Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λίλη Παπασπυροπούλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λίλη Παπασπυροπούλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2016

Taxi driver, ο θρίαμβος της μοναξιάς

« Ο ταξιτζής» (Taxi driver), 1976, Σκηνοθεσία Μάρτιν Σκορσέζε. Πρωταγωνιστούν: Ρόμπερτ ντε Νίρο, Σίμπιλ Σέπαρντ, Τζόντι Φόστερ, Χάρβεϊ Καϊτέλ.


Βετεράνος του Βιετνάμ, ο ταξιτζής στη Νέα Υόρκη Τράβις Μπίκλ, αποφασίζει να καθαρίσει την αμαρτωλή νυχτερινή μητρόπολη από τα καθάρματα που κατά τη γνώμη του τη μολύνουν. Θα συναντήσει την ενσάρκωση της αγνότητας στο πρόσωπο μιας γυναίκας που θα τον απορρίψει και θα προσπαθώντας να σώσει από την πορνεία μια έφηβη, θα αποδυθεί σε ένα λουτρό αίματος.
Το θέμα της μοναξιάς: « Έχω πια πεισθεί ότι η μοναξιά, καθόλου δεν είναι ένα φαινόμενο σπάνιο ή παράξενο, παρά το κεντρικό και αναπόφευκτο γεγονός της ανθρώπινης ύπαρξης» ( Τόμας Γουλφ, «God’s lonely man”). Τα λόγια του Τράβις: «δεν υπάρχει διέξοδος. Είμαι ο εγκαταλειμμένος του Θεού», εμπνευσμένα από το ποίημα, θα μπορούσε να είναι το μότο της ταινίας. Ο Τράβις, ενώ συντροφεύεται από τους πελάτες, είναι βαθιά μόνος σε μια νυχτερινή Νέα Υόρκη που πρωταγωνιστεί ισότιμα με τους ανθρώπους της πόλης. Το ταξί του κι αυτός είναι ένα, επικοινωνεί με τους πελάτες μόνο μέσα από του καθρέφτες, χωρίς να έχει σχεδόν ποτέ άμεση επαφή μαζί τους.
Η θρησκεία: Ο Τράβις αποφασίζει, ότι όντας ο ίδιος καθαρός κυριολεκτικά και μεταφορικά, θα γίνει ο Άγγελος Εκδικητής, που θα αλλάξει τον κόσμο ( τουλάχιστον το δικό του) εξαγνίζοντάς τον από την αμαρτία που αντιπροσωπεύουν οι λογής, λογής αρουραίοι της νύχτας, ένα μωσαϊκό από προαγωγούς, πόρνες, ναρκομανείς, επίδοξους δολοφόνους. Οι κινήσεις του παίρνουν το χαρακτήρα θρησκευτικής ιεροτελεστίας: Κάθε μέρα καθαρίζει το ταξί που βρωμίστηκε τη νύχτα, κάνει ειδική διατροφή, γυμνάζεται προσπαθώντας να εναρμονίσει την εξωτερική με την εσωτερική καθαρότητα. Η επιρροή της θρησκευτικής αποστολής είναι φανερή στο πρόσωπο του ταξιτζή: « Ο Τράβις είναι μια φιγούρα της Παλαιάς Διαθήκης: για να αγγίξει την αγιότητα, πρέπει να επικαλεστεί την οργή του Θεού» ("Ο Σκορσέζε για τον Σκορσέζε"). Η Μπέτσυ, η κοπέλα που θα ερωτευθεί, εμφανίζεται σε σλόου μόσιον σαν άγγελος, ντυμένη στα λευκά. Στο δωμάτιό του μαραίνονται τα λουλούδια της Μπέτσυ θυμίζοντας τάφο, η κάμαρα της Άιρις, της ανήλικης πόρνης είναι γεμάτη με κεριά σαν ιερό.
Ο Στρατός, ο πόλεμος, η πολιτική: Ο Τράβις έχει στιγματιστεί ψυχικά από το συλλογικό τραύμα της Αμερικής, τον πόλεμο του Βιετνάμ. Ξυρίζει το κεφάλι του σε στιλ Μοϊκάνα, όπως έκαναν οι Ειδικές Δυνάμεις, ασκείται καθημερινά, δοκιμάζει την αντοχή του στη φωτιά, αναλαμβάνει έναν ιερό πόλεμο, μια Σταυροφορία. Θα επιχειρήσει να σκοτώσει τον πολιτικό που βγάζει λόγο υποστηρίζοντας ότι θα φέρει την κάθαρση, πιστεύοντας ότι εξαπατά τους άλλους, γιατί μόνο ο ίδιος μπορεί με τα όπλα να είναι αποτελεσματικός. Ευθεία αναφορά στις πολιτικές δολοφονίες που είχαν προηγηθεί στην Αμερική.
Οι συντελεστές της ταινίας: Το « στιλ Σκορσέζε» σε όλο του το μεγαλείο. Ο θεατής είναι πανταχού παρών, είναι ο πελάτης, είναι το βλέμμα του Τράβις μέσα από τους καθρέφτες, η βία αριστοτεχνικά αόρατη σε όλη τη διάρκεια του φιλμ αλλά και απειλητικά παρούσα χάρη στο φρενήρες μοντάζ και τις γωνίες λήψης. Όταν αυτή παίρνει σάρκα στο οπλισμένο χέρι του Τράβις, ο ρυθμός είναι τόσο εκκωφαντικός που δεν μπορεί κανείς να συλλάβει αν αυτό που βλέπει συμβαίνει. Όσο για τους ηθοποιούς, ο εκπληκτικός όπως πάντα Ντε Νίρο διαποτίζει με την ψυχρότητα της ματιάς του την οθόνη γεμίζοντας την με αβάσταχτη δυσφορία, η Φόστερ- που δεν διέψευσε το ταλέντο της με την μετέπειτα πορεία της -,δίνει με απίστευτη για τα 13 της χρόνια ωριμότητα μια σπαρακτική ανήλικη πόρνη και ο ιδιοφυής Καϊτέλ στο ρόλο του προαγωγού της σε μία από τις πρώτες του εμφανίσεις ( έχοντας ήδη εμφανιστεί μαζί με τον Ντε Νίρο στο Mean Streets του ίδιου σκηνοθέτη). Όσο για την υποβλητική μουσική, το κύκνειο άσμα του Μπέρναντ Χέρμαν που συνοδεύει την ταινία, αρκεί να πούμε ότι είναι ο ίδιος συνθέτης του Πολίτη Κέιν, του Βέρτιγκο και του Ψυχώ.
Μία αριστουργηματική ταινία- ορόσημο της Έβδομης Τέχνης.

