Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2016

εκ των υστέρων προσευχή

Alice Wellinger





Θε μου! Εσύ που υπάρχεις παντού, κι από κάθε φυλή Ένας,
γιατί λοιπόν μού 'δωσες χώρο απέραντο στο νου για σκέψεις που θα με στείλουν στον διάολο; για τι μού 'δωσες αχόρταγες φλέβες, βουνά που χωρούν παραδείσους;
Για τι δε μ' έκαμες χώμα, γη , να φυσά ο αγέρας να μου φέρνει τους σπόρους και ν' ανθίζω μόνος, εποχή με την εποχή!
Μόνο αυτό ας μ' έκαμες.

κ.τ


Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2016

περί ονείρων


Έχω βάλει υποθήκη δυο χιλιάδες όνειρα
τόσες πολλές πληροφορίες που με αναγκάζουν να σε ερωτεύομαι κάθε βράδυ
και ονειρώξεις- θυμιάτα που επείγουν ανάμεσα στα πόδια σου
επιβάλεσαι σε κάθε σκηνικό όπως αξίζει σε έναν εραστή που επιβαρύνει την υγεία του με απουσίες
στο τέλος καταλήγεις γυμνός και ντροπαλός με υποθερμία από αυτή του βυθού της θάλασσας
με έναν χαυλιόδοντα που σε κάνει άντρα μου από την αρχή του παραμυθιού

(πίνακας «το όνειρο της γυναίκας του ψαρά», Hokusai)


Βέρα J. Φραντζή
 

για να επισκεφτείς το blog της Βέρας πάτησε εδώ.

περί φιλίας


Φίλος είναι μια ψυχή σε δύο σώματα - Αριστοτέλης   

Ο αληθινός σου φίλος λυπάται με τη λύπη σου και χαίρεται με τη χαρά σου. Είναι εκεί για σένα όταν θέλεις να κλάψεις, να φωνάξεις, να βρίσεις, να ξεσπάσεις, να εκτονωθείς και ύστερα σε μια ζεστή αγκαλιά να αφεθείς... Είναι εκεί για σένα όταν θέλεις να γλεντήσεις, να γιορτάσεις, να ξεσαλώσεις, να μεθύσεις, να "τα σπάσεις", να ξεχάσεις και να "το χάσεις"... Ο φίλος σου δίνει την ελευθερία να είσαι απόλυτα ο εαυτός σου χωρίς να κρύβεσαι, να προσποιείσαι και να ντρέπεσαι και τη δυνατότητα να φανερώνεις τις πιο ενδόμυχες σκέψεις σου και τα αληθινά σου συναισθήματα, ακόμα και το θυμό, την κακία, τη ζήλια, χωρίς ενδοιασμούς, φοβία ή ανησυχία ότι θα σε κρίνει ή θα σε κακοχαρακτηρίσει. Μιλάω στο φίλο μου σημαίνει μιλάω στον εαυτό μου στον καθρέφτη. Ο αληθινός σου φίλος δε χρειάζεται να σου πει πολλά, αρκεί μια κουβέντα του για να μιλήσει απευθείας στο μυαλό και την καρδιά σου χωρίς να χρειάζονται επεξηγήσεις.  Σε ακούει πάντα με αμέριστη προσοχή και θα σου πει με τιμιότητα και ειλικρίνεια την αντικειμενική άποψή του χωρίς να θέλει να σου επιβάλλει τη γνώμη του. Θα σε επαινέσει, χωρίς να θέλει να σε κολακέψει αλλά και θα σου επισημάνει τα λάθη σου χωρίς να φοβάται μη σε στενοχωρήσει. Θα σου τα "χώσει" αν χρειαστεί γιατί σε νοιάζεται, σε αγαπά, θέλει το καλύτερο για σένα και πάνω απ' όλα να σε βλέπει ευτυχισμένο. Θα σε στηρίξει και θα σε εμψυχώσει όταν θα είσαι ευάλωτος και θα σε ενθαρρύνει ώστε να ανακτήσεις τις δυνάμεις σου και να πετύχεις τους στόχους σου. Θα σου πει την πικρή αλήθεια όταν παραμένεις στάσιμος ή "κολλημένος" και θα σε παροτρύνει να υλοποιήσεις τα όνειρα, τις φιλοδοξίες και τα σχέδια σου. Ο αληθινός σου φίλος δε θα σου χαρίσει ένα ψάρι, θα σου κάνει δώρο το καλάμι...

Θάλεια Σκέτο

χωρίς χρόνο, χωρίς ζάχαρη, χωρίς ύπνο

Rafal Oblinski


όταν πήρε απόφαση πως δεν θα κόψω το κάπνισμα
μου έκανε δώρο μια μικρή ασημένια ταμπακιέρα με τα αρχικά μας χαραγμένα.
τις νύχτες που δεν είχα ύπνο πήγαινα και κοίταζα τη σιωπηλή θάλασσα
θυμόμουν τα λόγια του ποιητή που έλεγαν πως η θάλασσα είναι τα δάκρυα αυτών που ταξίδεψαν
που πίστευαν πως θα αποκτήσουν τον χρόνο που θα τους φέρει πίσω
πως θα έβρισκαν στα ξένα καθρέφτες που θα εικόνιζαν τα είδωλα της νιότης
η μέρα δεν μας έχει ανάγκη
καλύτερα να έχω αυτιά παρά μάτια
καλύτερα εραστής της θάλασσας
παρά σύζυγος της μνήμης.
τώρα δεν καπνίζω πια 



