Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυγή Βυθούλκα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυγή Βυθούλκα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 23 Ιουλίου 2016

κορίτσια μέσα στη νύχτα

Beth Conklin

Η Ντάλια τα βράδια γίνεται δρόμος και πάει …
Η Μένια τα βράδια γίνεται φως και φωτίζει…
Η Γκλόρι τα βράδια γίνεται σιωπή και ακούει…
Η Έστερ τα βράδια γίνεται σκόνη και χάνεται …
Η Κόνι τα βράδια λέει ένα τραγούδι για ένα κορίτσι που τα βράδια γινόταν νερό και την διψασμένη έρημο πότιζε και ένα λουλούδι άνθιζε και ως το πρωί είχε ζήσει όλη του τη ζωή και είχε γίνει φύλλο …
Η Κόνι τα βράδια λέει ένα τραγούδι κι εγώ ξυπνάω και ξυπόλητη ανεβαίνω στην ταράτσα και νιώθω ότι κάποιος τραγουδάει κάτι για μένα …
Μετά κοιμάμαι και δεν υπάρχεις.

Αυγή, 20/12/2015




Δευτέρα 11 Ιουλίου 2016

για τη σιωπή που χαλάσατε

Henn Kim

Τα βράδια άνοιγε το παράθυρο σιγά – σιγά περνούσε το ένα πόδι στο περβάζι και μετά το άλλο… αν και φυσούσε, ουδείς φόβος… περπατούσε, ισορροπώντας, στο σχοινί της μπουγάδας της κυρίας Μίλερ και έφτανε πάντα την ίδια ώρα με το γάτο του κυρίου Φράνκ στην άκρη της καμινάδας. Σσσσσ …. του έκανε κι εκείνος χαμήλωνε το «νιάου» του και τη χαιρετούσε σιωπηλά …ο κύριος Μαρμέλ κοιμόταν στο γραφείο του, πάνω σε μια στοίβα χαρτιά, περνούσε μπροστά από το τζάμι και τον κοιτούσε γλυκά… ξημέρωνε …. μια σκεπή … ωπ … άλλη μία … γρήγορα … την ώρα που ο ήλιος χαϊδεύει την πόλη στα μαλλιά … ο αέρας έχει γεύση φράουλας και είναι η καλύτερη στιγμή να πάει πιο ψηλά και να κλωτσήσει εκείνο το σύννεφο … «χα, γιατί έτσι θέλω και τίποτα δεν με νοιάζει πέρα από τη σφαίρα σου που κάνε κάτι να με βρει στην καρδιά … ακριβώς στην καρδιά …».

Αυγή, 7/12/2015



Δευτέρα 4 Ιουλίου 2016

ελεύθερο ωράριο


Σε λίγες ώρες, αντίθετα απ’ τα ωράρια των εραστών… έτσι, ένα γιορτινό καταμεσήμερο θα δοθώ στην διαπίστωση μιας άλλης ζωής μακριά απ’ το όνειρο. Θα περιμένεις εκστασιασμένος της νίκης στα λευκά σεντόνια, θα έχω το στήθος μου γυμνό στα χείλη σου… δεν είναι ακόμα ώρα να πηγαίνω… θα σε υποστώ ζεστό και οι κουρτίνες θα λιώνουν αφήνοντας τη θάλασσα να μπει στο δωμάτιο …και θα είμαι η θάλασσα που για πείσμα της αλήθειας, χαϊδεύει ένα ξένο ακρογιάλι. Δεν θα κλείσω στιγμή τα μάτια και όλα θα είναι αυθαίρετα και διαφορετικά από εκείνον τον έρωτα στο απόλυτο σκοτάδι. Κρατάω την αναπνοή μου, διαθήκη για το πέλαγος, δεν υπακούω στους κανόνες της τρυφερότητάς σου… δεν σου δίνομαι… απλά σπαταλιέμαι σε ένα ελάχιστο κομμάτι χρόνου… μόνη μου μέσα στους καιρούς χωρίς ένα χέρι να με κρατήσει μακριά απ’ το πείραμα. Η μετουσίωση της εμπειρίας σε ζωή κοστίζει 100€ (κάποια χιλιόμετρα και τη μανία μου να πληρώνω πάντα, μιας και η χλωμή μου πίστη δεν ανέχεται να σκεφτεί ότι κάπως θα με αποκαλέσει βολεμένη). Με τόσο και τίποτα, με σιωπή άνυδρη, μακριά απ’ τον έρωτα θα ταξιδέψω το σχήμα μου. Θα με ουρλιάξω όσες φορές αντέχω, θα καώ όσες φορές τρέμει η φλόγα μου, θα κρατήσω το θεό στα χέρια μου και μετά ξένη και απόμακρη θα ξαπλώσω μακριά απ’ τη θέρμη σου… δεν σε ξέρω, ούτε και θα θελήσω να σε μάθω. Το νερό θα πέσει επάνω μου, θα φορέσω τα ρούχα της δουλειάς και θα είναι ένα ίδιο – απόλυτα υπέροχο και ελεύθερο απόγευμα. Δεν θα έρθω ποτέ ξανά. Το βράδυ θα πλύνω τα πιάτα και θα είμαι οικογένεια εξωτερικά και έρημος μέσα μου. Έτσι, σε λίγες ώρες, αντίθετα από τα ωράρια των εραστών θα αντιμετωπίσει τη λογική του πλήθους. Ύστερα η συνείδησή μου θα είναι βαθιά και φριχτά ερωτευμένη. Ύστερα, θα σε αγαπώ αιώνια με τη σιγουριά του ήλιου για την ανατολή και τη δύση. Ύστερα, θα αρχίσει ο πόλεμος και δεν θα σου χαρίσω τίποτα… έλα να δεις πόσο σου ανήκω… έλα να δεις τη γυναίκα σου …ολόκληρη και κατάδική σου… τέλος.