Λίλη Πασπυροπούλου

Πέμπτη 26 Μαΐου 2016

Dressed to Kill, στα χνάρια του Χίτσκοκ


"Προετοιμασία για ένα έγκλημα", ( Dressed to Kill), 1980, του Μπράιαν ντε Πάλμα με την Άντζι Ντίκινσον και τον Μάικλ Κέιν.

Θρίλερ αγωνίας με πολλά στοιχεία δανεισμένα από τον μετρ του τρόμου Άλφρεντ Χίτσκοκ του οποίου θαυμαστής είναι ο Ντε Πάλμα, δίνει όμως στο φιλμ τον προσωπικό του τόνο με μία σκηνοθεσία που σου κόβει την ανάσα: Μία ώριμη γυναίκα σε κρίση ηλικίας (γοητευτικότατη η Άντζι Ντίκινσον), επισκέπτεται τον ψυχίατρο που υποδύεται ο Κέιν στον οποίο εκμυστηρεύεται τις φαντασιώσεις της. Βγαίνοντας από το ιατρείο του, επισκέπτεται ένα μουσείο, όπου παρασύρεται από τη γοητεία ενός αγνώστου, με αποτέλεσμα να καταλήξουν σε ένα κρεββάτι ξενοδοχείου. Παίρνοντας όμως το ασανσέρ για να φύγει γίνεται μάρτυρας της δολοφονίας ενός κολ γκερλ. Φοβούμενη ότι θα είναι το επόμενο θύμα, πηγαίνει στην αστυνομία που αποδεικνύεται μάλλον ανεπαρκής και γι'αυτό αρχίζει τις έρευνες μαζί με το γιο της δολοφονημένης. Επισκέπτονται και τον ψυχίατρο που τους αποκαλύπτει ότι ένας άντρας που θέλει να γίνει γυναίκα, ο Μπόμπι, είχε γοητευτεί από το θύμα και πιθανό να είναι αυτός ο δολοφόνος. Πρωτότυπες γωνίες λήψεις, εμπλοκή του θεατή σε ένα παιχνίδι, που από την απλή θέαση των γεγονότων και την ηδονοβλεψία, περνάει στη συμμετοχή του στην αγωνιώδη αναζήτηση του δολοφόνου. Υπέροχες ερμηνείες από τους δύο διάσημους ηθοποιούς, ανατροπή της κλασσικής λύτρωσης του φινάλε των θρίλερ, με τον εφιάλτη να ξαναγυρίζει απειλητικός, ωραιότατη υποβλητική μουσική από τον Pino Donaggio, σκηνές όπως αυτή του μουσείου, κάνουν το Dressed to kill μία από τις ταινίες τρόμου που μένουν αξέχαστες στο θεατή.

Λίλη Παπασπυροπούλου




Δευτέρα 9 Μαΐου 2016

American Beauty, μια σελίδα από τον αμερικάνικο εφιάλτη;


“American Beauty”, 1999, του Σαμ Μέντες με τους Κέβιν Σπέισι, Ανέτ Μπένινγκ.