Γιώργος Τρίκερι 




Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2016

Το κορίτσι του νερού

Catrin-Welz-Stein
Μια φορά κι έναν καιρό, σαν χθες ή σήμερα ή κάποτε, πίσω απ’ ένα βάζο με ζάχαρη, στην κουζίνα ενός σπιτιού στα βάθη του ποτέ, ανέπνεε ένας μαγικός κήπος. Πανύψηλα συννεφόδεντρα τον σκίαζαν και μυριάδες πεταλολούλουδα χρωμάτιζαν τις κοιλάδες του. Και πουλιά, πουλιά, εκατομμύρια πουλιά πετούσαν στις κορφές των συννεφόδεντρων και ερωτεύονταν και έφτιαχναν χρυσαφένιες φωλιές και κελαηδούσαν κάτι που έμοιαζε με αγάπη. Ο ήλιος και το φεγγάρι ήταν παντοτινά μαζί στον ουρανό του κήπου και δεν υπήρχε μέρα, μήτε νύχτα παρά μόνο ένα μελαγχολικό δειλινό σχεδόν πορτοκαλί, σχεδόν μωβ, σχεδόν δακρυσμένο και τ’ αστέρια δεν είχαν ουρανό μα κρέμονταν λαμπερά από τα συννεφόδεντρα και είχαν το όνομα ενός κοριτσιού. Όλα τα αστέρια του κήπου είχαν το όνομα ενός κοριτσιού … και κάθε που γέμιζαν τα συννεφόδεντρα προσευχές, έγερναν τα κλαδιά τους και μια γλυκιά βροχή πότιζε τον κήπο… τικ τικ τικ … η βροχή πάνω στα χρώματα… τικ τικ τικ η βροχή πάνω στην ψυχή του κήπου, πάνω στο δειλινό και στ’ αστέρια που είχαν όλα το όνομα ενός κοριτσιού… Μετά, η βροχή στέρευε και η πράσινη χλόη χόρευε και μέσα απ’ την ομίχλη της δροσιάς εμφανιζόταν εκείνο το κορίτσι που όλα τ’ αστέρια είχαν το δικό της όνομα. Περπατούσε αργά στον κήπο με τα μάτια χαμηλωμένα και έμεναν ακίνητα τα πεταλολούλουδα και τα συννεφόδεντρα και όλα τα πουλιά έπαυαν το πέταγμα και το κελάηδημα … και το κορίτσι που όλα τα αστέρια είχαν το όνομά της έφτανε στην άκρη του νερού, έσκυβε και κοιτούσε το πρόσωπό της … και όλοι ήξεραν μα κανένας δεν μιλούσε πως την καρδία της ένας μέγας πόνος την φρουρούσε και της έκλεβε τις λέξεις και της χάριζε μόνο δύο τεράστια θλιμμένα μάτια … μα στην άκρη του κήπου το μυστικό είχε το φως του… μια κόκκινη κλωστή που όποιος την έβρισκε θα απελευθέρωνε την ψυχή της. Το κορίτσι περίμενε … περίμενε … περίμενε, μέχρι που το νερό τελείωνε κι αυτό γυρνούσε από το άγνωστο σημείο του κήπου απ’ όπου ερχόταν. Ύστερα, πάλι η βροχή … τικ τικ τικ ..στα χρώματα … τικ τικ τικ στη χλόη … τικ τικ τικ στ’ αστέρια που όλα είχαν το όνομα ενός κοριτσιού που ζούσε σ’ ένα κήπο πίσω από το βάζο με τη ζάχαρη στην κουζίνα ενός σπιτιού στα βάθη του ποτέ …

Αυγή, 15/1/2016

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2016

Εδώ τα θαύματα τελειώσανε

Erté

Σκίσε τα ρούχα,
πέτα τα.
Τράβα τις σάρκες μικρό αγόρι
και μπες
σαν άγριο ζώο στο λαγούμι του.
Μπες όσο πιο βαθιά μπορείς
νιώσε
άγγιξε
λειτούργησε.
Λειτούργησε επιτέλους
να πάψω και εγώ να φωνάζω.
Νιώσε την τελευταία σου επιθυμία
καν την αλήθεια σου.
Άνοιξε το στόμα σου και
ούρλιαξε, φτύσε, βγάλε την χολή.
Καθάριος να πιεις
το δείγμα της.
Εδώ τα θαύματα τελειώσανε
δεν υπάρχει θέση στην λογική, την σκότωσαν
τόσοι και τόσοι θεματοφύλακες
την βασάνισαν στο όνομα της ηθικής
και την ακρωτηρίασαν χωρίς τύψεις.
Ορίζει ο καθένας το είναι του
ψάχνοντας τροφή, σάρκα υγιή
άθικτη στις συμφορές,
χρειάζονται και οι αντικαταστάτες,
ουδείς μονιμότερος
του προσωρινού.

Erina Espiritu

περισσότερα ποιήματα της Erina θα βρείς στο: erinaespiritu.blogspot.gr

χωρισμός

Paul Delvaux

έχεις μια γυναίκα που σ αγαπάει
που σε φροντίζει
κάθε βράδυ σου φωνάζει από τις σκάλες
-μη ξεχάσεις να κλείσεις τον θερμοσίφωνα.
σε κρατάει σφιχτά στο κρεβάτι
λες κι είσαι ο Μορφέας
κάποια στιγμή χάνεις τη γυναίκα
εξαφανίζεται η αγάπη
κι ο θερμοσίφωνας καίει όλη τη νύχτα

Γιώργος Τρίκερι

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2016

χειμωνιάτικο





Όπως ανασηκώνονται οι ώμοι στο κλείσιμο της πόρτας έτσι με την ίδια ακριβώς τρομαγμένη αλλά γεμάτη ανακούφιση κίνηση η κόκκινη λέξη χτυπάει στους τοίχους δυο φορές και με βρίσκει στο λαιμό.

