Ήσουν μια σταλιά όταν παντρεύτηκα».
  Η μικρή κάθισε στην μπερζιέρα της Μαρουσώς, ήπιε λίγο νερό και χαμήλωσε το κεφάλι.
 

                                            6

  «Θα ήθελα να είμαι σαν εσάς δυνατή, να μην κλαίω.   Στενοχωρήθηκα τόσο που πέθανε η κυρία Μαρούσα… Μαρούσα της άρεσε να τη λέω.  Ήταν τόσο καλή μαζί μου.  Τσακώνομαι συνέχεια με τους δικούς μου.  Εδώ ερχόμουν να κρυφτώ.  Πόσο τυχερή είστε που έχετε μια τέτοια μητέρα.  Με αγκάλιαζε κι όλο για εσάς μιλούσε.  Το κορίτσι της, έτσι σας έλεγε.  Η Άννα, το κορίτσι μου… Σας αγαπούσαμε μαζί.  Τον τελευταίο καιρό, υπήρχαν φορές που χανόταν και το μόνο που έλεγε ήταν:  Με λένε Μαρουσώ Χερουβείμ, γεννήθηκα κι έχω μια κόρη, την Άννα μου».

  Το κορίτσι έκλαιγε τώρα με αναφιλητά.  Η Άννα την κοίταζε.  Ένα κορίτσι με μπλε μαλλιά έκλαιγε με τα δάκρυα που της ανήκαν,  έπαιρνε την αφή τής πεθαμένης από τα έπιπλα που κι αυτά της ανήκαν,  θρηνούσε μιαν απουσία που της ανήκε.  Μια ξένη κατείχε τον πόνο της.  Εκείνη δεν είχε τίποτα.  Δεν είχε χαρά, ούτε πόνο, ούτε καν μίσος.  Μόνο έναν θυμό είχε να τον περιφέρει  από δω κι από κει και κάθε που ξεθύμαινε τον υποδαύλιζε μ’ εφιάλτες.   Τώρα ήταν τόσο άδεια που ακόμη κι ο θυμός δε βρήκε μέρος να πιαστεί.
  Σηκώθηκε, πήγε και κάθισε δίπλα στη Μαρία, κατάχαμα.  Άπλωσε τα χέρια, σκούπισε με τις παλάμες το πρόσωπο του κοριτσιού κι ύστερα ξάπλωσε το κεφάλι της στους λεπτούς μηρούς του.  Τα τελευταία δάκρυα της κοπέλας έσταξαν στο πρόσωπό της.  Έμειναν για ώρα στη σιωπή.  Η Άννα ένιωθε το τρέμουλο της Μαρίας και η Μαρία τον σφυγμό στα μηλίγγια της Άννας.
  Το κορίτσι χάιδεψε προς τα πίσω τα μαλλιά της γυναίκας.  Κοιτάχτηκαν:
  «Εσείς τι θα κάνετε τώρα;»
  «Εγώ… Εγώ, θα ψάξω για τη μάνα μου».


Μαρίτα Φίλντιση

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2016

Eιρήνη-Αντώνης. Επίλογος





-ήσουν τόσο αστεία, εσύ κι η βλακώδης αυτοκαταστροφική σου διάθεση.
-υπάρχει αυτοκαταστροφική διάθεση που δεν είναι βλακώδης?
-ήθελα να δώσω έμφαση στο "βλακώδης". νιώθω τόσο απαίσια που σου αφιέρωσα το αγαπημένο μου τραγούδι.
-μπορείς να το πάρεις πίσω, αν θέλεις.
-τη στιγμή θέλω πίσω. Και τη στιγμή που χάιδευα τα πόδια σου στον καναπέ και θέλω να μην έχεις τα πιο ωραία πόδια του κόσμου.
-έχει μείνει ένα κομμάτι καζάν ντιμπί στο ψυγείο. θα νιώσεις καλύτερα αν το πάρεις μαζί σου?
-Τα συναισθήματα μου, η απογοήτευσή μου, η χτεσινή νύχτα. όλα αυτά δεν χωράνε σε ένα κομματάκι επιδόρπιου. Σ ευχαριστώ που σ αυτό το το μικροσκοπικό διάστημα μου χάρισες τόσα όμορφα μαθήματα. εύχομαι να καείς στη νιχιλιστική σου κόλαση.
-ευχαριστώ για τα κλισέ.
-αν θες τη τελευταία κουβέντα, δική σου.