Ο Λέστερ, σαραντάρης παγιδευμένος σε μια ανούσια δουλειά και μια άχαρη οικογενειακή ζωή, θα προσπαθήσει να ξεφύγει από τον κλοιό, αλλάζοντας εργασιακό περιβάλλον, επιχειρώντας να επαναπροσδιορίσει τις σχέσεις του με τη γυναίκα και την κόρη του και κυρίως ελπίζοντας ότι θα κερδίσει τον έρωτα της νεαρής φίλης της τελευταίας.
Στην πρώτη αυτή ταινία του Μέντες διαφαίνεται αμέσως η αντιπαράθεση ανάμεσα στο Είναι και το Φαίνεσθαι: η επιφανειακή εικόνα της ευτυχίας που βασίζεται στην αφθονία και την κατανάλωση και από την άλλη, το άτομο, σε φοβερή συναισθηματική ένδεια και υπαρξιακή αγωνία, να πνίγεται μέσα σε μια γενικευμένη αδιαφορία για τις πραγματικές του ανάγκες, ζώντας σε μια κοινωνία χωρίς αυθεντικότητα, όπου οι ανθρώπινες σχέσεις είναι καταδικασμένες στην αποτυχία. Το κάθε μέλος της οικογένειας του ήρωα είναι σε μια αναζήτηση ιδεώδους, πολύ μακριά από το δικό του: η φιλόδοξη, μανιακή με την καθαριότητα, γυναίκα καριέρας σύζυγος, έχει αναγάγει σε αντικείμενο τον άντρα της ( φοβερή ατάκα: to keep a dick in a tupperware container (!) ) και αναζητάει κάποιον πιο επιτυχημένο από αυτόν, η κόρη εξοικονομεί από τώρα τα χρήματα των σπουδών της-έχοντας παρόλα αυτά έναν ερωτικό φίλο με συνήθειες μάλλον περιθωριακές που μόλις έχει βγει από το ψυχιατρείο, προκαλώντας την υστερία της μητέρας της. Το σύγχρονο άτομο εμφανίζεται αλλοτριωμένο από την εικόνα που θέλει να δώσει στους άλλους για το ίδιο. Ποιας φύσης είναι λοιπόν η απόδραση που ονειρεύεται ο μεσόκοπος μικροαστός ήρωάς μας; Η αισθητική απόδραση, το πάθος και το όνειρο είναι η μόνη πραγματικότητα που έχει μπροστά του. Δρώντας παθητικά και πάλι, επιλέγει να ερωτευθεί-εννοείται χωρίς ανταπόκριση- μια δροσερή έφηβη. Οι προσπάθειές του να ξανανιώσει νέος, σωματική άσκηση, κάπνισμα χόρτου, αλλαγή δουλειάς με αυτή που έκανε έφηβος ( παρόλα αυτά δεν υιοθετεί και την εφηβική απόφαση της φυγής από την οικογενειακή εστία), νεανικός έρωτας, δεν είναι φυσικά αυτές που θα φέρουν μια εσωτερική γαλήνη και ηρεμία στην επαναστατημένη του ψυχή: ο τρόπος του, παρότι μάλλον παθητικός- ξεκόβει την επαφή με την οικογένεια κλεισμένος στο γκαράζ, σαν να διαλέγει έναν καινούργιο εκούσιο πια εγκλεισμό- είναι αυτός που θα τον φέρει σε συμφιλίωση με τον εαυτό του και τον κόσμο που τον περιβάλλει. Η προσωπική του απελευθέρωση συνίσταται στο ότι καταλαβαίνει πως η ευτυχία και η ομορφιά δεν κρύβονται στην επιφάνεια των υλικών πραγμάτων και του κονφορμισμού, αλλά αντίθετα σε όλα αυτά που ξεφεύγουν από αυτά τα όρια και τη συνείδηση ότι δεν μπορεί να τα κατακτήσει πλήρως: « υπάρχουν τόσες ομορφιές στον κόσμο, καμιά φορά νιώθω ότι με κατακλύζουν, ότι δεν αντέχω, η καρδιά μου φουσκώνει σαν μπαλόνι και τότε καταλαβαίνω ότι πρέπει να χαλαρώσω, ότι πρέπει να σταματήσω να γαντζώνομαι σε αυτές, γιατί όλο αυτό γλιστράει επάνω μου σαν βροχή. Τότε δεν μπορώ να νιώσω τίποτα άλλο από ευγνωμοσύνη για κάθε στιγμή από την ασήμαντη μικρή ζωή μου». Τα λόγια αυτά του Λέστερ θα μπορούσαν να είναι η απάντηση σε όλες αυτές τις υπάρξεις που σαν αυτόν ζουν στη δυστυχία γιατί πιστεύουν ότι τις καταπιέζει ένα πλαίσιο που τις αγνοεί περιφρονητικά. Η ειρήνη με τον εαυτό του συμπαθή αυτού loser, έρχεται από την αποδοχή της κατάστασής του και τη συνείδηση ότι δεν μπορεί να την αλλάξει ριζικά, αλλά να συμφιλιωθεί μαζί της και να την αγαπήσει σαν τέτοια: ορθώνεται απέναντι σε αυτή τη ζωή, λυγίζοντας ταυτόχρονα κι αυτή η « βελούδινη επανάσταση», είναι που κάνει τον ήρωα ένα συγκλονιστικό και συνταρακτικό πρόσωπο μέσα στην ταπεινότητά του. Υπέροχες ποιητικές εικόνες- η λαμπερή νιότη της έφηβης-αντικείμενο του πόθου του ώριμου άντρα λουσμένη στα κόκκινα ( χρώμα του πάθους) ροδοπέταλα, ο μοναδικός Σπέισι να ξεδιπλώνει όλο το αστείρευτο ταλέντο του στη διάρκεια του έργου, εξαιρετική μουσική επένδυση από τον Τόμας Νιούμαν, έφεραν βροχή τις διακρίσεις: πέντε Όσκαρ στην ταινία, όπως αυτά της καλύτερης ταινίας και α΄ανδρικού ρόλου για τον πρωταγωνιστή και την υποψηφιότητα για τον α΄γυναικείο ρόλο για την εξαιρετική Μπένινγκ. Ένας ύμνος στη ζωή με όλες τις ομορφιές και την παραξενιά της, για όλα αυτά που μας ξεφεύγουν και δεν θα μπορέσουμε ποτέ να αγγίξουμε..

Λίλη Παπασπυροπούλου


Δευτέρα 4 Απριλίου 2016

The Βig Lebowski, ίσως ο πιο κάλτ ήρωας του σινεμά



«Ο μεγάλος Λεμπόφσκι», ( The big Lebowski ), 1998, των Τζόελ και Ίθαν Κοέν με τους: Τζεφ Μπρίτζες, Τζον Γκούντμαν, Στιβ Μπουσέμι, Τζούλιαν Μουρ.