Αυτή την Τρίτη δεν ανήκω πια.
Μάλλον φεύγω για άλλη μια φορά απ’ εκείνο το παράθυρο στο ταβάνι και βγαίνω νύχτα στη σκεπή της πόλης, περπατώ ξυπόλητη στα καλώδια που ενώνουν τις ζωές μας, χάνω το κοκαλάκι μου και αναρωτιέμαι αν η απώλεια ήταν αυτό που προγραμμάτιζα ή ασυνείδητα επιδίωκα.
Χα! Αυτό το τραπέζι θα το πετάξω, σκέφτομαι, και τον καναπέ θα τον χαρίσω σ’ εκείνο το θλιμμένο αγόρι του πρώτου ορόφου. Εμένα θα μου μείνει ένα μολύβι και μια παλιά εφημερίδα, δίπλα από το άρθρο ενός αποτρόπαιου ερωτικού εγκλήματος ή μιας ληστείας, το 2009 θα γράψω ένα τραγούδι που το 2015 θα είναι παλιό αλλά ακόμα ζεστό σαν κάστανο, στην παλάμη του χειμώνα.

Αυγή, 3/12/2015

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2016

Κέικ


Ξέρεις να φτιάχνεις κέικ...??? 
Ναι.. 
Με ότι έχω με ότι μ αρέσει 
Με ότι μου κάνει κέφι.. Θυμασαι τα γραμμάρια; 
Μπα που να θυμάμαι.. 
Γράψε την συνταγή, νομίζω λέει.. . 
Βάλε βούτυρο σαν το κορμί 
Βάλε ζάχαρη σαν την ψυχή 
Βάλε αυγά όπως το μυαλό 
Βάλε και βανίλια να μην μυρίσει 
Βάλε ξύσμα λεμονιού σαν τα δάκρυα από τα μάτια που καίγονται απο την ανθρώπινη οξύτητα... 
Βάλε γάλα σαν το αίμα που κυλάει μέσα σου και αν ειναι καυτο και σου κοψει το μείγμα, μην σε νοιαζει, 
ριξε Λίγο λίγο το αλεύρι με το μπεικιν και θα ξαναγινουν όλα όπως θες... 
Βάλε και φτερό να τα ανακατέψεις και ονόμασε το όπως θες.... 
Ο καθένας φτιάχνει το κέικ που του αρέσει... 
Μόνο που ο χρόνος και ο βαθμός ψησίματος είναι ίδιος για όλους μας.... 
Ο τρόπος αλλάζει...

Ελευθερία Κελαϊδίτη



φιλιά

Jack Vettriano

 Τα φιλιά είναι μια ολόκληρη τέχνη, αφ' εαυτού αναγκαία και υπαρκτή, αλλά και που μαζί με όλη τη σωματικότητα φτιάχνει ένα όλον. Επίσης είναι μια τέχνη που δεν μπορεί εύκολα να μείνει μετέωρη γιατί είναι τέχνη του φτιαξίματος και υπαρχει κάτι άλλο μετά, κοινώς δε γίνεται να τον φιλάς τον άλλο για πάντα, θα σου γλιστρήσει το χέρι να τον πιάσεις και αυτός θα σε τραβήξει πιο κοντά να ακουμπήσεις πάνω του, τα στήθη θέλουν οι άντρες να νιώσουν. Ή θα πιλατεύει συμπληρωματικώς όταν πια όλα έχουν πάρει το δρόμο τους, αφού όπως λέω έχει χαθεί το φόκους, αγαπώ αυτή τη θολούρα στα μάτια των ανδρών όταν συμβαίνει είναι σημαντικό μάιλστoουν στο πήδημα. Τα φιλιά στα χείλη νομίζω πως είναι πολύ γαμάτα όταν είναι αλληγορικά και αλήτικα και θα μπορούσες να τους αλλάξεις θέση. Όταν φιλούν τα χείλη σου και τα παιχνίδια που κάνουν, συνεχόμενα σα ροή, ποτέ απότομα και κοφτά, παιχνίδια του ψησίματος που λένε κάτσε λίγο βρε διάολε, έλα δω, μείνει ακίνητη, είναι παιχνίδια που στα παίζει στα χείλη αλλά θα μπορούσαν να παίζονται και αλλού. Και όταν η πίεση που ασκεί με τη γλώσσα του θα μπορούσε κάλλιστα και με επιτυχία να σταθεί στο στήθος ή αλλού ε ναι! Τότε τα κατάφερε αυτός ο άντρας τελειοποίησε την τέχνη. Δεν κρατάει σχεδόν ποτέ πολύ αυτό, έρχεται το παρακάτω γιατί δεν αντέχεται για πολλή ώρα έρχεται η πείνα και η διείσδυση. Πάλι το διάολο θα επικαλείται, αυτό μου συμβαίνει συνήθως, με αναθεματίζουν και υπερθεματίζουν, θα ναι γιατί μου αρέσουν τόσο αυτά τα αλληγορικά φιλιά φαίνεται.


  Άντζυ Ντίκινσον



Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2016

πρόσφυγες


(Μια ιστορία από την Κατ που έχει γενέθλια σήμερα. Γίνεται 10 χρονών. Μου την υπαγόρευσε πριν να πάει στα Αγγλικά).

