Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρίτα Φίλντιση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρίτα Φίλντιση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2016

κουλουράκια ζάχαρης



Η Άννα χάζευε το καναρίνι που τσιμπολόγαγε τα γλυκά
τρίμματα που του ‘χε ρίξει – το λευκό κλουβί κρεμόταν
μπρος στη γυάλινη πόρτα της κουζίνας. Έξω ο καιρός
βαρύς και παγωμένος. Το σπίτι ήσυχο, τα σώματα του
καλοριφέρ έτριζαν ζεστά κι απ΄το βουητό της καφετιέρας
μύρισε καφές. Μα σήμερα, η μυρωδιά που επικρατούσε στην
κουζίνα ήταν της ζαχαρωμένης ζύμης – είχε σηκωθεί
ξημερώματα κι έφτιαξε τα αγαπημένα τους κουλουράκια.
  Συνήθιζε να το κάνει στην επέτειό τους τα πρώτα χρόνια
του γάμου. Τη μακρινή εκείνη εποχή ο άντρας της έχωνε το
πρόσωπό του στα λαιμό της: «μυρίζεις σαν κουλουράκι
ζάχαρης» - για καιρό ήταν ο ερωτικός τους κώδικας. Με τα
χρόνια ο κώδικας ξεχάστηκε ανάμεσα στη φονική σιγουριά
του διπλού κρεβατιού και στη συνήθεια, ώσπου ήρθε η
απομάκρυνση και τα κιλά της* δε θυμάται ποιο από τα δύο
έφτασε πρώτο.

  Μα, τώρα, ήταν αποφασισμένη να υπενθυμίσει στον άντρα
της αυτό που υπήρξαν. Θα ξεκινούσε με τις μυρωδιές, τα
κουλουράκια ζάχαρης και μια σταλιά από το άρωμα που
φορούσε τότε.  Είχε βάλει στοίχημα με τον εαυτό της.
Μόνο δύο κουλουράκια θα φάω, ένα τώρα για να το γευτεί
στο φιλί μου κι ένα μετά, με τον καφέ μας.
  Το καναρίνι συνέχιζε να τσιμπολογάει λαίμαργα.
- Ε, τι έγινε σήμερα; Τι ώρα σηκώθηκες; Δεν τον είχε
ακούσει να έρχεται.
- Δεν είχα ύπνο και είπα να μας κανακέψω λίγο.  Ο καφές
είναι έτοιμος και μάντεψε τι άλλο.
- Μου έσπασαν τη μύτη και ξύπνησα.  Κουλουράκια
ζάχαρης.  Πού τα θυμήθηκες; τη ρώτησε καθώς έψαχνε την
κούπα του.
  
- Κάθισε συ.  Θα βάλω εγώ τους καφέδες, είπε η Άννα και
τον φίλησε απαλά.
- Χμ, πρόλαβες να τα τιμήσεις, πόσα έφαγες ως τώρα και
μην πεις όχι, τα μύρισα στην ανάσα σου… της βάρεσε μια
στα πισινά, καθώς εκείνη του έβαζε καφέ.
  Ο καφές έπαψε να ρέει για μια στιγμή στο φλιτζάνι, για
μια μόνη στιγμή.  Η Άννα το απογέμισε, έριξε και μια
κοφτή ζάχαρη, τον ανακάτεψε αργά και τον άφησε μπροστά
του.
- Ναι, μυρίζω ολόκληρη  όπως άνοιξα τον φούρνο να τα
βγάλω όλος ο αχνός ήρθε πάνω μου.  Μυρίζω ολόκληρη
κουλουράκια ζάχαρης!
- Πες το ψέμματα.
        
Γέμισε και το δικό της φλιτζάνι και κατόπιν έφερε στο
τραπέζι το μπολ με τα κουλουράκια, νερό, χυμό πορτοκάλι,
ψωμάκια, βιτάμ και σπιτική μαρμελάδα βερίκοκο.
- Τι έγινε, ρε Άννα, βάλθηκες να παχύνουμε ομαδικώς μου
φαίνεται. Λες και δε φτάνουν τόσα βουτήματα… μη σου πω θα
τα πάω αύριο στο γραφείο.  Αν μείνουν εδώ θα φαγωθούν και
θα ‘χουμε άλλα.
  Το πουλί είχε φάει τα τρίμματα και πηγαινοερχόταν
νευρικά στο κλουβί του.  Η γυναίκα ήπιε μια γουλιά καφέ
κι άνοιξε την κυριακάτικη εφημερίδα που έτρεμε ελαφρά στα
χέρια της.
- Φάε να μου πεις αν τα πέτυχα…  Το πάει για βροχή, λες
να πάρουμε τον Νίκο και τη Ρία να έρθουν από δω;  Αν
θέλουν βγαίνουμε έξω για φαγητό αλλιώς ψήνουμε στο τζάκι
και την αράζουμε εδώ.  Τι λες;