Ένας άνεργος Χίπι που περνάει τη ζωή του καπνίζοντας χόρτο πίνοντας κοκτέιλ White Russian και παίζοντας μετά μανίας το παρωχημένο σπορ του μπόουλινγκ, συγχέεται από κάποιους κακοποιούς με ένα συνονόματό του εκατομμυριούχο, του οποίου η γυναίκα τους χρωστούσε χρήματα, μπλέκοντας έτσι σε μία περίπλοκη και χαοτική περιπέτεια.
Ο τίτλος, παραπέμπει άμεσα στην ταινία του Χάουαρντ Χοκς « Ο μεγάλος ύπνος », βασισμένη στο ομώνυμο αστυνομικό μυθιστόρημα του Ρέιμοντ Τσάντλερ. Το βιβλίο είναι μια κριτική πάνω στο αμερικάνικο όνειρο, καταγγέλλοντας τη διαφθορά και την υποκρισία της εύπορης και συντηρητικής αστικής τάξης, επιβεβαιώνοντας παράλληλα την ύπαρξη του καλού και του κακού, χωρίς ωστόσο να τα διαχωρίζει με μανιχαϊστικό τρόπο. Το φιλμ του Χοκς, ακολουθεί την κλασσική χολιγουντιανή δομή: ο ήρωας βρίσκει τον έρωτα, ενώ ο «κακός» τιμωρείται. Η ταινία των Κοέν διαφέρει όμως σε αυτό: διευρύνει κατά πολύ την κοινωνική αυτή κριτική, αναστρέφοντας όλες τις συνιστώσες του Φιλμ Νουάρ. Έτσι, οι ήρωες του «μεγάλου Λεμπόφσκι» αποτελούν τη διαστρεβλωμένη και γελοία αντανάκλαση αυτών του Τσάντλερ. Ο «Dude»- το παρατσούκλι του Λεμπόφσκι-, είναι ο ορισμός του απόλυτου αντιήρωα. Ήδη στην αρχή του φιλμ, ακούγεται η φωνή του αφηγητή να διευκρινίζει, « sometimes, there is a man- I wan’t say a hero-, cause what’s a hero?», προετοιμάζοντάς μας έτσι για τη διακωμώδηση του αμερικανικού ονείρου από τους σκηνοθέτες, σαν να θέλουν έτσι να μας πουν το πόσο η έννοια ήρωας, είναι υποκειμενική. Η παρέα που ακολουθεί το Ντουντ- εξαιρετικός ο μάλλον παραγνωρισμένος μεγάλος ηθοποιός Τζεφ Μπρίτζες- είναι εξίσου γκροτέσκα: ο Γουόλτερ ( Τζον Γκούντμαν), με τη εμφάνιση μιας επιθετικής αλλά αδέξιας αρκούδας, παλικαράς βετεράνος του Βιετνάμ και ο καχεκτικός και αξιοθρήνητος τρίτος της κομπανίας, ο Ντόνι που ενσαρκώνεται από το Στιβ Μπουσέμι, πέφτουν από τη μια γκάφα στην άλλη, δυσκολεύοντας ακόμη περισσότερο την αναζήτηση του ήρωα. Άλλο ειρωνικό σχόλιο, ο φιλήσυχος κηφήνας Λεμπόφσκι, που γυρνάει με το μπουρνούζι και τις πλαστικές παντόφλες,( που ανήκουν στον ίδιο τον Μπρίτζες!) θέλει πάνω από όλα να αποζημιωθεί για το πέρσικο χαλί του που «έδινε μια αρμονία στο χώρο» και πάνω στο οποίο ούρησαν-μετά τον ξυλοδαρμό- οι κακοποιοί. Το διαμέρισμα της Μοντ, της κόρης του εκατομμυριούχου με τη διακόσμηση του στιλ Fluxus δίνει το στίγμα της ανατρεπτικότητας της ταινίας με την επιλογή του καλλιτεχνικού αυτού αβανγκαρντ κινήματος : αυτό αρνείται την έκθεση στα μουσεία, διακηρύσσοντας ότι η τέχνη δεν πρέπει να διαχωρίζεται από τη ζωή, ούτε ο καλλιτέχνης από το κοινό και όπως οι Ντανταϊστές, αντιτίθεται στην αστική τέχνη και τις συμβάσεις της, γιατί οι τέχνες πρέπει να αποθεώνουν την ίδια τη ζωή. Αυτό ακριβώς είναι που επιδιώκουν και οι δημιουργοί, με το να έρχονται σε αντίθεση με τις βασικές αρχές του κινηματογράφου που εξιδανικεύει έναν ορισμένο τρόπο ζωής. Ο σύγχρονος μύθος κατά το Ρολάν Μπαρτ, « είναι ένας διεφθαρμένος λόγος που παρουσιάζει το τεχνητό σαν φυσικό, οδηγώντας έτσι το άτομο στο να πιστέψει στην αντικειμενικότητα μιας κίβδηλης αλήθειας». Κάτω από αυτή την οπτική, οι Κοέν επιτίθενται στις αξίες της επιτυχίας και του θριάμβου που πρεσβεύει το χολιγουντιανό σινεμά, κριτικάροντας τις ταινίες που συντηρούν την ψευδαίσθηση ότι όλα είναι δυνατά για τους ελεύθερους πολίτες ενός πανίσχυρου έθνους. Ο Ντουντ και η παρέα του εκπροσωπούν όμως την αρνητική πλευρά της Αμερικής, την ανατροπή του μύθου, ο ήρωας είναι υποταγμένος στα γεγονότα που