Αυγή, 3/3/2016



Τρίτη 28 Ιουνίου 2016

Steve and Sunny


- Παρ’ το.
- Μα δεν το θέλω ή μάλλον δεν το θέλω τώρα γιατί πρώτα θέλω να σου μιλήσω για τα βατόμουρα. Που βάφουν τα χείλη, που είναι στο δάσος, που μια μέρα θα πάμε και θα τα μαζέψουμε.
- Ναι, θα μου πεις, μα πάρε αυτό το λουλούδι.
- Όχι, άκουσε με πρώτα. Ποτέ δεν με ακούς και το χέρι μη μου το σφίγγεις, με πονάει.
- Θα σε ακούσω αλλά πάρε αυτό το λουλουδάκι, λουλουδάκι μου. Είναι δικό σου και αν δεν το πάρεις θα το πετάξω.
- Μη με εκβιάζεις με αυτό το λουλούδι … θέλω πρώτα να σου πω για τη θάλασσα.
- Ρε γαμώτο έχω ένα λουλούδι για σένα. Το θες;
- Όχι!
- Ώστε όχι ε; Να λοιπόν (*&$%)
…………
- Μα γιατί κλαις;
- Γιατί ποτέ δεν μου έχεις δώσει ένα λουλουδάκι. Ποτέ.
- Μα. …
- Μη μου μιλάς μα. Άσε με.

Αυγή, 14/1/2015

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2016

φόβος

Dorothy Lathrop


Πόσο σου μοιάζει ετούτη η μέρα
κρίνο μου, αμίλητο
φως μου, θαμπό.
Σέμνωμα του μικρού κεριού, 
αμάλαγο, εαρινό μου.
Αμητού σελήνη μακρινή 
της μάνας η αρχή σου.
Μη με ξεχάσεις στον πόνο σου.
Μη με ξεχάσεις.
Θα καρτερώ με αγρολούλουδα
την άλλη πλευρά της καρδιάς 
στο μεσουράνημα των πουλιών
με δαψιλές το δάκρυ μου.
Πόσο σου μοιάζει ετούτη η μέρα
πόσο σου μοιάζω κι εγώ.
Μη με ξεχάσεις στο φόβο σου.
Έτσι, φοβούμαι κι εγώ. 

Αυγή, 14/4/2016



Παρασκευή 27 Μαΐου 2016

το τελευταίο παραμύθι για τον Α.