 Ο άντρας της έφαγε το πρώτο μπισκότο μ’ ένα μουγκρητό
ευχαρίστησης και μετά δεύτερο και τρίτο. Η Άννα άπλωσε
και πήρε το δεύτερο και τελευταίο που θα επέτρεπε στον
εαυτό της όμως δεν πρόλαβε να το γευτεί.
- Πώς τα πας, πώς τα φέρνεις, όλο στο φαγητό τη γυρνάς
την κουβέντα.  Δεν είπαμε να κάνεις λίγο κράττει, ρε
Άννα;  Ήθελα να ‘ξερα δεν έχεις τίποτε άλλο ν’
ασχοληθείς.  Ορίστε, σήμερα σηκώθηκες άγριο ξημέρωμα να
φτιάξεις κουλουράκια ζάχαρης.  Ποιος θα τα φάει αυτά…
ξέρεις πως προσέχω τη χοληστερίνη.  Και, τέλος πάντων,
θέλω να προσέχω με τις κοιλιές.  Εσύ, γυναίκα είσαι. Δεν
έχεις ματαιοδοξία; Να φορέσεις κάτι πιο θηλυκό από τα
τσουβάλια που ντύνεσαι;  Τι να πω, ρε κορίτσι μου, όλα τα
έχουμε κι εσύ εκεί… εξαρτημένη από τη μάσα.
- Θυμήθηκα τότε που έλεγες πως μυρίζω σαν κουλουράκι
ζάχαρης.  Είπα να το θυμηθούμε, κι αν με αγκάλιαζες θα
μύριζες και το άρωμα που σου άρεσε και μου χάριζες για
χρόνια.

- Ναι, αυτά μας έλειψαν τώρα. Παραμυθιάζεσαι.  Δεν τα
ξαναβρίσκουν έτσι τα ζευγάρια.  Στην τελική, με ρώτησες
πώς νιώθω που κάθε φορά που το κάνουμε σε βρίσκω και πιο
στρογγυλή;
  Μόνο τα φτερουγίσματα του πουλιού ακούγονταν.
- Δε μιλάς, τι να πεις.  Κάθε Δευτέρα ξεκινάς τη δίαιτα
κάθε Τρίτη τη σταματάς.  Μα δε γίνεται έτσι δουλειά
Άννααα, ξύπνα!
- Αν σε ανησυχεί μην τα φάω πάρτα όλα αύριο στο γραφείο
να τα έχετε εκεί.  Και το σημερινό ήταν για να σου θυμίσω
πώς ήμασταν. Ξέρω γω, πες το χαζό έτσι το σκέφτηκα.  Κι
αν σε ενοχλώ τόσο πολύ να μην το κάνουμε.
- Πού να ‘ξερες, καημένη… άλλος στη θέση μου… Το ‘ριξες
στη μούγκα, ε; έπιασε να κόψει ένα ψωμάκι στο
πιάτο του.

  Η νευρική του κίνηση έχωσε τη λάμα βαθιά στο δάχτυλό
του, γέμισε η πορσελάνη αίμα.
- Γαμώ την πουτάνα μου και τα κουλούρια σου μέσα! κι
έτρεξε στο μπάνιο.
  Το καναρίνι είδε τη γυναίκα να σηκώνεται αργά και να
μαζεύει το πρωινό.  Πήρε το τελευταίο της κουλουράκι, το
ακούμπησε σε μια σταγόνα αίμα κι ύστερα το έφαγε αργά.
Θα ήταν ωραία να υπάρχω χωρίς να παραιτηθώ από τη ζωή,
ψιθύρισε.

