Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015

μουσική


Ήταν κι οι φορές που τρόμαζε όταν η ιδιοτροπία της φύσης χώριζε τον κεραυνό από τη λάμψη του και η βροντή χτύπαγε τις πέτρες των τοίχων και τις ράγιζε. Τσούγκριζαν τα κρύσταλλα του πολυελαίου και τα ξύλα έτριζαν, έσπαζαν τα βάζα του καφέ και της ζάχαρης και τα κρόσσια των χαλιών χόρευαν σαν πλήκτρα πιάνου. Έβρισκε με δέος το κέντρο του σπιτιού, με τα χέρια ανοιχτά βαστούσε τα κύματα του αέρα που την κράδαιναν, μαδούσαν τα ρούχα της στα μπράτσα και το στήθος κι έστεκε σαρωμένη μ' ένα τρέμουλο γύρω απ' τον αφαλό και το βλέμμα γυμνό της απόστασης. Όταν ο ήχος έλιωνε και οι δονήσεις κάθιζαν τα κάδρα στραβά στα καρφιά τους εκείνη έβγαζε τα κουρέλια και ντυμένη μόνο το χνούδι της μάζευε ρετσίνι απ' τον κορμό της μυγδαλιάς, γέμιζε τις ρωγμές της πέτρας κι άλειφε με το λάδι της ελιάς το χερούλι του γραμμοφώνου, τους καρπούς και τους αστραγάλους της. Πριν βάλει το δίσκο να παίζει άγγιζε τα αυλάκια του, κοιτούσε το πρόσωπό της στον εβένινο καθρέφτη του, κι ύστερα, με την μουσική να κλείνει τα ντουλάπια και να ισιώνει την κουπαστή της σκάλας, άφηνε τις χρυσόμυγες απ' τα σπιρτόκουτα να συντονιστούν με τη μελωδία, να τεντώσουν τα τρίχινα πόδια τους και να γυμνάσουν τα γυαλιστερά φτερά τους.

Αθηνά Τιτάκη


από την ανέκδοτη συλλογή πεζών της Αθηνάς με τίτλο Ερωτικά Σαφές.