Γιώργος Τρίκερι


Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

you should be dancin'



Εγώ, αστέρι μου, δεν χορεύω όπως μου βαράνε. Εγώ γεννάω το ρυθμό ή τον σβήνω με το δάκτυλο και όταν περνάω το κραγιόν στα χείλη μου δεν θέλω κουβέντες και παράπονα. Εξάλλου, αυτά που ζητάω δεν είναι πολλά: Ένα πόλεμο φρικτό για την Τροία μου και τον Πάτροκλο ζωντανό … μετά του άφησε ένα σ’ αγαπώ στο στόμα και τα ρέστα δικά του …


Αυγή, 21/10/2015


Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016

μυθολογία


πόσοι μικροί Σίσυφοι κυκλοφορούν ανάμεσα μας;
πόσοι Κυανοπώγωνες
φονεύουν τις συζύγους τους
με λόγια και υπνοφόρα φάρμακα
και λατρεύουν των άλλων.
κάποτε αλλάζαμε τη ταπετσαρία κάθε έξι μήνες
ανάλογα με τη διάθεσή μας
άλλοτε λιτές γκρενά λωρίδες
κι άλλοτε περίτεχνα μοτίβα
με μικροσκοπικούς κορμοράνους
ερχόταν ο Κίμωνας
και τοποθετούσε τη καινούργια
στα διαλείμματα καθόταν στη κουζίνα
ρωτούσε αν επιτρέπεται το κάπνισμα
άναβε τσιγάρο πριν προλάβω να πω όχι
μιλούσε για την "επί του όρους ομιλία"
πως περιείχε την πεμπτουσία του χριστιανισμού
ανεξαρτήτως αν υπήρχε Χριστός ή όχι
έσβηνε το τσιγάρο, σταυροκοπιόταν
έπαιρνε το κοπίδι και επέστρεφε στη δουλειά του.
Κυανοπώγων ή Σίσυφος;
όταν καθόμουν στη στάση του τραμ
είχα έναν αδικαιολόγητο φόβο
πως η πινακίδα του απέναντι φαρμακείου
θα ξεριζωνόταν και θα έπεφτε στο κεφάλι μου
από τότε που διαγνώστηκα με καρκίνο
όλα αυτά μου φαίνονται τόσο αστεία
όχι αστεία για να γελάσω
irony of life αστεία
όπως όταν γκρεμοτζακίζεσαι στη κυλιόμενη σκάλα του μετρό
σπρώχνεις τη κυρία με τη κόκκινη βαλίτσα
στριμώχνεσαι με άλλους χίλιους βιαστικούς
Σίσυφους και Κυανοπώγωνες
δεν ξέρεις πως το επόμενο ήρθε μετά από ένα λεπτό
τώρα κυλάει πάνω στις ράγες εντελώς άδειο
κι η ταπετσαρία θα φθείρεται ατάραχη.

Γιώργος Τρίκερι




Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

Ran, απληστία για πλουτο και εξουσία


Ran - 1985
Σκηνοθεσία : Akira Kurosawa
Ηθοποιοί : Tatsuya Nakadai, Mieko Harada, Akira Terao, Jinpachi Nezu