Μια ριγέ σαύρα κατοικεί μέρες τώρα στο δωμάτιό μου.
Πως βρέθηκε εδώ; Μπου, δεν ξέρω.
Τικ τικ τικ τικ … η ριγέ σαύρα προσπαθεί να σκαρφαλώσει στην καρέκλα.
Τικ τικ προσπαθεί και κάτω πάλι .. πέφτει ανάσκελα στο πάτωμα και κουνάει τα πόδια της.
Όταν ήμουν μικρή μισούσα το πορτοκαλί …ύστερα με τον καιρό το αγάπησα και τώρα η ριγέ σαύρα ήρθε στη ζωή μου να εκδικηθεί για τα χρώματα και πάνω από όλα για το πορτοκαλί που κάποτε μισούσα και μετά αγάπησα αλλά η προσαρμογή μου αυτή δεν φάνηκε να ικανοποίησε αρκετά το σύμπαν.
Η ριγέ σαύρα ζωγράφισε μια ακόμα ρίγα στην πλάτη της.
Έγινε πιο ριγέ … έγινε ριγοτάτη.
Ντιν νταν … το ρολόι χτυπάει μεσάνυχτα. Η ντουλάπα ανοίγει και ένας ένας οι πιγκουίνοι μου πετάγονται έξω. Τέτοια ώρα ακούνε πάντα ένα κομμάτι του Τσαϊκόφσκι, την πασίγνωστη λίμνη των κύκνων, χαλαρώνουν και έπειτα αρχίζουν να πίνουν μπύρες και να χλευάζουν τους κύκνους. Ρε αυτοί οι κύκνοι μια ζωή κουπί, δίαιτα, μεταμόρφωση, ανασφάλεια. Ρε οι κύκνοι λένε γελώντας οι πιγκουίνοι.
Η Κλάρα η αράχνη βαρέθηκε να πλέκει ιστούς … έχει εμμηνόπαυση, κοριτσίστικα θέματα. Τώρα τελευταία ανακάλυψε το διαδίκτυο και επιδόθηκε στις online παραγγελίες. Η Κλάρα αγοράζει έτοιμους ιστούς από τον Spiderman. Έτσι είναι τα γεράματα φέρνουν σοφία και απλότητα…
Κι εγώ που έχω μια γκρίνια πλεγμένη στα μαλλιά μου και σε χώρισα εχθές και περιμένω να έρθεις να σε χωρίσω και σήμερα και να σου πω για να ξέρεις ότι και μεθαύριο πάλι θα σε χωρίσω. Και θα σε χωρίζω πάντα …
Αχ, και μόνο χαμογελάς και δεν την αντέχω την αμίλητη γλύκα σου. Και με λες μικρούλα ενώ είμαι σπουδαία και τεράστια.
Μετά θα μου κλείσεις το στόμα και θα δύσουμε ο ένας μέσα στον άλλον και ο κόσμος δεν θα πάρει χαμπάρι την απουσία μας… μόνο εκείνο το τέρας κόβει κομμάτια από τον ύπνο μας και τα μασουλάει απολαυστικά…
Και σε έχω αγκαλιά και με έχεις όλη …
Και στο δωμάτιο έχουμε μαζευτεί κάμποσοι …

Aυγή, 2/2/2016

Παρασκευή 20 Μαΐου 2016

one ticket night


Εκδοτήρια εισιτηρίων N. SERM
Ο Μαρκέλ στέκεται στην ουρά. O Μαρκέλ ξυπνάει πολύ νωρίς το πρωί χωρίς να έχει απολαύσει τη νύχτα. Ο Μαρκέλ δεν θυμάται ποτέ στη ζωή του, να έχει απολαύσει τη νύχτα. Το πρωί ελέγχει καλύτερα τα σχήματα. Στο φως βλέπει καλύτερα τα χρώματα. Δεν χρειάζεται να μαντέψει τίποτα στον ορατό κόσμο, το σκοτάδι, αντίθετα, τον φέρνει αντιμέτωπο με την ανάσα του και με τα όνειρα και ναι … τα όνειρα είναι φριχτά. Απαιτούν την πραγματοποίηση. Τα όνειρα θέλουν κόπο και ο Μαρκέλ δεν μπορεί άλλο να κοπιάζει είναι ήδη κουρασμένος από την ατέλειωτη νύχτα, απ’ την ατέλειωτη νύχτα και τα απαιτητικά όνειρα. Αγοράζει ένα εισιτήριο.
Εκδοτήρια εισιτηρίων S. SERM
Η Ντελίν στέκεται στην ουρά. Η Ντελίν ξυπνάει πολύ νωρίς το πρωί χωρίς να έχει απολαύσει τη νύχτα. Η Ντελίν δεν θυμάται ποτέ στη ζωή της, να έχει απολαύσει τη νύχτα. Στο φως της ημέρας όλα μοιάζουν πιο γλυκά, πιο εξημερωμένα και είναι εύκολο να διακρίνεις που ξεκινάει ο δρόμος και που τελειώνουν τα λουλούδια του κήπου. Δεν χρειάζεται να μαντέψει τίποτα στον ορατό κόσμο, το σκοτάδι, αντίθετα, την φέρνει αντιμέτωπη με την ανάσα της και με τις επιθυμίας και ναι … οι επιθυμίες είναι φριχτές. Απαιτούν την πραγματοποίηση. Οι επιθυμίες θέλουν κουράγιο και η Ντελίν δεν έχει πια κουράγιο και είναι ήδη κουρασμένη από την ατέλειωτη νύχτα, απ’ την ατέλειωτη νύχτα και τις απαιτητικές επιθυμίες. Αγοράζει ένα εισιτήριο.
Πυκνός κόσμος, πυκνές νότες, πυκνός ουρανός … τόσο μα τόσο σκοτάδι. Ο Μαρκέλ νιώθει δυστυχισμένος. Η Ντελίν νιώθει δυστυχισμένη. Εκείνος ψάχνει τη θέση του. Εκείνη τη δική της. Μετά ο Μαρκέλ ψάχνει κάτι στην τσέπη του που δεν το βρίσκει και η Ντελίν ψάχνει κάτι στην τσάντα της που δεν το βρίσκει. Και ο κόσμος τραγουδά δυνατά και ο Μαρκέλ με την Ντελίν κάθονται δίπλα – δίπλα. Ακίνητοι και ατραγούδιστοι. Λίγος ο χώρος, τεράστια η νύχτα και είναι και αυτά τα κορμιά τους που αγγίζουνται απαλά και ανεπαίσθητα και ρέουν και διοχετεύουν νύχτα το ένα μέσα στο άλλο ασταμάτητα και επίμονα. Μα ο Μαρκέλ δεν κουνιέται. Μα η Ντελίν δεν ανακάθεται. Ακίνητοι μέσα στην τεράστια νύχτα, η σιωπή τους επωάζεται σ’ αυτό το παρατεταμένο τυχαίο άγγιγμα που κανένας δεν θέλει να τελειώσει… ο Μαρκέλ δεν θέλει να τελειώσει η νύχτα, η Ντελίν δεν θέλει να τελειώσει η νύχτα … και ανάμεσά τους χιλιάδες φτερωτές στιγμές, εκατομμύρια όνειρα και μυριάδες επιθυμίες … που απλά πετούν μα δεν απαιτούν … δεν μιλούν … δεν προστάζουν … μόνο πετούν. Κάνε με κι άλλο να δειλιάσω να τραβηχτώ απ’ το πλάι σου, σκέφτεται ο Μαρκέλ. Κάνε με ακόμα να δειλιάσω, σκέφτεται η Ντελίν. Και κανένας δεν νιώθει κουρασμένος απ’ την επιθυμία ή το όνειρο… και κανένας δεν φοβάται πια τη νύχτα … αναπνέουν …