Είχαμε πόλεμο στη Συρία. Ήταν σαν κόλαση. Παντού όπλα και πτώματα. Τα σπίτια γκρεμισμένα, κανείς δεν τριγυρνούσε στους δρόμους. Είμασταν οι πρώτοι που θα φεύγαμε εκείνη τη μέρα. Για να μην πεθάνουμε, για να μη μας σκοτώσουν, γιατί δεν είχαμε να φάμε, ούτε το ελάχιστο ψωμί που τρώνε τα πουλιά, γιατί φοβόμουν μη χάσω τα παιδιά μου... Μετά από αρκετές μέρες πορείας φτάσαμε σε μια ακτή. Εκεί μας περίμενε μια βάρκα. Ήταν σχεδόν ξεφούσκωτη, φοβόμασταν να μπούμε μέσα. Αλλά ακούγαμε τα βήματα των εχθρών μας πίσω μας, ήμασταν κυνηγημένοι. Πήραμε την απόφαση να προχωρήσουμε. Φώναξα στους άλλους να μη φοβούνται. Χειρότερα θα ήταν να μας πιάσουν, να μας πάνε πίσω και να μας τυραννάνε πάλι κάθε μέρα. Πλεύσαμε αρκετά μίλια μακριά , ήμασταν στη μέση του Αιγαίου πελάγους, ήμασταν πλέον αρκετά κοντά στη Λέσβο. Τα παιδιά είχαν αγωνία για το τι θα γινόταν και χαίρονταν που όπου να 'ναι φτάναμε. Το δικό μου το αγόρι όμως καθόταν σε μια γωνιά, ώσπου ένα κορίτσι καθώς χοροπηδούσε το 'σπρωξε με το πόδι του. Τότε σηκώθηκε το έσπρωξε κι αυτός κι εκείνη έπεσε στην άλλη μεριά της βάρκας . Πολύ δεν ήθελε, η βάρκα αναποδογύρισε. Βρεθήκαμε ξαφνικά μέσα στα κύματα. Πνίγηκαν πολλά παιδιά κι αρκετοί μεγάλοι. Ευτυχώς μας είδαν τα διασωστικά ταχύπλοα κι ήρθαν να μας πάρουν. Όσο ήμασταν στα πλοία οι συμπατριώτες μου έλεγαν να πνίξουμε και το παιδί μου, όπως πνίγηκαν και τα δικά τους παιδιά κι εγώ πήγα και τ' αγκάλιασα, για το προστατεύσω και τους φώναζα "αν θέλετε να το ρίξετε στη θάλασσα, ρίξτε κι εμένα μαζί του". Μου γύρισαν την πλάτη και μ' άφησαν μόνη, ώσπου ν' αποβιβαστούμε εξουθενωμένοι στη Λέσβο. Το παιδί μου δυστυχώς είχε ακούσει ότι το κατηγόρησαν για το θάνατο των παιδιών τους και των συγγενών τους και ένιωθε δυστυχισμένος και μόνος. Δε μου είπε τίποτα, παρά έτρεξε προς ένα μέρος στην ακτή με πολλά δέντρα για να κρυφτεί. Εγώ τον έψαχνα στο άγνωστο μέρος όλη νύχτα κι όλη μέρα. Οι δικοί μου δεν νοιάζονταν κι οι ντόπιοι κοιμόνταν ήσυχοι στα σπίτια τους. Ήταν περίπου έξι η ώρα το πρωί, όταν έπεσα αναίσθητη σε βαθύ ύπνο. Μετά από κανά δίωρο , όταν βγήκε ο ήλιος και με χτύπησε το φως στο πρόσωπο, ξύπνησα ταραγμένη, ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι δεν βρήκα το παιδί μου. Εν τω μεταξύ ο μικρός μου Μεχμέτ βγαίνοντας απ' τα δέντρα σκόνταψε και έπεσε στη θάλασσα. Από διαίσθηση πήγα προς τα κει που συνέβη το κακό. Και τότε διέκρινα ένα μικρό πτώμα να επιπλέει στα ρηχά. Δεν ήξερα ποιος ήταν. Τρελή από ανησυχία μπήκα στη θάλασσα να δω. Αναποδογύρισα το πνιγμένο παιδί και είδα ότι ήταν ο γιος μου. Θρηνούσα ώρες στην αμμουδιά, ώσπου όλοι ξύπνησαν. Πήρα το σώμα του γιου μου στα χέρια και τους το πήγα. Τους είπα "Ορίστε ο γιος μου, πάρτε τον, έγινε αυτό που θέλατε".Δεν ήξερα τι έκανα, πήγα εκεί που κρύφτηκε ο Μεχμέτ. 'Οπου πήγαινε άφηνε κάτι δικό του, το όνομά του ή το όνομα της καλής του φίλης, που είχε σκοτωθεί πίσω στη Συρία, χαραγμένα στον κορμό ενός δέντρου.Έψαχνα να βρω τα σημάδια του. Καθόμουν απελπισμένη μέρες εκεί , ήθελα να πάω στο παιδί μου. Μια νύχτα το πήρα απόφαση. "Θα πέσω στη θάλασσα", είπα. Μπήκα στ' αφρισμένα κύματα και προχώρησα προς τα μέσα. Δεν ξέρω τι έγινε. Ξαφνικά είδα μπροστά μου το Μεχμέτ. Μ' έπιασε απ' το χέρι, με κοίταξε λυπημένος. "Όχι μαμά", μου είπε, "Σ' αγαπώ, δε θέλω να πεθάνεις, θέλω να ζήσεις. Γέμισε η θάλασσα νεκρούς, δε χωράει άλλους. Θα σε γυρίσω πίσω" Ξύπνησα σ' ένα δωμάτιο νοσοκομείου. Γύρω μου οι δικοί μου. Μου διηγήθηκαν ότι διασώστες με βρήκαν μισοπεθαμένη στην παραλία.

Κ.Π.