Ο άρχοντας Hidetora Ichimonji, μετά από 70 χρόνια απόλυτης ηγεμονίας, γερασμένος πια κι έχοντας αποκτήσει μεγάλη δύναμη, αποφασίζει να παραιτηθεί από τα αξιώματά του και να παραδώσει την εξουσία στους τρείς γιούς του, μοιράζοντας έτσι σε τρία μέρη την αχανή επικράτειά του, με μόνη του επιθυμία να ζήσει σαν τιμώμενο πρόσωπο, όταν βρίσκεται σε κάθε ένα από τα κάστρα τους. Όλοι οι γιοί θα είχαν ίσα μερίδια, με τον μεγαλύτερο όμως γιο να ηγείται, ενώ οι άλλοι θα όφειλαν να υπακούουν και να τον στηρίζουν. Οι δυο μεγαλύτεροι γιοι κολακεύουν τον πατέρα τους, με σκοπό να τον απογυμνώσουν από τα πλούτη και τα αξιώματα, αλλά ο μικρότερος γιος, ο Saburo, τον προειδοποιεί για τις διχόνοιες και τις δολοπλοκίες που υπάρχουν στην οικογένεια. Ο Hidetora θυμώνει, τον αποκληρώνει και τον εξορίζει, αφήνοντας έτσι το πεδίο ελεύθερο στους δύο μεγαλύτερους γιους, τον Taro και τον Jiro. Αυτοί, αρπάζοντας την εξουσία βίαια, ξεκινούν πόλεμο μεταξύ τους, εμπλέκοντας έτσι όλη την περιοχή σε νέες αιματηρές συγκρούσεις κι αφήνοντας τον πατέρα τους να περιφέρεται μισότρελος στις ερημιές, αναλογιζόμενος τη δυστυχία που κι ο ίδιος σκόρπισε στον κόσμο, τον καιρό των κατακτήσεων του.
Αυτό το κορυφαίο αριστούργημα του Κουροσάβα, διασκευή της ιστορίας του σαιξπηρικού "Βασιλιά Ληρ" στην Ιαπωνία του 16ου αιώνα, είναι μία από τις καλύτερες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου, που τιμήθηκε με το Χρυσό Φοίνικα του Φεστιβάλ των Καννών. Αποτελεί δε, ένα ακόμα πικρό σχόλιο πάνω στον παραλογισμό του πολέμου και στην ακόρεστη δίψα για δύναμη και εξουσία.
Ο Κουροσάβα δούλευε την ταινία του αυτή για περισσότερα από 10 χρόνια, και το 1985, σε ηλικία 75 ετών, με ασθενική πλέον όραση, πραγματοποίησε την πιο ακριβή παραγωγή στα κινηματογραφικά χρονικά της Ιαπωνίας. Η σκηνοθεσία, η φωτογραφία, οι ερμηνείες, η μουσική, τα κοστούμια, τα σκηνικά, είναι όλα εκπληκτικά, υψώνοντας το Ran, το επικό αυτό δράμα, που σαν λέξη μεταφράζεται "Χάος", στην τελειότητα.
Δεν χρειάζονται πολλά για την ταινία αυτή, η αξία της είναι αδιαμφισβήτητη και μόνο λίγα λόγια – σκέψεις του ίδιου του Κουροσάβα φτάνουν :
“ Αυτό που προσπαθώ να δώσω μέσα από το Ran, από την αρχή που το γράφαμε, είναι ότι οι Θεοί ή ο Θεός ή ο οποιοσδήποτε παρακολουθεί τον κόσμο αυτόν, νιώθει στενοχώρια για τους ανθρώπους, που καταστρέφουν ο ένας τον άλλο και αδύναμος, που δεν μπορεί να επηρεάσει την ανθρώπινη φύση. ” 

  από τον   Φίλο  kst

Καλή χρονιά!!!




Μου είπαν: Πάει ο παλιός ο χρόνος!
Μ! Πάει; Ναι, αλλά που; Και ο καινούριος;
Αυτός που θα μας πάει;
Κι αν μας πάει εκεί που ποτέ δεν πήγαμε;
Που δεν ξέρουμε τι χρώμα έχει η θάλασσα;
Εκεί, που είναι απάτητα μέρη και τα ρολόγια δείχνουν πάντα «ακριβώς»;
Ε, αν μας πάει εκεί, κράτα μου το χέρι κι αν φοβηθώ … φίλα με.

Καλή χρονιά σε όλους.
Εύχομαι να έχουμε τη δύναμη να αντέξουμε την ευτυχία
γιατί μόνο αυτή θέλει και απαιτεί …

Αυγή, 30/12/2015

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2016

Καλοκαίρι με τη Μόνικα, το τολμηρό σινεμα του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν




"Καλοκαίρι με τη Μόνικα", 1953, ( Sommaren med Monika), του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν με τους Χάριετ Άντερσον, Λαρς Έκμποργκ.