Αυγή, 21/1/2016

Τρίτη 29 Μαρτίου 2016

father's day


Όχι, θα κάνω αυτό που θέλω εγώ. Όχι, θα πω αυτό που θέλω εγώ. Όχι, εγώ ξέρω εσύ διατάζεις, δεν ξέρεις. Με τέτοιες φράσεις την ψυχή σου, την κράτησα στην παλάμη μου και την έβγαλα από τη θέση της. Χρόνια ατέλειωτα … Με την έκρηξη ερχόμουν και την έκρηξη έφερνα και σάρωνα ότι έχτιζες και η άρνηση μου ήταν καθεστώς. Τώρα πίνεις το ουίσκι σου σκέτο, απέναντί μου. Έχεις την κομψότητα της δύναμης που πηγάζει από την καρδιά και την λεπτότητα του θάρρους εκείνη που φέρνει ρίγος στους ανθρώπους, είσαι τόσο καθαρός στο βλέμμα και στις λέξεις, τις λίγες, ελάχιστες λέξεις που ξεστομίζεις. Και σκέφτομαι όπως ανακατεύω τα φιστίκια στο μπολ με το δάχτυλο ότι θα μου πεις αργά ή γρήγορα «μη το κάνεις αυτό» και θα μου πάρεις το χέρι και θα μου το ακουμπήσεις στο γόνατό μου. Μετά σιωπή, μια μουσική παλιά που λες ότι σου αρέσει κι εγώ να παίζω με τα μαλλιά μου… ξέρεις μου λες: Δεν υπάρχει δικαιοσύνη, ούτε δίκαιο, η μόνη δικαίωση του ανθρώπου είναι ο έρωτας. Και για άλλη μια φορά νιώθω ότι μεγαλώνουμε μαζί και είναι τόση η αγάπη που μόνο μέσα σε μια ηλιθιότητα ή μια βλακεία χωράει και σου λέω το γνωστό τραγούδι και μου λες … η πολλή αγάπη μόνο με αμηχανία εκφράζεται … και έχεις δίκιο μπαμπά.