Για όλα φταίει η ποίηση


Φταίει που απολαμβάνω τις κρύες μέρες με αυτόν τον αιμοδιψή ήλιο
Φταίει που θέλω εγγύτητα στις σχέσεις
Φταίει που αγαπώ και δεν παθαίνω αμνησία αγάπης
Φταίει που ζω σε μυθικές ώρες δίχως ρολόγια
Φταίει που δε νευριάζω για χαμένα αντικείμενα και δεν κακίζω άλλους αν τα καταστρέφουν από απροσεξία
Φταίει που δεν έχω ούτε δραχμή σε κανένα λογαριασμό
Φταίει που έχω φοβία μα νιώθω εντελώς ελεύθερη
Φταίει που είμαι ζυμάρι, πλασμένο για έρωτα και σκέψεις και αλλάζω και αναμορφώνομαι και πλέκω κλαδιά και αλγόριθμους χωρίς καμία λογική
Φταίει που μετουσιώνω τα τραύματα σε αλληλεγγύη
και την ηδονή σε φρέαρ το χειμώνα, σε πίδακες χαμόγελων το καλοκαίρι
και σαν περσεφόνη βγαίνω στη γη κάθε έξι μήνες και έχω άνοιξη και ποτέ αδιάβροχα βλέφαρα.
Για όλα φταίει η ποίηση
και η αυτόματη γραφή.

 Βέρα J. Φραντζή
 

για να επισκεφτείς το blog της Βέρας πάτησε εδώ.


Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2016

Σινεμά με την Βίκυ: Pusher η τριλογία


1. Pusher (1996)
2. Pusher II - With blood on my hands (2004)
3. Pusher III - I'm the angel of death (2005)

Όλη η τριλογία είναι γραμμένη και σκηνοθετημένη από τον Nicolas Winding Refn, γεγονός πολύ θετικό γιατί δεν ξεφεύγει, ούτε αφήνει κενά στο θεατή, επομένως κάθε ταινία είναι αλληλένδετη με την άλλη. Ας τις δούμε λίγο αναλυτικότερα.
Το πρώτο ξεκινά με έναν pusher ή αλλιώς dealer τον Frank, ο οποίος μετά από μία αποτυχημένη συμφωνία, μένει με ένα μεγάλο χρέος προς έναν αδίστακτο Σέρβο ''άρχοντα'' ναρκωτικών, τον Milo.
Το δεύτερο εστιάζει σε έναν φίλο του Frank, τον Tonny, ο οποίος βρίσκεται σε κόντρα με τον μικρομαφιόζο πατέρα του που τον περιφρονεί και τον μειώνει στους κύκλους τους.
Το τρίτο φέρνει στο προσκήνιο τον Σέρβο Milo και τις ανασφάλειες που του δημιουργούνται, καθώς νέοι μαφιόζοι στην πιάτσα, μαζί και ο μέλλων γαμπρός του, θέλουν να τον παραγκωνίσουν.
Υπόκοσμος αλά Scorsese, ψυχολογικά πάθη αλά Coppola, καυστικά χιουμοριστική ατμόσφαιρα αλά Tarantino, splatter, black humor με σαρκασμό και γενικά έντονα σουρεαλιστικά στοιχεία με επίκεντρο τον κεντροευρωπαικό δραματικό ρεαλισμό.

Βίκυ Ελευθερίου


Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2016

Οι εραστές

Egon Schiele
 Οι εραστές δεν μένουν στο ίδιο σπίτι
ούτε μοιράζονται τα ίδια σεντόνια
δεν βλέπουν μαζί το δελτίο των οχτώ
και δεν ανησυχούν ποιος θα βγάλει τα σκουπίδια.

Οι εραστές δεν έχουν κατοικίδια
ούτε στο μπαλκόνι γλάστρες
δεν κλείνουν τις κουρτίνες
μήτε τα φώτα.

Οι εραστές ξυπνούν χαράματα
με ένα χαμόγελο σε χείλη που διψούν
και ακατανίκητο πόθο
χαϊδεύουν τις λέξεις στα σημειώματα
και μετά καίνε τις σελίδες.

Οι εραστές δεν πεθαίνουν ποτέ
ζουν κάτω από τις στάχτες
και περιμένουν μιαν αναπνοή
μια και μόνο αναπνοή
να φουντώσει την φλόγα
που κάθε βράδυ προσπαθούν
μάταια να σβήσουν.

Οι εραστές φτιάχνουν σενάρια
μίσους και απιστίας
και την ίδια στιγμή θα πούλαγαν και την ψυχή τους
για μια αγκαλιά “ακόμα”.

Erina Espiritu

περισσότερα ποιήματα της Erina θα βρείς στο: erinaespiritu.blogspot.gr

τριαντάφυλλο


Ίσως να είμαι το μοναδικό σου τριανταφυλλο...
εκείνο το ξεχωριστό ανάμεσα στις χιλιάδες,
όμως αν δεν είσαι εκεί
να με φροντίσεις, να μου δωθείς και σε μένα να αφοσιώσεις τις στιγμές σου...
μια μέρα θα γίνω σκόνη, απαλή κόκκινη σκόνη
και θα πετάξω προς την ανατολή
κι εσύ, ναι εσύ αγάπη μου,
τότε θα έχεις μεγαλώσει για πάντα
και όλα αυτά, γιατί φοβήθηκες...να με έχεις...