τον ξεπερνούν, οι πρωταγωνιστές δεν εξελίσσονται ψυχολογικά γιατί δεν φτάνουν στην επιτυχία, όπως δεν υπάρχει και η δραματουργική εξέλιξη: σύμφωνα με τις νόρμες του Χόλιγουντ, μια ταινία πρέπει να έχει μια δυνατή κατάληξη που δεν αφήνει καμιά ερώτηση αναπάντητη και κλείνει με ένα εντυπωσιακό φινάλε, δομή που απέχει πολύ από αυτήν του Μεγάλου Λεμπόφσκι. Αντί γι αυτό υπάρχει μια πλήρης αποδόμηση των δύο ειδών που δημιούργησαν τον παντοδύναμο ήρωα της βιομηχανίας του σινεμά, του Φιλμ Νουάρ και ακόμα του Γουέστερν. Το τελευταίο εμφανίζεται με την υποβλητική φωνή του αφηγητή με το κατάλληλο λεξιλόγιο και την προφορά, τη μουσική ( Tumbling Tumbleweeds ), τα γραφικά του Ζενερίκ, την επιλογή του ειδικευμένου στα Γουέστερν ηθοποιού Σαμ Έλιοτ. Όλα αυτά αποτελούν μια έμμεση αναφορά στο είδος που κατά τον κριτικό Αντρέ Μπαζέν « είναι επικό και όπως οι τραγωδίες, βασίζεται στο μύθο, αυτόν της γέννησης της Αμερικής, της εγκαθίδρυσης της δικαιοσύνης και του σεβασμού της». Ο κοινωνικοπολιτικός περίγυρος, αυτός της αμερικάνικης επέμβασης στο Ιράκ, δεν χρησιμεύει μόνο για να δέσει την ταινία με την πραγματικότητα της εποχής, αλλά μπορεί η επιλογή αυτή να ερμηνευθεί σαν μια κάποια κριτική του πολέμου αυτού, τη στιγμή που ο πατριωτισμός και ο φιλόνικος χαρακτήρας των Αμερικανών, συνδέονται άμεσα με τις αξίες της επιτυχίας, του θριάμβου και του ηρωισμού. Μια εύστοχη και ιδιοφυής ματιά πάνω σε αυτό που ο σύγχρονος φιλόσοφος Ζαν Μποντριγιάρ στο βιβλίο του «Αμερική» ονομάζει «πραγματωμένη Ουτοπία», εξηγώντας ότι η ειδυλλιακή πεποίθηση των Αμερικανών ότι είναι το κέντρο του κόσμου, η ύπατη δύναμη και το μοντέλο προς μίμηση, δεν είναι λανθασμένη: βασίζεται πάνω στο δεδομένο της Ουτοπίας που πήρε σάρκα, στην ιδέα ότι η χώρα αυτή, είναι η πραγμάτωση όλων αυτών που ονειρεύτηκαν οι υπόλοιποι- δικαιοσύνη, αφθονία αγαθών, δικαιώματα, ελευθερία. Αυτόν τον αντικατοπτρισμό είναι που καταγγέλλουν τα ταλαντούχα αδέλφια με την ταινία τους αυτή, αντιστρέφοντας και διακωμωδώντας τον καθαγιασμό του από το συμβατικό αμερικάνικο κινηματογράφο δίνοντάς μας έτσι ένα έργο που πέρασε με τον καιρό στην ιστορία της 7ης τέχνης με το χαρακτηρισμό του ποπ και του καλτ. Ο χαρακτήρας του Ντουντ βασίστηκε πάνω σε πραγματικά πρόσωπα, τον ακτιβιστή εναντίον του πολέμου Jeff Dowd και το φίλο των σκηνοθετών Pete Exline, και αυτός του Γουόλτερ, του Βετεράνου, στο σεναριογράφο των δύο πρώτων Dirty Harry, John Milius. Όσο για τη μουσική επένδυση, το σάουντρακ είναι απολαυστικό, με διασκευές από Ντίλαν, Κάπτεν Μπίφχαρτ ή Νίνα Σιμόν και εμφάνιση σε δεύτερο ρόλο- μεταξύ άλλων λαμπρών ηθοποιών όπως ο Τορτούρο και ο Σέιμουρ Χόφμαν- του ίδιου του μπασίστα των Red Hot Chili Peppers, του Flea.
Το γεγονός ότι αρκετό καιρό μετά την προβολή της άρχισε ένα κίνημα οπαδών που έχουν μέχρι και Φεστιβάλ στο Κεντάκι και η ίδρυση θρησκείας(!) αποκαλούμενης Dudeisme, άφησε μάλλον αδιάφορους τους Κοέν που όταν τους ζητήθηκε η γνώμη για το θέμα, απάντησαν ότι οι εκκεντρικοί φανς « δεν έχουν ούτε την ευλογία ούτε την κατάρα μας» και ίσως χρήζει ιδιαίτερης ανάλυσης που μάλλον δεν ενδείκνυται να επιχειρήσουμε εδώ. Μένει η απόλαυση μιας ταινίας που πέρα από τις καθιερωμένες αμερικάνικες κωμωδίες, καταφέρνει με το σουρεαλιστικό της χιούμορ και τις πετυχημένες ατάκες ( I am Lebowski, you are Lebowski),να επιτελέσει αυτό που είναι ίσως και ο πραγματικός προορισμός του είδους: να ερεθίσει μέσα από τη διασκέδαση το κριτικό μας πνεύμα και ακόμα να συμβάλει στην καλυτέρευσή μας.