Αυγή, 28/12/2015

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2016

Venezia: Ultimo tramonto (απόσπασμα)

Yoshijiro Urushibara
Αυτοκτονούσες, ναι αυτοκτονούσες, κατάχλωμη, θλιμμένη πολιτεία μ’ έναν τρόπο αντίστροφο από τη γέννηση της Αφροδίτης. Έτσι, αντιδρώντας στην ομορφιά σου, στη βία της γοητείας σου, έτεινες να σε εξαφανίσεις. Μόνο τα περιστέρια γνωρίζανε την ύψωση και ερωτευμένα ανέβαιναν στον ουρανό σου, πετούσαν πάνω απ’ το μεγάλο κανάλι και κούρνιαζαν στην αγκαλιά του Μάρκου.
Εκείνη, μισή σκαλί, μισή νερό, του έγνεψε να σταματήσει. Χώθηκε στην ουρά του ξύλου και τα υγρά της μάτια είχαν μέσα τους όλα τα κρύσταλλα που φαντάστηκες.
- Γονδολιέρη, δεν θέλω, είπε, να μου τραγουδήσεις.
Σώπασε ο γονδολιέρης και βάλθηκε να τινάζει το νερό στα πλαϊνά της ζωής της. Γύρω, όλα τα φαντάσματα λούζονταν κάτω απ’ το φως του βενετσιάνικου πόνου και τα τσετσέκια άνθιζαν χίλια χρόνια. Μια όπερα ξάνοιγε τον ήχο της προς το ηλιοβασίλεμα και ο θάνατος είχε ένα κοχύλι στο μέτωπο.
Και το νερό ακίνητο κι διαδρομή στο τέλος.
- Prego signorina, εδώ θα σε προσέξουν, θα βρεις τα λόγια που χρειάζεται η πληγή, της είπε και έπιασε ανάλαφρα το γυμνό της χέρι.
Μέσα από τον αχνό μιας άλλης πέτρας φάνηκε ο ίσκιος του, την πήρε αγκαλιά και δίχως λέξη καμιά την ακούμπησε πάνω στη χάρτινη πλημμυρίδα. Σσσ… της είπε, σκέψου τα ύστερα και τα αυριανά. Και όσο αυτή αφουγκραζόταν το μαρμαρένιο σκαλοπάτι, εκείνος ψάρευε στην πίσω πόρτα και το νερό καιγόταν στη σιωπή του τελευταίου σούρουπου…

Αυγή, 10/2/2016 



Δευτέρα 29 Φεβρουαρίου 2016

λεκές (απόσπασμα)

Fabio Modica


Ο μονόλογος μιας ερωτικής απολύμανσης …

Πριν τo κόκκινο, τολμούσα να πω ότι ήμουν πινέλο. Έσταζαν οι χυμοί μου στο μουσαμά σου και μέρες νηστικός, ιδρωμένος και άοπλος έκανα εποχές.
Σε ζωγράφιζα.
Κάπου στη μέση του ανέμου, κάθε δέντρο είχε ένα Χριστούγεννο και τη σπονδυλική του στήλη φωσφορούχα. Τα άλογα έπιναν νερό δίπλα απ’ τα ανθισμένα γεράνια, όσο ήξερα τα βήματα του χρόνου πόσο στα νούμερα θα αγγίξουν ή όχι.
Σε είχα.
Έπειτα, ο αμητός του Ιούνη μας συνέπαιρνε στο κίτρινο και το χρυσό αέτωμα, οι παλάμες είχαν πλούτο και ήμασταν σπουδάζοντες της βαρύτητας.
Γεννούσαμε.
Μια στιγμή σαν όλο, ο παράδεισος αναχαιτίστηκε και επήλθε η σιγουριά μιας αυτάρκειας αλλεργικής ίσως αρρωστημένης. Στο δεδομένο φως σαν λουστήκαμε υπερτόνισαν τα μαλλιά σου και το δικό μου πτερύγιο.
Λάθευες. Έσφαλα.
Αθροίζοντας και επισυνάπτοντας στο θέμα την λατρεμένης μου ώρας, καταθέτω τις γκρι γραμμές στα τοπάζια μάτια σου. Το ποντίκι του σκότους είναι αχόρταγο, καλή μου. Πεινάει, γεμίζει με σάλιο την αριθμητική σειρά των αισθημάτων μου. Σου μιλώ από απόσταση.
Σου μιλώ στην απουσία.
Όσο η τροφή φούσκωνε το αστέρι μας τόσο παραδινόταν η λάμψη και η ευελιξία του στην μαύρη τρύπα του τρίτου γαλαξία. Τώρα όσο κι αν τραφώ, μόνο η ομίχλη με θυμίζει και δεν φτιάχνεται ποτέ έναστρη νύχτα για μένα.
Σε σκότωσα. Δεν υπάρχεις ή υπάρχεις περισσότερο από πάντα.