Αυγή, 6/1/2016

Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2016

ασκήσεις πείσματος και θέλησης



δεν ξέρεις όλα μου τα μυστικά
δεν ξέρεις κανένα από τα μυστικά μου
η λειτουργία της οικονομίας βασίζεται στην ύπαρξη και την συμπεριφορά ατόμων όπως εσύ κι εγώ.
-ίσως θα ήταν προτιμότερο να αυτοκτονήσω (δεν της το είπα, το σκέφτηκα)
καθόμασταν στα δυο άκρα του τριθέσιου καναπέ
ένα μαύρο λούτρινο αρκουδάκι ανάμεσα μας
της είχα απαγορέψει να κοιτάει το κινητό της
για μισή ώρα
ή να μιλήσει 
ή να σηκωθεί
έιχα δώσει εντολή να φοράει μαύρα ρούχα
φορούσα κι εγω μαύρο τζιν κι ένα μαύρο μπλουζάκι
η βιντεοκάμερα μαγνητοσκοπούσε την σιωπή μας
την ακινησία
και το μαύρο αρκουδάκι
μετά από εικοσιεπτά λεπτά και τριανταεννέα δευτερόλεπτα σηκώθηκα
έβαλα να παίζει το Blitzkrieg Bop των Ramones
της είπα να κάνει ότι κάνω
άρχισα να χοροπηδάω με όλη τη δύναμη
μέ όλη την ένταση
με όλη την ορμή
που είχα μποτιλιαρισμένη μέσα μου
έκανε το ίδιο
μόλις τελείωσε το τραγούδι σταθήκαμε για μια στιγμή
λαχανιασμένοι στη μέση του σαλονιού
έτσι περάσαμε την πρώτη μισή ώρα 
της ζωής μας μαζί
πριν φύγει
της έδωσα το αρκουδάκι και της είπα
να το φέρει μαζί της την επόμενη φορά
πήγα και πάτησα off στη βιντεοκάμερα

Γιώργος Τρίκερι 





Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2016

let's dance part two


Οι χοροί που χαρίζονται σε άντρες μπορεί να έχουν αντίτιμο μπορεί και όχι πρέπει σε κάθε περίπτωση όμως να δίνονται σαν παραχώρηση. Όχι καθημερινότητα. Πρέπει η ντροπή να μπαίνει στην άκρη και να το βλέπεις σαν μέρος του πηδήματος κάποιες φορές και σαν υποκατάστατο είτε λόγω συνθηκών είτε με το έτσι θέλω. Οι πιο ωραίοι χοροί δεν περιλαμβάνουν μπάρες και άλλα τέτοια του θεάματος. Ένα κορίτσι χρειάζεται, ένα κιμονό κι ένα βρακάκι. Δεν είναι γδύσιμο αυτό είναι άλλο κόλπο για άλλη μορφή καύλας. Αυτό που εγώ υποστηρίζω είναι ο χορός αυτός καθεαυτός. Επί τούτου. Να ρίχνει το κεφάλι πίσω το κορίτσι, να έχει σίγουρα τα χέρια ψηλά και να μη φιλάει το στήθος να μη φανεί παρά να το αφήνει ελεύθερο να χορέψει μαζί της με το κιμονό δευτερολόγο υποβολέα και ανίερο μπάτλερ που περιμένει λίγο στη γωνίτσα. Και το βρακάκι αδιάφορο δήθεν να υπάρχει γιατί χορεύουμε δεν πηδιόμαστε. Πιο δυνατός γίνεται ο χορός όταν απαγορεύεται το γαμήσι μετά και ούτε το κορίτσι ούτε ο άντρας μπορούν να ελευθερώσουν την ενέργεια που συσσωρεύθηκε, απαγορεύεται κι ας χτίστηκε σιγά σιγά σε όλο το τραγουδάκι έτσι όπως οι γοφοί κινήθηκαν κυκλικά και ζεσταμένα και το ύφασμα γλίστρησε από δω και από κει αλλά πάντως τη δουλειά του σαν ύφασμα δεν την έκανε. Ο διάολος κι η γλώσσα του εκεί κάπου ήταν και το κορίτσι πλησίαζε στο τέλος έβαζε την κοιλιά της ακίνητη μπροστά στον άντρα στο ύψος των ματιών και περίμενε ανασαίνοντας γρήγορα. Περνούσε αυτός τα χαρτονομίσματα στο βρακάκι και το κορίτσι γύριζε και έφευγε απότομα τα στήθη ακόμα ανεβοκατέβαιναν. Πολλά χρήματα έβγαλα έτσι, χαλάλι το διασκέδαζα.

Άντζυ Ντίκινσον

επισκεφτείτε τον κόσμο της Άντζυ: ushiroblog.wordpress.com

κουλουράκια ζάχαρης



Η Άννα χάζευε το καναρίνι που τσιμπολόγαγε τα γλυκά
τρίμματα που του ‘χε ρίξει – το λευκό κλουβί κρεμόταν
μπρος στη γυάλινη πόρτα της κουζίνας. Έξω ο καιρός
βαρύς και παγωμένος. Το σπίτι ήσυχο, τα σώματα του
καλοριφέρ έτριζαν ζεστά κι απ΄το βουητό της καφετιέρας
μύρισε καφές. Μα σήμερα, η μυρωδιά που επικρατούσε στην
κουζίνα ήταν της ζαχαρωμένης ζύμης – είχε σηκωθεί
ξημερώματα κι έφτιαξε τα αγαπημένα τους κουλουράκια.
  Συνήθιζε να το κάνει στην επέτειό τους τα πρώτα χρόνια
του γάμου. Τη μακρινή εκείνη εποχή ο άντρας της έχωνε το
πρόσωπό του στα λαιμό της: «μυρίζεις σαν κουλουράκι
ζάχαρης» - για καιρό ήταν ο ερωτικός τους κώδικας. Με τα
χρόνια ο κώδικας ξεχάστηκε ανάμεσα στη φονική σιγουριά
του διπλού κρεβατιού και στη συνήθεια, ώσπου ήρθε η
απομάκρυνση και τα κιλά της* δε θυμάται ποιο από τα δύο
έφτασε πρώτο.