Ο Χάρι, υπάλληλος σε υαλοπωλείο, συναντά σε ένα μπαρ τη Μόνικα που δουλεύει σε μια αποθήκη. Οι δυο τους δραπετεύουν από τη μίζερη ζωή τους ( ο πατέρας του νέου πάσχει από ανίατη ασθένεια και αυτός της κοπέλας είναι μέθυσος και τη δέρνει), μέσα σε μια βάρκα για ένα νησάκι του σουηδικού αρχιπελάγους. Εκεί ζουν έναν έρωτα χωρίς αναστολές, μέχρι που το τέλος του καλοκαιριού και η εγκυμοσύνη της Μόνικα τους αναγκάζει να επιστρέψουν. Η Μόνικα δεν αντέχει τον καινούργιο της ρόλο της συζύγου και μάνας και εγκαταλείπει το Χάρι με το μωρό για να ζήσει ελεύθερη από υποχρεώσεις.
" Η βάρκα του έρωτα τσακίστηκε στα βράχια της ζωής"..Ο στίχος του Μαγιακόφσκι θα μπορούσε να είναι το μότο της ταινίας. Οι δυο νέοι ζουν στο νησάκι μακριά από τις κοινωνικές συμβάσεις τον απόλυτο έρωτα. Η τραγωδία όμως παραμονεύει: όλα τα στοιχεία μιας τρίπρακτης τραγωδίας είναι παρόντα, η ψευδαίσθηση της απόλυτης ελευθερίας απειλείται από το μοιραίο, τη νομοτέλεια και το ασυνείδητο που θα φέρουν και το θλιβερό τέλος. Η πρώτη πράξη είναι η γέννηση του έρωτα, η συνάντηση του ζευγαριού, η αντανάκλαση σε μια τζαμαρία της Μόνικα που διορθώνει φιλάρεσκα το μακιγιάζ της αλλά και η απειλή ενσαρκωμένη στο πρόσωπο του αντεραστή του Χάρι που του επιτίθεται σωματικά, το σινεμά όπου η Μόνικα κλαίει βλέποντας με το νέο ένα μελό και η απόφαση να φύγουν μακρια από όλους κι από ολα. Η δεύτερη πράξη είναι καθαρά κινηματογραφική, στο νησάκι,έξω από το περιορισμένο σκηνικό της πόλης και των θεατρικών διαλόγων. Η φύση είναι απρόβλεπτη, δεν γνωρίζει κανόνες, ο χρόνος μένει μετέωρος για να αφήσει τους δυο νέους να χαρούν μια πρωτόγνωρη ( ειδικά για τον πιο συντηρητικό μικροαστό Χάρι) ερωτική ελευθερία πρωτόπλαστων. Όμως τα πρώτα σύννεφα εμφανίζονται, κυριολεκτικά και μεταφορικά, η καταιγίδα ξεσπάει, οι προμήθειες τελειώνουν και η Μόνικα ανακαλύπτει την εγκυμοσύνη της. Ο συνετός Χάρι συνειδητοποιεί την ευθύνη και αποφασίζει την επιστροφή τους. Στην τρίτη πράξη που είναι και η πιο σύντομη, τα γεγονότα είναι καταιγιστικά και οδηγούν προς το αναπόφευκτο τέλος. Η Μονικα πνίγετα στην οικογενειακή ασφάλεια και ρουτίνα και παρατάει τον πρώην εραστή για να αναζητήσει τον πρώτο τυχόντα που θα την προσεγγίσει ερωτικά στο ίδιο μπαρ που γνώρισε το Χάρι. Και εκεί είναι, ακριβώς πριν πάρει την απόφαση να πάει με τον άγνωστο, που γράφτηκε στην ιστορία του σινεμά το περίφημο βλέμμα: Η Μόνικα (δυσδιάκριτη πια η ηρωίδα από την ηθοποιό) κοιτάζοντας προκλητικά και ξεδιάντροπα σχεδόν την κάμερα, βυθίζει το βλέμμα της σε αυτό του θεατή. Ζητάει τη συμμετοχή του θεατή στην "ανήθικη" πράξη της, σπάζοντας τη σύμβαση της fiction που απαιτεί η 7η τέχνη. Είναι σαν να ρωτάει σιωπηλά το θεατή: " με κρίνεις;" " τί θα έκανες εσύ στη θέση μου"; Το διάσημο αυτό βλέμμα κυριάρχησε τόσο, ( το πιο λυπημένο πλάνο στο σινεμά το χαρακτήρισε ο Γκοντάρ), που επισκίασε ένα άλλο βλέμμα που ρίχνει για λιγότερο χρόνο ο Χάρι στην κάμερα: τον βλέπουμε σε αντανάκλαση στην ίδια τζαμαρία που καθρεφτίστηκε η φιλάρεσκη Μόνικα. Κρατάει στην αγκαλιά του το μωρό και θυμάται τις μαγικές στιγμές του πάθους, ξαναγυρνώντας ωστόσο στην προστατευτική αγκαλιά της μικροαστικής ζωής του.
Ο Μπέργκμαν εκφράστηκε πολλές φορές με θαυμασμό για το ταλέντο της Χάριετ Άντερσον με την οποία μοιράστηκε έναν έρωτα όσο κρατούσαν τα γυρίσματα. Η κάμερα ακολουθεί ερωτευμένη και αυτή το αισθησιακό ηδονικό και άγριο πλάσμα που ήταν η εικοσάχρονη τότε ηθοποιός. Θα την αναδείξει και σε άλλες του ταινίες, όπως στο " Μέσα από το σπασμένο καθρέφτη", με κορυφαία την τελευταία συνεργασία τους το 1973 στο αριστουργηματικό " Κραυγές και Ψίθυροι". Και σε μας τους θεατές, σε ο,τι αφορά στο έργο και στην πρόκληση που μας απευθύνει το πρόσωπο του έργου, ή η ίδια η ηθοποιός, μένει η ελευθερία να διαλέξουμε τη θέση μας απέναντι στην πράξη της ασυμβίβαστης Μόνικα: θα αποδεχτούμε τη σκοτεινή βγαλμένη από το φροϋδικο ασυνείδητο δύναμη που την υποκινεί και θα τη συχωρήσουμε, ή θα καταδικάσουμε την καταστροφική της ανευθυνότητα απένατι στις υποχρεώσεις της πραγματικότητας;..