Αυγή Βυθούλκα, 18/2/2016

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016

το κυνήγι του ερωδιού





Υποταγή και κατάκτηση
όλων των παλμών σου:
Σιωπηλός παρέμεινα για χρόνια,
προδίδοντας συνειδητά,
την μοναδικότητα που με καθιστούσε
κλουβί για λίγους και θηλιά για ελάχιστους.
Αποχρωματίστηκα …
καραδοκώντας ανάμεσα στις κοινότυπες ομοιότητες,
την κατάλληλη στιγμή,
για να σ’ αρπάξω και να σε διαφθείρω
όπως καμία άλλη…

Αυγή Βυθούλκα, 16/1/2016

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2016

μικρή


Μικρή, όταν κοιμάσαι στις ακτές του τίποτα, τι σου απομένει άραγε απ’ το όνειρο; Πόσο ζυγίζει ο δισταγμός σου; Μικρούλα, σαν τ’ απογεύματα που ανθίζουν στα φύλλα, ενός άγνωστου ακόμα στον κόσμο, φυτού, πόσα βήματα μετράνε τον γκρεμό σου και το δειλό σου χέρι; Μικρή, σαν την τεράστια απάτη σου καμία απάτη και χίλιες οι αποχρώσεις σου ενώ εγώ, πάντα μαύρος. Μικρή, όταν κοιμάσαι στη σκουριασμένη νύχτα, πόσο το χάος στα μάτια και στο αβαρές σου βλέμμα; Ποιο παραμύθι σε χώρεσε με όλα τα μαλλάκια σου και ποιος μύθος για σένα ακόμα αναπνέει στα στόματα των αγοριών; Εκεί που λούζεσαι ας ήταν να πεθάνω με έναν ωραίο θάνατο όπως η μυρωδιά σου…

Αυγή, 5/06/2016

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2016

Το κορίτσι του νερού

Catrin-Welz-Stein
Μια φορά κι έναν καιρό, σαν χθες ή σήμερα ή κάποτε, πίσω απ’ ένα βάζο με ζάχαρη, στην κουζίνα ενός σπιτιού στα βάθη του ποτέ, ανέπνεε ένας μαγικός κήπος. Πανύψηλα συννεφόδεντρα τον σκίαζαν και μυριάδες πεταλολούλουδα χρωμάτιζαν τις κοιλάδες του. Και πουλιά, πουλιά, εκατομμύρια πουλιά πετούσαν στις κορφές των συννεφόδεντρων και ερωτεύονταν και έφτιαχναν χρυσαφένιες φωλιές και κελαηδούσαν κάτι που έμοιαζε με αγάπη. Ο ήλιος και το φεγγάρι ήταν παντοτινά μαζί στον ουρανό του κήπου και δεν υπήρχε μέρα, μήτε νύχτα παρά μόνο ένα μελαγχολικό δειλινό σχεδόν πορτοκαλί, σχεδόν μωβ, σχεδόν δακρυσμένο και τ’ αστέρια δεν είχαν ουρανό μα κρέμονταν λαμπερά από τα συννεφόδεντρα και είχαν το όνομα ενός κοριτσιού. Όλα τα αστέρια του κήπου είχαν το όνομα ενός κοριτσιού … και κάθε που γέμιζαν τα συννεφόδεντρα προσευχές, έγερναν τα κλαδιά τους και μια γλυκιά βροχή πότιζε τον κήπο… τικ τικ τικ … η βροχή πάνω στα χρώματα… τικ τικ τικ η βροχή πάνω στην ψυχή του κήπου, πάνω στο δειλινό και στ’ αστέρια που είχαν όλα το όνομα ενός κοριτσιού… Μετά, η βροχή στέρευε και η πράσινη χλόη χόρευε και μέσα απ’ την ομίχλη της δροσιάς εμφανιζόταν εκείνο το κορίτσι που όλα τ’ αστέρια είχαν το δικό της όνομα. Περπατούσε αργά στον κήπο με τα μάτια χαμηλωμένα και έμεναν ακίνητα τα πεταλολούλουδα και τα συννεφόδεντρα και όλα τα πουλιά έπαυαν το πέταγμα και το κελάηδημα … και το κορίτσι που όλα τα αστέρια είχαν το όνομά της έφτανε στην άκρη του νερού, έσκυβε και κοιτούσε το πρόσωπό της … και όλοι ήξεραν μα κανένας δεν μιλούσε πως την καρδία της ένας μέγας πόνος την φρουρούσε και της έκλεβε τις λέξεις και της χάριζε μόνο δύο τεράστια θλιμμένα μάτια … μα στην άκρη του κήπου το μυστικό είχε το φως του… μια κόκκινη κλωστή που όποιος την έβρισκε θα απελευθέρωνε την ψυχή της. Το κορίτσι περίμενε … περίμενε … περίμενε, μέχρι που το νερό τελείωνε κι αυτό γυρνούσε από το άγνωστο σημείο του κήπου απ’ όπου ερχόταν. Ύστερα, πάλι η βροχή … τικ τικ τικ ..στα χρώματα … τικ τικ τικ στη χλόη … τικ τικ τικ στ’ αστέρια που όλα είχαν το όνομα ενός κοριτσιού που ζούσε σ’ ένα κήπο πίσω από το βάζο με τη ζάχαρη στην κουζίνα ενός σπιτιού στα βάθη του ποτέ …