  Μα, τώρα, ήταν αποφασισμένη να υπενθυμίσει στον άντρα
της αυτό που υπήρξαν. Θα ξεκινούσε με τις μυρωδιές, τα
κουλουράκια ζάχαρης και μια σταλιά από το άρωμα που
φορούσε τότε.  Είχε βάλει στοίχημα με τον εαυτό της.
Μόνο δύο κουλουράκια θα φάω, ένα τώρα για να το γευτεί
στο φιλί μου κι ένα μετά, με τον καφέ μας.
  Το καναρίνι συνέχιζε να τσιμπολογάει λαίμαργα.
- Ε, τι έγινε σήμερα; Τι ώρα σηκώθηκες; Δεν τον είχε
ακούσει να έρχεται.
- Δεν είχα ύπνο και είπα να μας κανακέψω λίγο.  Ο καφές
είναι έτοιμος και μάντεψε τι άλλο.
- Μου έσπασαν τη μύτη και ξύπνησα.  Κουλουράκια
ζάχαρης.  Πού τα θυμήθηκες; τη ρώτησε καθώς έψαχνε την
κούπα του.
  
- Κάθισε συ.  Θα βάλω εγώ τους καφέδες, είπε η Άννα και
τον φίλησε απαλά.
- Χμ, πρόλαβες να τα τιμήσεις, πόσα έφαγες ως τώρα και
μην πεις όχι, τα μύρισα στην ανάσα σου… της βάρεσε μια
στα πισινά, καθώς εκείνη του έβαζε καφέ.
  Ο καφές έπαψε να ρέει για μια στιγμή στο φλιτζάνι, για
μια μόνη στιγμή.  Η Άννα το απογέμισε, έριξε και μια
κοφτή ζάχαρη, τον ανακάτεψε αργά και τον άφησε μπροστά
του.
- Ναι, μυρίζω ολόκληρη  όπως άνοιξα τον φούρνο να τα
βγάλω όλος ο αχνός ήρθε πάνω μου.  Μυρίζω ολόκληρη
κουλουράκια ζάχαρης!
- Πες το ψέμματα.
        
Γέμισε και το δικό της φλιτζάνι και κατόπιν έφερε στο
τραπέζι το μπολ με τα κουλουράκια, νερό, χυμό πορτοκάλι,
ψωμάκια, βιτάμ και σπιτική μαρμελάδα βερίκοκο.
- Τι έγινε, ρε Άννα, βάλθηκες να παχύνουμε ομαδικώς μου
φαίνεται. Λες και δε φτάνουν τόσα βουτήματα… μη σου πω θα
τα πάω αύριο στο γραφείο.  Αν μείνουν εδώ θα φαγωθούν και
θα ‘χουμε άλλα.
  Το πουλί είχε φάει τα τρίμματα και πηγαινοερχόταν
νευρικά στο κλουβί του.  Η γυναίκα ήπιε μια γουλιά καφέ
κι άνοιξε την κυριακάτικη εφημερίδα που έτρεμε ελαφρά στα
χέρια της.
- Φάε να μου πεις αν τα πέτυχα…  Το πάει για βροχή, λες
να πάρουμε τον Νίκο και τη Ρία να έρθουν από δω;  Αν
θέλουν βγαίνουμε έξω για φαγητό αλλιώς ψήνουμε στο τζάκι
και την αράζουμε εδώ.  Τι λες;


 Ο άντρας της έφαγε το πρώτο μπισκότο μ’ ένα μουγκρητό
ευχαρίστησης και μετά δεύτερο και τρίτο. Η Άννα άπλωσε
και πήρε το δεύτερο και τελευταίο που θα επέτρεπε στον
εαυτό της όμως δεν πρόλαβε να το γευτεί.
- Πώς τα πας, πώς τα φέρνεις, όλο στο φαγητό τη γυρνάς
την κουβέντα.  Δεν είπαμε να κάνεις λίγο κράττει, ρε
Άννα;  Ήθελα να ‘ξερα δεν έχεις τίποτε άλλο ν’
ασχοληθείς.  Ορίστε, σήμερα σηκώθηκες άγριο ξημέρωμα να
φτιάξεις κουλουράκια ζάχαρης.  Ποιος θα τα φάει αυτά…
ξέρεις πως προσέχω τη χοληστερίνη.  Και, τέλος πάντων,
θέλω να προσέχω με τις κοιλιές.  Εσύ, γυναίκα είσαι. Δεν
έχεις ματαιοδοξία; Να φορέσεις κάτι πιο θηλυκό από τα
τσουβάλια που ντύνεσαι;  Τι να πω, ρε κορίτσι μου, όλα τα
έχουμε κι εσύ εκεί… εξαρτημένη από τη μάσα.
- Θυμήθηκα τότε που έλεγες πως μυρίζω σαν κουλουράκι
ζάχαρης.  Είπα να το θυμηθούμε, κι αν με αγκάλιαζες θα
μύριζες και το άρωμα που σου άρεσε και μου χάριζες για
χρόνια.

- Ναι, αυτά μας έλειψαν τώρα. Παραμυθιάζεσαι.  Δεν τα
ξαναβρίσκουν έτσι τα ζευγάρια.  Στην τελική, με ρώτησες
πώς νιώθω που κάθε φορά που το κάνουμε σε βρίσκω και πιο
στρογγυλή;
  Μόνο τα φτερουγίσματα του πουλιού ακούγονταν.
- Δε μιλάς, τι να πεις.  Κάθε Δευτέρα ξεκινάς τη δίαιτα
κάθε Τρίτη τη σταματάς.  Μα δε γίνεται έτσι δουλειά
Άννααα, ξύπνα!
- Αν σε ανησυχεί μην τα φάω πάρτα όλα αύριο στο γραφείο
να τα έχετε εκεί.  Και το σημερινό ήταν για να σου θυμίσω
πώς ήμασταν. Ξέρω γω, πες το χαζό έτσι το σκέφτηκα.  Κι
αν σε ενοχλώ τόσο πολύ να μην το κάνουμε.
- Πού να ‘ξερες, καημένη… άλλος στη θέση μου… Το ‘ριξες
στη μούγκα, ε; έπιασε να κόψει ένα ψωμάκι στο
πιάτο του.