  Λίλη Παπασπυροπούλου

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2016

ωδή σε έναν κατά συρροήν εραστή



μεγάλωσε τη δεκαετία του ογδόντα 
βλέποντας mtv
έμαθε όλα τα βήματα του Μάικλ Τζάκσον
έτσι σαγήνευε τα κορίτσια
με τον χορό
κι ένα μπλέντερ
made in usa
με γύαλινη κανάτα
κι ατσάλινη λεπίδα
-έλα σπίτι να σου φτιάξω αυθεντικό μιλκσέικ.
είχε παγωτό στη κατάψυξη
χειμώνα-καλοκαίρι
και σκόνη φράουλα ή κακάο
γι αυτές που προτιμούσαν σοκολατένια γεύση
κάθε πρωινό
έκανε σαρανταπέντε λεπτά κοιλιακούς
ποθούσε να είναι αγαπητός
όπως ήταν κάποτε ο Γκαγκάριν στη Ρωσία
ή ο Έλβις στο Τενεσί
το διαμέρισμα του ένα ρετιρέ στη παραλιακή
με θέα τον Αργοσαρωνικό
κληρονομία από τον παππού του
ενός εύπορου αστού της προπολεμικής Αθήνας
στο ευρύχωρο σαλόνι το πάτωμα ήταν μαύρο μάρμαρο
με λεπτές λευκές φλέβες
το μόνο που χρειάζεται κάποιος για να σωθεί
είναι ακλόνητη πίστη
και δυνατή μουσική
χρόνο για απόλαυση και χαλάρωση
παιχνιδιάρικη διάθεση
κι ένα μιλκσέικ
σε ψηλό κρυστάλινο ποτήρι
με σπαστό φωσφοριζέ καλαμάκι
ο έρωτας κάποιες φορές είναι ένα παιχνίδι
εξουσίας και υποταγής
ο ήρωας μας το γνωρίζει αυτό
ήξερε τους κανόνες
κατέληγε πάντοτε να κοιμάται μοναχός
σε ένα κινγκ σάιζ κρεβάτι
με μια γλυκιά ερωτική εξάντληση
κι ένα βιβλίο αγκαλιά.

Γιώργος Τρίκερι