Αυγή, 15/1/2016

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2016

χειμωνιάτικο





Όπως ανασηκώνονται οι ώμοι στο κλείσιμο της πόρτας έτσι με την ίδια ακριβώς τρομαγμένη αλλά γεμάτη ανακούφιση κίνηση η κόκκινη λέξη χτυπάει στους τοίχους δυο φορές και με βρίσκει στο λαιμό.

Αυτή την Τρίτη δεν ανήκω πια.
Μάλλον φεύγω για άλλη μια φορά απ’ εκείνο το παράθυρο στο ταβάνι και βγαίνω νύχτα στη σκεπή της πόλης, περπατώ ξυπόλητη στα καλώδια που ενώνουν τις ζωές μας, χάνω το κοκαλάκι μου και αναρωτιέμαι αν η απώλεια ήταν αυτό που προγραμμάτιζα ή ασυνείδητα επιδίωκα.
Χα! Αυτό το τραπέζι θα το πετάξω, σκέφτομαι, και τον καναπέ θα τον χαρίσω σ’ εκείνο το θλιμμένο αγόρι του πρώτου ορόφου. Εμένα θα μου μείνει ένα μολύβι και μια παλιά εφημερίδα, δίπλα από το άρθρο ενός αποτρόπαιου ερωτικού εγκλήματος ή μιας ληστείας, το 2009 θα γράψω ένα τραγούδι που το 2015 θα είναι παλιό αλλά ακόμα ζεστό σαν κάστανο, στην παλάμη του χειμώνα.

Αυγή, 3/12/2015

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2016

τριαντάφυλλο


Ίσως να είμαι το μοναδικό σου τριανταφυλλο...
εκείνο το ξεχωριστό ανάμεσα στις χιλιάδες,
όμως αν δεν είσαι εκεί
να με φροντίσεις, να μου δωθείς και σε μένα να αφοσιώσεις τις στιγμές σου...
μια μέρα θα γίνω σκόνη, απαλή κόκκινη σκόνη
και θα πετάξω προς την ανατολή
κι εσύ, ναι εσύ αγάπη μου,
τότε θα έχεις μεγαλώσει για πάντα
και όλα αυτά, γιατί φοβήθηκες...να με έχεις...

Αυγή, 6/1/2016

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

the end of the ocean

Edvard Munch


- Κλείσε τα παράθυρα, τις πόρτες και το στοματάκι σου, αγάπη μου. Πνίγομαι στη δουλειά… καλό θα ήταν με συνοπτικές διαδικασίες, αν σου είναι εύκολο, να εξαφανιστείς …

- Οκ, θα εξαφανιστώ αλλά εσύ φόρα τα μπρατσάκια σου. Τόσος πνιγμός θέλει προστασία …
- Μ! Εξυπνάδες. Το κορίτσι του νερού, μικρό μου, δεν γίνεται να πνιγεί … αλλά αν σου πνιγώ να δω τι θα κάνεις καψερέ …
- Τι θα κάνω… απλά πρακτικά βήματα… διαδικασία το λένε αυτό.. δηλαδή θα έρθω μαζί σου στο βυθό του ωκεανού και θα περιμένω εκεί μέχρι να σε αναστήσει ο Ποσειδώνας αλλιώς μαζί μέχρι το τέλος του ωκεανού…
- Ούτε ο θάνατος δεν θα με γλιτώσει από εσένα… φύγε… μη με ταξιδεύεις άλλο…
- Φεύγω, αλλά να ξέρεις ότι το ταξίδι μου μένει…
- Και με βυθίζει;
- Κάπως έτσι …

Αυγή, 18/12/2015

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

you should be dancin'



Εγώ, αστέρι μου, δεν χορεύω όπως μου βαράνε. Εγώ γεννάω το ρυθμό ή τον σβήνω με το δάκτυλο και όταν περνάω το κραγιόν στα χείλη μου δεν θέλω κουβέντες και παράπονα. Εξάλλου, αυτά που ζητάω δεν είναι πολλά: Ένα πόλεμο φρικτό για την Τροία μου και τον Πάτροκλο ζωντανό … μετά του άφησε ένα σ’ αγαπώ στο στόμα και τα ρέστα δικά του …


Αυγή, 21/10/2015


Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

Καλή χρονιά!!!