Λίλη Παπασπυροπούλου

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2016

Καλοκαίρι με τη Μόνικα, το τολμηρό σινεμα του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν




"Καλοκαίρι με τη Μόνικα", 1953, ( Sommaren med Monika), του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν με τους Χάριετ Άντερσον, Λαρς Έκμποργκ.

Ο Χάρι, υπάλληλος σε υαλοπωλείο, συναντά σε ένα μπαρ τη Μόνικα που δουλεύει σε μια αποθήκη. Οι δυο τους δραπετεύουν από τη μίζερη ζωή τους ( ο πατέρας του νέου πάσχει από ανίατη ασθένεια και αυτός της κοπέλας είναι μέθυσος και τη δέρνει), μέσα σε μια βάρκα για ένα νησάκι του σουηδικού αρχιπελάγους. Εκεί ζουν έναν έρωτα χωρίς αναστολές, μέχρι που το τέλος του καλοκαιριού και η εγκυμοσύνη της Μόνικα τους αναγκάζει να επιστρέψουν. Η Μόνικα δεν αντέχει τον καινούργιο της ρόλο της συζύγου και μάνας και εγκαταλείπει το Χάρι με το μωρό για να ζήσει ελεύθερη από υποχρεώσεις.
" Η βάρκα του έρωτα τσακίστηκε στα βράχια της ζωής"..Ο στίχος του Μαγιακόφσκι θα μπορούσε να είναι το μότο της ταινίας. Οι δυο νέοι ζουν στο νησάκι μακριά από τις κοινωνικές συμβάσεις τον απόλυτο έρωτα. Η τραγωδία όμως παραμονεύει: όλα τα στοιχεία μιας τρίπρακτης τραγωδίας είναι παρόντα, η ψευδαίσθηση της απόλυτης ελευθερίας απειλείται από το μοιραίο, τη νομοτέλεια και το ασυνείδητο που θα φέρουν και το θλιβερό τέλος. Η πρώτη πράξη είναι η γέννηση του έρωτα, η συνάντηση του ζευγαριού, η αντανάκλαση σε μια τζαμαρία της Μόνικα που διορθώνει φιλάρεσκα το μακιγιάζ της αλλά και η απειλή ενσαρκωμένη στο πρόσωπο του αντεραστή του Χάρι που του επιτίθεται σωματικά, το σινεμά όπου η Μόνικα κλαίει βλέποντας με το νέο ένα μελό και η απόφαση να φύγουν μακρια από όλους κι από ολα. Η δεύτερη πράξη είναι καθαρά κινηματογραφική, στο νησάκι,έξω από το περιορισμένο σκηνικό της πόλης και των θεατρικών διαλόγων. Η φύση είναι απρόβλεπτη, δεν γνωρίζει κανόνες, ο χρόνος μένει μετέωρος για να αφήσει τους δυο νέους να χαρούν μια πρωτόγνωρη ( ειδικά για τον πιο συντηρητικό μικροαστό Χάρι) ερωτική ελευθερία πρωτόπλαστων. Όμως τα πρώτα σύννεφα εμφανίζονται, κυριολεκτικά και μεταφορικά, η καταιγίδα ξεσπάει, οι προμήθειες τελειώνουν και η Μόνικα ανακαλύπτει την εγκυμοσύνη της. Ο συνετός Χάρι συνειδητοποιεί την ευθύνη και αποφασίζει την επιστροφή τους. Στην τρίτη πράξη που είναι και η πιο σύντομη, τα γεγονότα είναι καταιγιστικά και οδηγούν προς το αναπόφευκτο τέλος. Η Μονικα πνίγετα στην οικογενειακή ασφάλεια και ρουτίνα και παρατάει τον πρώην εραστή για να αναζητήσει τον πρώτο τυχόντα που θα την προσεγγίσει ερωτικά στο ίδιο μπαρ που γνώρισε το Χάρι. Και εκεί είναι, ακριβώς πριν πάρει την απόφαση να πάει με τον άγνωστο, που γράφτηκε στην ιστορία του σινεμά το περίφημο βλέμμα: Η Μόνικα (δυσδιάκριτη πια η ηρωίδα από την ηθοποιό) κοιτάζοντας προκλητικά και ξεδιάντροπα σχεδόν την κάμερα, βυθίζει το βλέμμα της σε αυτό του θεατή. Ζητάει τη συμμετοχή του θεατή στην "ανήθικη" πράξη της, σπάζοντας τη σύμβαση της fiction που απαιτεί η 7η τέχνη. Είναι σαν να ρωτάει σιωπηλά το θεατή: " με κρίνεις;" " τί θα έκανες εσύ στη θέση μου"; Το διάσημο αυτό βλέμμα κυριάρχησε τόσο, ( το πιο λυπημένο πλάνο στο σινεμά το χαρακτήρισε ο Γκοντάρ), που επισκίασε ένα άλλο βλέμμα που ρίχνει για λιγότερο χρόνο ο Χάρι στην κάμερα: τον βλέπουμε σε αντανάκλαση στην ίδια τζαμαρία που καθρεφτίστηκε η φιλάρεσκη Μόνικα. Κρατάει στην αγκαλιά του το μωρό και θυμάται τις μαγικές στιγμές του πάθους, ξαναγυρνώντας ωστόσο στην προστατευτική αγκαλιά της μικροαστικής ζωής του.
Ο Μπέργκμαν εκφράστηκε πολλές φορές με θαυμασμό για το ταλέντο της Χάριετ Άντερσον με την οποία μοιράστηκε έναν έρωτα όσο κρατούσαν τα γυρίσματα. Η κάμερα ακολουθεί ερωτευμένη και αυτή το αισθησιακό ηδονικό και άγριο πλάσμα που ήταν η εικοσάχρονη τότε ηθοποιός. Θα την αναδείξει και σε άλλες του ταινίες, όπως στο " Μέσα από το σπασμένο καθρέφτη", με κορυφαία την τελευταία συνεργασία τους το 1973 στο αριστουργηματικό " Κραυγές και Ψίθυροι". Και σε μας τους θεατές, σε ο,τι αφορά στο έργο και στην πρόκληση που μας απευθύνει το πρόσωπο του έργου, ή η ίδια η ηθοποιός, μένει η ελευθερία να διαλέξουμε τη θέση μας απέναντι στην πράξη της ασυμβίβαστης Μόνικα: θα αποδεχτούμε τη σκοτεινή βγαλμένη από το φροϋδικο ασυνείδητο δύναμη που την υποκινεί και θα τη συχωρήσουμε, ή θα καταδικάσουμε την καταστροφική της ανευθυνότητα απένατι στις υποχρεώσεις της πραγματικότητας;..

  Λίλη Παπασπυροπούλου

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2015

All that jazz, η ζωή του Μπομπ Φόσι



Ελληνικός τίτλος: Η παράσταση αρχίζει 1979. Με τους Ρόι Σάιντερ, Τζέσικα Λάνγκ


Αυτοβιογραφική κυρίως ταινία του σκηνοθέτη, σεναριογράφου, χορογράφου Μπομπ Φόσι. Παρακολουθούμε τον ήρωα να προετοιμάζει τη χορογραφία του καινούργιου του έργου, και μαζί την καθημερινότητά του που είναι διανθισμένη με καταχρήσεις όλων των ειδών πράγμα που στο τέλος τον οδηγεί στην Εντατική όπου "βλέπει" το θάνατό του. Ιδιότυπο μιούζικαλ, είδος στο οποίο δεν μπορεί να το κατατάξει κανείς εύκολα, γιατί δεν στηρίζεται στο κλασσικό στιλ, όπου τα τραγούδια διακόπτουν την αφήγηση. Ειδικά στο πρώτο μέρος είναι ενσωματωμένα, στο δεύτερο μέρος που είναι πιο ονειρικό, παρεμβάλλονται κάπως σουρεαλιστικά. Πολύ γοητευτική η αντιπαράθεση του πάθους και της έντασης με την οποία ζει τη ζωή του ο ήρωας στις αρχικές σκηνές, με τη σκοτεινιά των τελευταίων και την επιθανάτια αγωνία του. Πολύ καλός ο Σάιντερ, η Λανγκ σε κάπως διακοσμητικό ρόλο.