  Η νευρική του κίνηση έχωσε τη λάμα βαθιά στο δάχτυλό
του, γέμισε η πορσελάνη αίμα.
- Γαμώ την πουτάνα μου και τα κουλούρια σου μέσα! κι
έτρεξε στο μπάνιο.
  Το καναρίνι είδε τη γυναίκα να σηκώνεται αργά και να
μαζεύει το πρωινό.  Πήρε το τελευταίο της κουλουράκι, το
ακούμπησε σε μια σταγόνα αίμα κι ύστερα το έφαγε αργά.
Θα ήταν ωραία να υπάρχω χωρίς να παραιτηθώ από τη ζωή,
ψιθύρισε.

    Μαρίτα Φίλντιση




Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2016

Με αφορμή το "el hombre solo - Διάφανα Κρίνα"

Arline Wagner


Τώρα τι να σου πω; Είναι άραγε τυχαίο που οι μνήμες με επιστρέφουν στο 2005;
Θα μπορούσε να είναι το τραγούδι της τότε ζωής μου, όταν δε με κρατούσε τίποτα στο σπίτι, ειδικά τις ξάγρυπνες νύχτες... Έβγαινα κάθε βράδυ μέσα στο σκοτάδι και περιπλανιόμουν στους δρόμους, στον Πειραιά, στη Νέα Σμύρνη, στη Μαβίλης, στο κέντρο, στο Γκάζι, αναζητώντας μην ξέροντας ούτε κι εγώ τι ήταν αυτό που έψαχνα ακριβώς... ίσως και τίποτα συγκεκριμένο... απλά αγαπούσα τόσο πολύ τη νύχτα (κι εξακολουθώ να την αγαπώ) που ήθελα να βρίσκομαι συνέχεια στην αγκαλιά της... σε βαθμό εξάρτησης... η νύχτα ήταν η ντρόγκα μου κι εγώ η εθισμένη ερωμένη της.
Της μιλούσα σιωπηλά και συνωμοτικά για όλα εκείνα που δεν τολμούσα να πω στη μέρα κι εκείνη μου αποκάλυπτε τα μυστικά της. 
Δεν έμενα πολύ στα μπαρ, μόνο όσο χρειαζόταν για να καταναλώσω ένα ή περισσότερα ποτά, ανάλογα με τα ευρώ που κουβαλούσα στην τσέπη μου και ήθελα να ξεφορτωθώ καθώς με βάραιναν και με έγερναν στη γη... το «μεθύστε» ήταν για μένα ορόσημο, είχα πάντα μαζί μου αντίγραφα, τα οποία μοίραζα σε πότες ή μη.
Αντλούσα ηδονή περπατώντας στους φωτεινούς ή σκοτεινούς ή ημιφώτιστους δρόμους, ρουφώντας με απληστία το μεδούλι της νυχτερινής Αθήνας προσπαθώντας να το αιχμαλωτίσω, να το φυλακίσω, να το κρατήσω για πάντα βαθιά στα σωθικά για να μου κρατάει και την ημέρα συντροφιά.
Σπάνια συνομιλούσα με τους ανθρώπους που συναντούσα, μόνο τους παρατηρούσα. Κουβαλούσα επίσης ένα κινητό που χρησιμοποιούσα σα φωτογραφική μηχανή (ήταν σαφώς πιο ελαφρύ) για να αποτυπώνω τα νυχτερινά σκηνικά, δρώμενα και αρώματα αφενός και αφετέρου για να στέλνω μεθυσμένα μηνύματα τις πρώτες πρωινές ώρες, κατά προτίμηση σε φίλους και εραστές, ώστε να μοιραστώ την απόγνωση, την απελπισία και την αγωνία μου για τη νύχτα που πλησίαζε στο τέλος της.
Σύντροφοι και φίλοι μου ήταν πάντα τα σκυλιά του δρόμου. Μας ένωνε το γεγονός ότι είμασταν αμφότεροι αδέσποτοι, άστεγοι, αλήτες, τσιγγάνοι, πρόσφυγες, μετανάστες, περιφερόμενοι στην ίδια μας την πόλη, ζητιανεύοντας αστέρια, φεγγάρια και κρυμμένους θησαυρούς σε σκοτάδια και σκιές. Ακόμα και τα σκυλιά που αλυχτούσαν δε με τρόμαζαν, όσο άγρια κι αν ήταν, όσο επιθετικά κι αν γάβγιζαν αρχικά. Είχα έναν έμφυτο τρόπο να τα εξημερώνω με τον ήχο της φωνής και τότε γίνονταν πιστοί συνοδοί, συνταξιδιώτες και συνοδοιπόροι στα βραδινά μονοπάτια της ψυχής. 
Γύριζα στο σπίτι εξαντλημένη. Ακόμα μια άυπνη νύχτα είχε περάσει και την είχα βγάλει καθαρή. Έκλεινα ερμητικά κάθε χαραμάδα φωτός και βυθιζόμουν σε έναν ύπνο χωρίς όνειρα με μια μόνο και μοναδική εμμονή να κυριεύει το μυαλό:  Άραγε, απόψε, θα γίνει πάλι νύχτα;

Θάλεια Σκέτο




H συνέχεια


Σ'αγαπώ! Σ΄αγαπώ! Η αγάπη μου μεγαλώνει μέσα από κάθε μου ανάσα.
Ματώνουν τα δάχτυλά μου για να μου τραβήξουν τη προσοχή πως άργησα.
Μα ο πόνος δεν μ΄αφήνει και ματώνω. Ματώνω και χάνω τη ζωή μου όλη μεσ' από τα δάχτυλά μου. Ο γέρος πόνος, κουρασμένος, με φλερτάρει αιώνες, με μιαν όψη ήρεμη πια, όσο εγώ καταστροφικά σε πεθυμώ.

κ.τ