    Μαρίτα Φίλντιση




Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016

Άννα-Μαρία

       
Η Άννα γύρισε το κλειδί κι άνοιξε την πόρτα που στοίχειωνε τους εφιάλτες της. Ξύλινη μ’ ένα παραθυράκι που άνοιγε προς τα μέσα προστατευμένο με λεπτά κάγκελα. To κουδούνι έγραφε: «Μαρουσώ Χερουβείμ, εκπαιδευτικός».  

  Έκλεισε την πόρτα πίσω της.  Σε τελική ανάλυση δεν είχε κάτι να φοβάται, μπορούσε να κάνει όσες λάθος κινήσεις γούσταρε.  Η Μαρουσώ ήταν, ήδη, στην αντίπερα όχθη - τα σημερινά Σαράντα σηματοδότησαν το τέλος του ταξιδιού της.  Αυτό που η μακαρίτισσα είχε για ψυχή, είχε φθάσει στον προορισμό του το πρωί με όλο το απαιτούμενο τελετουργικό.  Για την Άννα ήταν περιττό, δε σκόπευε να τη μνημονεύει αιώνια κι όσο για το αν θα τη συγχωρούσε ο Θεός, ήταν δικό του θέμα. 

  Τι θα έκανε με τούτο το διαμέρισμα της οδού  Κεφαλληνίας; Προς το παρόν θα περνούσε κάποιες μέρες εδώ* το πένθος για τη μάνα της και η γραφειοκρατία που έσερνε ήταν μια καλή δικαιολογία να ξεφύγει από τη συζυγική ζωή. 

                                            2

  «Ποιος να μου το ‘λεγε, Μαρουσώ, το σπίτι σου καταφύγιο απ’ τον άντρα που παντρεύτηκα για να σου ξεφύγω», σήκωσε τα ξύλινα ρολά να μπει φως.  Βούτηξε στον πράσινο καναπέ, πέταξε τα παπούτσια κι άπλωσε τα πόδια στο τραπεζάκι σπρώχνοντας τ’ ασημικά που το στόλιζαν. Γέλασε με τον εαυτό της - τελικά ήταν ευκολότερο από όσο φανταζόταν. Άλλωστε οι εφιάλτες ξεκίναγαν και σταματούσαν στην εξώπορτα του διαμερίσματος.

  Παρατήρησε το χώρο με μάτι ψυχρό.  Της άρεσε αυτό το σπίτι κι ας το μισούσε.  Ψηλοτάβανο διαμέρισμα του ΄50, μεγάλα παράθυρα, θερμά πατώματα.  Στην εσοχή του σαλονιού το γραφείο, δίπλα στον καναπέ το στρογγυλό τραπέζι με το μακρύ δαντελένιο κάλυμμα.  Ασημένια λάμπα κι ανάλογες κορνίζες: Μαρουσώ, Άννα, Μαρουσώ, Άννα.  Η καθεμιά μόνη στην κορνίζα της.  Μόνο σε μία ήταν μαζί, στη γαμήλια.

  Η κυρία Μαρουσώ, σοβαρή, με σφιγμένο χαμόγελο, τα ξανθά μαλλιά μαζεμένα σε χαμηλό κότσο και το λεπτό της σώμα σε μαύρη δαντέλα. Επιβλητική πεθερά, σε απόσταση ασφαλείας απ΄την λευκοντυμένη κόρη. «Παράξενο, δεν το ‘χα παρατηρήσει πως δεν είμαστε ούτε σε μια φωτογραφία μαζί παρά μόνο σ’ αυτή του γάμου»* στο ορόσημο του αποχωρισμού της μάνας απ’ την κόρη που τραγουδούσαν οι θειάδες της με την πρέπουσα συγκίνηση.

                                            3

  Το σπίτι σε μανιακή τάξη - ένα μαυσωλείο που επέβαλλε την παρουσία της φευγάτης.  Ακόμη κι η σκόνη είχε διστάσει να κάτσει στα έπιπλα. Απ’ τη συρόμενη πόρτα, η σκυριανή τραπεζαρία κι ο μπουφές με τον μεγάλο καθρέφτη.  Λιγοστά τα διακοσμητικά, η άποψη της Μαρουσώς ήταν πως στην τραπεζαρία τον πρώτο λόγο έχει το φαγητό κι η αλήθεια είναι πως η στεγνή γυναίκα, ως μαγείρισσα, μεταμορφωνόταν.  Τα φαγητά της ήταν μοναδικά, άλλοτε να ξεχειλίζουν άρωμα και γεύση κι άλλοτε να υπαινίσσονται υλικά που δεν μπορούσες να προσδιορίσεις.