Λίλη Παπασπυροπούλου

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2015

Παλιό καλό Χόλιγουντ: What ever happened to Baby Jane?


"Τι απέγινε η Μπέμπι Τζέιν;" ( What ever happened to Baby Jane), 1962, του Ρόμπερτ Όλντριτς με την Μπέτι Ντέιβις και την Τζόαν Κρόφορντ.

Δύο ιερά τέρατα του Χόλιγουντ με αντισυμβατική συμπεριφορά, δίνουν στη δύση της καριέρας τους μια συγκλονιστική ερμηνεία στο ρόλο δύο αδελφών,η μία από τις οποίες μπαίνει στο σκοτεινό κόσμο της παράνοιας: Η Τζέιν (Μπέτι Ντέιβις), πρώην παιδί θαύμα, εξελίχθηκε σε μια μέτρια ηθοποιό, τη στιγμή που η αδελφή της η Μπλανς (Τζόαν Κρόφορντ), έγινε διάσημη για το ταλέντο της. Η Μπλανς όμως είναι πια καθηλωμένη σε αναπηρική καρέκλα και στο έλεος της "Μπέιμπι" Τζέιν που την εκδικείται με ο,τι πιο διεστραμμένο βάζει ο νους της που γλιστράει όλο και περισσότερο στα μονοπάτια της τρέλας και της διαστροφής. Μέσα στην κλειστοφοβική ατμόσφαιρα μιας απομονωμένης βίλας, κλιμακώνεται η αγωνία της Μπλανς και του θεατή, με μία Ντέιβις, τρομακτική μάσκα με στρώσεις μέικαπ, να προσφέρει κλειστές σουπιέρες με ανομολόγητο περιεχόμενο στην αντίζηλο αδελφή. Κωμικοτραγικές καταστάσεις μεταξύ τρόμου και γκροτέσκο, υψηλές ερμηνείες από δύο ηθοποιούς που το σταρ σύστεμ που τις δημιούργησε, τις ήθελε να μισούνται θανάσιμα, κάτι που αυτές διέψευδαν. Βλέποντας όμως το φιλμ, δύσκολα πιστεύουμε τους ισχυρισμούς τους, τόσο εδώ το fiction μπερδεύεται με την πραγματικότητα..

 Λίλη Παπασπυροπούλου

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2015

Se7en, μια βουτιά στην κόλαση


Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Φίντσερ με τους Μόργκαν Φρίμαν, Μπραντ Πιτ, Κέιβιν Σπέισι, Γκουϊνέθ Πάλτροου.

Ο παλαίμαχος ντεντέκτιβ Σόμερσετ ( Μόργκαν Φρίμαν), λίγο πριν τη σύνταξη αναλάμβάνει την εξιχνίαση μιας σειράς ιδιότυπων φόνων, σε συνεργασία με το νεαρό Μιλς ( Μπραντ Πιτ).
Επτά θανάσιμα αμαρτήματα: Λαιμαργία, Οκνηρία, Αλαζονεία, Λαγνεία, Απληστία, Οργή, Φθόνος. Επτά φόνους που έχει να επιτελέσει
ο κατά συρροήν δολοφόνος John Doe, αυτόκλητος ιεροκήρυκας και τιμωρός του κακού που πλανάται πάνω στην πόλη. Μια πόλη χαμένη στο χωρόχρονο, τυλιγμένη σε ένα ζοφερό ημίφως, κάτω από μια ψιλή επίμονη βροχή που δεν σταματάει ποτέ, σαν να ήθελε να την ξεπλύνει από τα κρίματά της. Ο Σόμερσετ νομίζει ότι τα έχει δει όλα, βρίσκεται όμως μπροστά σε κάτι το ανήκουστο, ένα δολοφόνο σχεδόν διανοούμενο, καλλιτέχνη, που οι φόνοι του εμπνέονται όχι μόνο από τις Γραφές, αλλά από την Κόλαση του Δάντη ή το Χαμένο Παράδεισο του Μίλτον και που ο καθένας τους μπορεί επάξια να διεκδικήσει την όψη ενός πίνακα του Ιερώνυμου Μπος. Μαζί του ο νεαρός παράφορος και κάπως αδέξιος Μιλς, ζευγάρι με μια συμπαθή γυναίκα που κατοικεί ( τί περίεργο..) σε ένα σπίτι χτισμένο πάνω στις ράγιες τρένου που τραντάζεται κάθε τόσο, κάνει με το Σόμερσετ το τυπικό ζευγάρι αστυνομικών σε αντιπαράθεση: ο μεγαλύτερος και πιο σοφός αστυνομικός έχει απέναντί του μια προστατευτική πατερναλιστική συμπεριφορά χειραγωγώντας το πάθος του νεαρού. Ο Ανώνυμος στήνει τους φόνους του αριστοτεχνικά όπως η αράχνη τον ιστό της, παίζοντας σαν τη γάτα με το ποντίκι με τους δύο διώκτες του, πότε παραπλανώντας τους, πότε φέρνοντας του κοντά στη λύση, οδηγώντας τους ο ίδιος μετά τη σύλληψή του έξω από την πόλη. Βίαιη αλλαγή σκηνικού: μετά από το νοτισμένο ημίφως, βρισκόμαστε κάτω από το σκληρό ήλιο της ερήμου για να οδηγηθούμε σε αυτό που μοιάζει με την Αποκάλυψη. Είναι ένα κουτί. Μαντεύεις ίσως, αλλά δεν θέλεις να ξέρεις τί είναι μέσα..
Καμία μανιχαϊστική προσέγγιση που υπάρχει συνήθως στα αστυνομικά θρίλλερ: ο καλός μπάτσος, ο-ενσάρκωση του κακού- δολοφόνος. Όπως ο ( εξαιρετικός ο δωρικός Φρίμαν), Σόμερσετ,ο θεατής καλείται να μπει στο μυαλό του Ανώνυμου, που δεν είναι απλά ένας ψυχοπαθής θρησκόληπτος, αλλά αντιπροσωπεύει κάτι που θυμίζει σε όλους αυτό που προτιμάμε να μην σκεφτόμαστε: ότι το τρομακτικό Κακό βρίσκεται εν σπέρματι μέσα στην ίδια την ανθρώπινη φύση..
Σε αυτή τη δεύτερη ταινία του, ο ταλαντούχος δημιουργός του πολύ γνωστότερου, εξαιρετικού Fight Club, κάνει μία από τις πιο σκοτεινές ταινίες της δεκαετίας του '90 και όχι μόνο. Ένα πρωτότυπο σενάριο, μία ιδιοφυής σκηνοθεσία, ένα ονειρεμένο καστ, όπου όλοι δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους- ο Φρίμαν στον καλύτερο ίσως ρόλο της καρριέρας του, ο Πιτ απεκδύεται τη λουστραρισμένη περσόνα του, η Πάλτροου ανθρώπινη και ζεστή και φυσικά η άφθαστη κλάση του μεγάλου Σπέισι,όλα αυτά συνθέτουν μια ταινία που έχει πια καταχωρισθεί στις κλασσικές του είδους της:( What is in the fucking box?)!