Μου είπαν: Πάει ο παλιός ο χρόνος!
Μ! Πάει; Ναι, αλλά που; Και ο καινούριος;
Αυτός που θα μας πάει;
Κι αν μας πάει εκεί που ποτέ δεν πήγαμε;
Που δεν ξέρουμε τι χρώμα έχει η θάλασσα;
Εκεί, που είναι απάτητα μέρη και τα ρολόγια δείχνουν πάντα «ακριβώς»;
Ε, αν μας πάει εκεί, κράτα μου το χέρι κι αν φοβηθώ … φίλα με.

Καλή χρονιά σε όλους.
Εύχομαι να έχουμε τη δύναμη να αντέξουμε την ευτυχία
γιατί μόνο αυτή θέλει και απαιτεί …

Αυγή, 30/12/2015

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2015

γυμνό


- Πότε θα έρθεις;
- Νύχτα θα έρθω.
- Πότε;
- Όταν θα είσαι έτοιμη για τη θάλασσα…
- Ποια;
- Τη θάλασσα, τη θάλασσα που θυμώνει, που αλατίζει το βλέμμα σου, που σε πονάει … όταν θα είσαι έκρηξη, όταν θα είσαι όπλο.
- Πότε;
- Όταν θα έχει γεννηθεί ξανά το σώμα, όταν τα σημάδια σου δεν θα έχουν ονόματα, όταν θα αντέχεις τον πόθο και τη σιωπή… τη δική μου σιωπή… τη δική σου σιωπή …τη σιωπή στο δωμάτιο …
- Θα αργήσεις λοιπόν …
- Δεν αργεί η θάλασσα, ούτε η σιωπή, ούτε η σφαίρα … μάθε να γδύνεσαι…
- Πότε θα έρθεις;
- Μάθε να γδύνεσαι …

Αυγή, 25/11/2015

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2015

κουνέλι

Ρούφηξε μια βιαστική γουλιά καφέ και άναψε τσιγάρο. Πέταξε τα τακούνια στο κάθισμα του συνοδηγού, σήκωσε το μακρύ φουστάνι της και το στρίμωξε ανάμεσα στους μηρούς της. Ήταν ξεκάθαρα εκνευρισμένη. Η Επίδαυρος, δεν έλαμψε σαν χώμα ιερό και οι φωνές του χορού δεν έφθασαν το ακάλυπτο στήθος της. Μόνο εκείνος ο ηλικιωμένος και διανοούμενος τύπος την κοιτούσε ξανά και ξανά και σκεφτόταν την πλάτη της στο τοίχο. Σκεφτόταν, ενώ με βαρύγδουπο ύφος της έλεγε να προσπαθήσει περισσότερο, να γράψει καλύτερα. Ναι. Αυτό το μόνο αρχαίο – πανάρχαιο δράμα που χώρεσε το ταξίδι της μέσα στην άγρια νύχτα. Ήταν όμως θαρραλέα και το ήξερε γιατί η μοναξιά σε αναγκάζει, σε προστάζει, σου απαιτεί … μόνη να δένεις το σχοινί γύρω απ’ το λαιμό και μόνη να το λύνεις. Ξεκίνησε. Η μουσική δυνατή, οι σκέψεις ούρλιαζαν, το φεγγάρι τη σημάδευε στο πρόσωπο, η καρδιά της ήταν δεκατριών ετών και η άγουρη νιότη φύτρωνε πάλι, πάλι, πάλι εκεί που οι θάλασσες ενώνονται και οι σκιές είναι ελεύθερες. Ο χρόνος, χα, ο τρομερός χρόνος, ο αλύγιστος χρόνος … δεν έδινε καρφάκι για πάρτη του και τώρα, ναι τώρα, στη μέση της διαδρομής, στην αφιλόξενη εθνική με τα ταχύπλοα φώτα θα τον σκότωνε με λίγη αθανασία. Τράβηξε το χειρόφρενο και είχε έναν ανέλπιστο, ουράνιο οργασμό. Στον ύψιστο αναστεναγμό της, μια στάλα ιδρώτα διένυσε το λαιμό της, κοίταξε έξω από το παράθυρο το σώμα του χρόνου να σπαρταράει στην άσφαλτο. Έτσι, της είπε ένα μικρό κουνέλι. Του έκλεισε μάτι και όρμησε στην επιστροφή…

Αυγή, 22/11/2015