  Μικρή, όταν την παρακολουθούσε να μαγειρεύει με τόση χάρη, πιάνοντας τρυφερά το κρέας για να το αλατίσει, να το αλείψει με κάποιο από τα μυρωμένα με μπαχάρια λάδια της, η Άννα ευχόταν κρυφά να ήταν για λίγο εκείνο το κρέας.  Να νιώσει το χάδι κι ας ψηνόταν μετά. 

  «Ίσως αυτό ήταν το πρόβλημα τελικά, δεν μπορούσε να με ροδίσει στους 180».  Κοίταξε τα χέρια της, τα θυμήθηκε παιδικά, σημαδεμένα απ’ τα μισοσβησμένα σπίρτα: Τώρα να σε δω, ξαναβάζεις τα χέρια στη μύτη;  «Εμένα δε με πετύχαινες στο ψήσιμο, έτσι μάνα;»
  «Διψάω», θέλησε να ζητήσει ευγενικά ένα ποτήρι νερό.  Θυμήθηκε πως  ήταν μόνη και κίνησε για την κουζίνα μα τη σταμάτησε ο οξύς ήχος.

                                            4

  «Κουδούνι. Ποιος διάολος είναι;» κι όμως άνοιξε χωρίς να ρωτήσει.  Στο κατώφλι στεκόταν ένα λιγνό κορίτσι, γύρω στα δεκάξι.  Αρβύλες, μαύρο στενό τζιν, μαύρη μπλούζα, μαύρα μαλλιά με μπλε ανταύγιες. 
  «Κυρία Άννα;»
  «Ναι, εγώ…»
  «Μένω δίπλα, η Μαρία είμαι. Θυμάστε;  Ήμουν μικρή όταν φύγατε. Τώρα που σας άκουσα ήρθα.  Συλλυπητήρια…» και τα μάτια της βούλιαξαν στα δάκρυα.
  Η Άννα ξυπόλητη και στο κατώφλι της ένα κορίτσι να κλαίει.
  «Πέρασε. Θα φέρω λίγο νερό».
  Μπήκε στην κουζίνα, άνοιξε το ντουλάπι πάνω απ’ τον μαρμάρινο νεροχύτη, πήρε ποτήρια, άφησε τη βρύση να τρέξει αρκετά κι έβαλε νερό για τις δυο τους.  Σκούπισε μηχανικά τα χέρια στην πετσέτα που κρεμόταν απ’ το πόμολο του ντουλαπιού στα δεξιά της κι έκανε να επιστρέψει στο σαλόνι.  Παρακολούθησε το κορίτσι - άγγιζε τις φωτογραφίες, τακτοποιούσε το τραπεζάκι του σαλονιού, χάιδευε την πολυθρόνα και το γραφείο της νεκρής.
 Πρότεινε στη Μαρία το ένα ποτήρι και χώθηκε ξανά στον καναπέ: «Σε θυμάμαι. Ήσουν μια σταλιά όταν παντρεύτηκα».
  Η μικρή κάθισε στην μπερζιέρα της Μαρουσώς, ήπιε λίγο νερό και χαμήλωσε το κεφάλι.
 

                                            6

  «Θα ήθελα να είμαι σαν εσάς δυνατή, να μην κλαίω.   Στενοχωρήθηκα τόσο που πέθανε η κυρία Μαρούσα… Μαρούσα της άρεσε να τη λέω.  Ήταν τόσο καλή μαζί μου.  Τσακώνομαι συνέχεια με τους δικούς μου.  Εδώ ερχόμουν να κρυφτώ.  Πόσο τυχερή είστε που έχετε μια τέτοια μητέρα.  Με αγκάλιαζε κι όλο για εσάς μιλούσε.  Το κορίτσι της, έτσι σας έλεγε.  Η Άννα, το κορίτσι μου… Σας αγαπούσαμε μαζί.  Τον τελευταίο καιρό, υπήρχαν φορές που χανόταν και το μόνο που έλεγε ήταν:  Με λένε Μαρουσώ Χερουβείμ, γεννήθηκα κι έχω μια κόρη, την Άννα μου».