 Λίλη Παπασπυροπούλου

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2015

Last tango in Paris, η ταινία που άλλαξε τη μορφή της 7ης τέχνης





Ελληνικός τίτλος: Το τελευταίο Τανγκό στο Παρίσι, 1972 του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι με τους Μάρλον Μπράντο, Μαρία Σνάιντερ, Ζαν Πιερ Λεώ: 


Ο Πωλ, ένας μεσόκοπος Αμερικάνος, του οποίου η γυναίκα μόλις έχει αυτοκτονήσει για άγνωστους σε αυτόν λόγους, συναντά σε ένα διαμέρισμα προς ενοικίαση του Παρισιού, τη Ζαν, μια νεαρή κοπέλλα. Σε μια σιωπηλή ερωτική "ζωώδη" ερωτική επαφή, οι δύο ξένοι πειραματίζονται στην αρχέγονη ένωση των σωμάτων χωρίς να γνωρίζουν τίποτα ο ένας για τον άλλον, πράγμα που είναι και το άγραφο συμβόλαιό τους. Αυτός ο πειραματισμός θα τους εμπλέξει σε ένα επικίνδυνο και τραυματικό παιχνίδι με οδυνηρά αποτελέσματα.
Αυτή η εμβληματική έκτη ταινία του σκηνοθέτη, απότέλεσε σκάνδαλο για τα '70τις, παρουσιάζοντας "ωμές" σκηνές σεξουαλικού πάθους και παρεξηγήθηκε όσο ποτέ, από κόσμο που έτρεχε να την δει για την απαγορευμένη σκηνή με το "βούτυρο". Γιατί δεν πρόκειται καθόλου για καθαρή πορνογραφία όπως πολλοί την κατηγόρησαν σε μια πιο συντηρητική για το σινεμά εποχή μα για μια ελεγεία της απελπισίας της μοναξιάς και του υπαρξιακού άγχους, δοσμένης στο ρυθμό ενός μακάβριου χορού. Και γιατί το Τάνγκο; Γιατί είναι ένας χορός παθιασμένος, προκλητικός που γεννήθηκε μέσα στα χαμαιτυπεία της Αργεντινής, απρόβλεπτος, πότε ερωτικός, πότε επιθετικός θυμωμένος και βίαιος που μοιάζει με την ένωση των δύο σωμάτων που ο σκηνοθέτης δεν τα κινηματογραφεί ποτέ δίπλα δίπλα, ποτέ αναπαυμένα το ένα πάνω στο άλλο, μα σε αντιπαράθεση αντιπάλων. Ήδη από τα Ζενερίκ οι πίνακες του Φράνσις Μπέικον με τα κόκκινα και παραμορφωμένα πρόσωπα, προοιωνίζουν τη σφαγή. Η ταινία παραπαίει από τις ερωτικές φαντασιώσεις, καμια φορά και βίαιες όπως αυτές της υποταγής του άλλου ( περίφημη σκηνή σοδομισμού εξ ου και το ακόμα πιο περίφημο βούτυρο) και το φάντασμα μιας αναγέννησης και ενός καινούργιου εαυτού πέρα από λέξεις,κοινωνικές συμβάσεις και ταυτότητες. Οι δύο τυχαίοι εραστές αποδύονται τον αναγνωρίσιμο σε αυτούς και τους άλλους εαυτό τους, βγάζοντας κραυγές ζώων, γυρίζοντας σε μια πρωτόγονη ζωή, ξεχνώντας τον κόσμο που τους περιέβαλλε ως τώρα. Μόνο που για την εύθραυστη Ζαν το παιχνίδι θα πάει μέχρι εκεί που δεν θα το αντέχει και για τον Πωλ που θα προσπαθήσει χωρίς αποτέλεσμα να το αντιστρέψει, μένει εκείνο το τελευταίο Τάνγκο σε μία συνοικιακή Τανγκερία με συνταξιούχους, όπου μαζί με την κοπέλλα επιδίδονται σε γκροτέσκες φιγούρες με τον άντρα να δείχνει τα οπίσθιά του στους σκανδαλισμένους θαμώνες, μια σκηνή σπαρακτικής απελπισίας. Η υποβλητική μουσική του Γκάτο Μπαρμπιέρι ( όχι τυχαίο το ότι είχε κάνει μουσική για θρίλερ), συνοδεύει αυτή τη δύσκολη για το στομάχι ταινία που ομως σε αποζημιώνει με την ποιητικότητά της.

 Λίλη Παπασπυροπούλου