  Το κορίτσι έκλαιγε τώρα με αναφιλητά.  Η Άννα την κοίταζε.  Ένα κορίτσι με μπλε μαλλιά έκλαιγε με τα δάκρυα που της ανήκαν,  έπαιρνε την αφή τής πεθαμένης από τα έπιπλα που κι αυτά της ανήκαν,  θρηνούσε μιαν απουσία που της ανήκε.  Μια ξένη κατείχε τον πόνο της.  Εκείνη δεν είχε τίποτα.  Δεν είχε χαρά, ούτε πόνο, ούτε καν μίσος.  Μόνο έναν θυμό είχε να τον περιφέρει  από δω κι από κει και κάθε που ξεθύμαινε τον υποδαύλιζε μ’ εφιάλτες.   Τώρα ήταν τόσο άδεια που ακόμη κι ο θυμός δε βρήκε μέρος να πιαστεί.
  Σηκώθηκε, πήγε και κάθισε δίπλα στη Μαρία, κατάχαμα.  Άπλωσε τα χέρια, σκούπισε με τις παλάμες το πρόσωπο του κοριτσιού κι ύστερα ξάπλωσε το κεφάλι της στους λεπτούς μηρούς του.  Τα τελευταία δάκρυα της κοπέλας έσταξαν στο πρόσωπό της.  Έμειναν για ώρα στη σιωπή.  Η Άννα ένιωθε το τρέμουλο της Μαρίας και η Μαρία τον σφυγμό στα μηλίγγια της Άννας.
  Το κορίτσι χάιδεψε προς τα πίσω τα μαλλιά της γυναίκας.  Κοιτάχτηκαν:
  «Εσείς τι θα κάνετε τώρα;»
  «Εγώ… Εγώ, θα ψάξω για τη μάνα μου».


Μαρίτα Φίλντιση

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2015

Εύφλεκτο Υλικό





Ένας άντρας και μια γυναίκα, ρακοσυλλέκτες, με σέρνουν στο πεζοδρόμιο της έρημης λεωφόρου, αφού με ψάρεψαν απ’ το σωρό των σκουπιδιών του Ψυχιατρείου που χάσκει, ανυπεράσπιστο, να το λεηλατούν άστεγοι και πρεζόνια. 

Το Δημόσιο Ψυχιατρείο έκλεισε, αιφνιδιαστικά, με απόφαση της Κυβέρνησης. Την προηγούμενη του λουκέτου οι άνθρωποι με τις άσπρες, γαριασμένες μπλούζες έκλεισαν το δρόμο φωνάζοντας συνθήματα για «δουλειά» και «πείνα».  Έστησαν κι αρρώστους, μες στο τσουχτερό κρύο, πίσω από τα κάγκελα της εισόδου - κατουρημένα παντελόνια και σάλια να στάζουν από χαυνωμένα στόματα. Τζίφος. Πλάκωσε βροχή, σκόρπισε η διαμαρτυρία, ο δρόμος άνοιξε πριν προλάβουν να ορμήξουν τα ΜΑΤ, έφυγαν και τα Κανάλια. «Ρε, σεις ακόμη κι ο κωλόκαιρος μας πάει κόντρα» σιχτίρισαν οι απολυμένοι και ξεκίνησαν το ξήλωμα του Νοσοκομείου.  
- Βαρύ ‘ναι το ρημάδι.  Τι σκατά, μονό στρώμα και ζυγίζει έναν τόνο, σφύριξε η           γυναίκα πίσω απ’ τα γκρίζα, λαδωμένα μαλλιά που της έκρυβαν το πρόσωπο.
- Σκάσε και προχώρα να φτάσουμε μια ώρα ‘ρχύτερα, απάντησε κοφτά ο άντρας με τον πράσινο σκούφο.
Παραπατούσαν  απ΄ το βάρος μου που τους κι αναγκάζονταν να σταματούν κάθε τόσο* με ακουμπούσαν όρθιο σε κάποιον τοίχο και στηρίζονταν πάνω μου να πάρουν ανάσα -  σιχαινόμουν τη μυρωδιά τους.
Το τελευταίο κορμί που φιλοξένησα το έλεγαν Μαρία, ήταν ελαφρύ σαν πούπουλο κι είχε μαύρα κοντά μαλλιά.  Οι νοσηλευτές  την κρατούσαν με το ζόρι πάνω μου ένα  μεσημέρι, που ‘καιγε ο τόπος και τα τζιτζίκια στρίγγλιζαν.  Εκείνη χτυπιόταν και θρηνούσε βουτηγμένη σε παγωμένο ιδρώτα. «Απαιτείται καθήλωση για την προστασία της», είπαν οι γιατροί. Καρποί κι αστράγαλοι ματωμένοι. Ύστερα έπαψε να ματώνει, οι πληγές έγιναν ουλές και τα φάρμακα κοίμισαν τον πόνο της. «Πάει καλύτερα», αποφάνθηκε εκ νέου η Ιατρική.  Μόνο εγώ γνώριζα*  ήταν ολόκληρη μια παλλόμενη σιωπή που ανάβλυζε δάκρυα.  Διαπερνούσαν το σκληρό σεντόνι, τα φύλαγα μέσα μου σταγόνα σταγόνα – έφτιαξα μια λίμνη. Το χλωμό δέρμα της με πότιζε με μια  μυρωδιά που θύμιζε αυτό που οι νοσοκόμες αποκαλούσαν «γιασεμί» και φύτρωνε έξω από το παράθυρό μας. Τις νύχτες μου ψιθύριζε ιστορίες για κούκλες που μιλούσαν και για πεταλούδες, αμέτρητες πολύχρωμες πεταλούδες.  Την ονόμασα Γιασεμή και μου ανήκε ψυχή και σώμα.

- Έλα, ξεκινάμε! είπε ανυπόμονα ο άντρας κι η γυναίκα βλαστήμησε.  
Με τραβούσαν, μ’ έσπρωχναν, με κλωτσούσαν ώστε να φτάσουν γρήγορα στον προορισμό τους μην και μ’ αρπάξει κανείς από τα γέρικα χέρια τους.  Αν ήξεραν τι κουβαλούσαν, θα με παράταγαν καταμεσής του δρόμου και θα γίνονταν καπνός.
Όταν ξεκόλλησαν τη Γιασεμή από πάνω μου δεν μπόρεσα ν’ αντιδράσω.  Είμαι ένας μπόγος από κουρέλια ραμμένα γερά μέσα σε ύφασμα. Το μόνο που μπορώ είναι ν’ απορροφώ υγρά, ψιθύρους κι όνειρα.  Απέμεινα ανάμεσα στους ξεφτισμένους τοίχους - κατόπιν, βρέθηκα στην αυλή στοιβαγμένο με τα υπόλοιπα άχρηστα υλικά.
- Φτάσαμε, ρίξτο μέσα, έδωσε ο άντρας την εντολή κι άνοιξε διάπλατα το μισάνοιχτο πατζούρι.
Μ’ έσπρωχναν όπως όπως απ’ το παράθυρο κι έπεσα στην μπόχα της υπόγειας τρώγλης τους. Εκείνοι μπήκαν κλειδώνοντας την πόρτα πίσω τους κι έκλεισαν βιαστικά το ανοιχτό παράθυρο.  Άναψαν μια λάμπα υγραερίου που φώτισε τους σωρούς με τα ρούχα και χίλιων ειδών παλιατζούρες και  σκουπίδια.  Η βαριά γυναίκα σωριάστηκε σε μια ξεχαρβαλωμένη πολυθρόνα.  Ο άντρας έβγαλε από τις τσέπες του πανωφοριού του πακέτα τυλιγμένα μ’ εφημερίδες και τα άφησε χάμω, δίπλα μου.  Δεν είχα δει το ματωμένο μαχαίρι του μέχρι που το ‘χωσε στο πλευρό μου,  ανοίγοντάς με  «να με παραγεμίσει με το χαρτί που σουφρώσαμε» κάγχασε κι άρχισε να ξετυλίγει τα πακέτα.
Μ’ έσκισαν ως κάτω κι έσκουξαν ξαφνιασμένοι απ’ τις πεταλούδες που ξεπήδησαν.   Ακούμπησαν  τη λάμπα πλάι μου κι έσκυψαν να δουν.  Η  εύφλεκτη λίμνη μου χύθηκε στη φλόγα.
Οι περίοικοι λησμόνησαν γρήγορα τους ανεπιθύμητους γείτονες, που ανασύρθηκαν απανθρακωμένοι. Αυτό που στοίχειωσε για καιρό τα σπίτια τους ήταν μια ανεξήγητη ευωδιά γιασεμιού που ανέδιναν τ’ αποκαϊδια.

Μαρίτα  Φίλντιση