Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2015

Το χαμόγελο


Όλη η αιωνιότητα μέσα σε μια ώρα,
τόσο κράτησε η συνομιλία, εκεί στο πέτρινο σπίτι, μεταξύ της παραθαλάσσιας πόλης
και ενός νησιού,
η πόλη ήταν ένας άντρας -παιδί, και το νησί, μια γυναίκα, που ζούσε με τις Καρυάτιδες.
Τις αγαπούσε σαν να ήταν οι κόρες της.
Όταν την βρήκε ήταν σαν τον Οδυσσέα, είχε μελετήσει τον τυφλό ποιητή τόσο που χρειάστηκε να συναισθανθεί τον πόνο και την αγάπη του.
Όταν τον βρήκε άφησε στα χέρια του κομμάτια από αυτήν την αγάπη που έθρεφε τις κόρες,
κάθε πρωί, και κάθε νύχτα, σπίνοι χάιδευαν με τα φτερά τους τις πτυχές των ρούχων τους.
Η γυναίκα-νησί τον υποδέχτηκε στο πέτρινο σπίτι σαν να ήταν ο τελευταίος επισκέπτης που θα δεχόταν .
Του έδειξε τις δυο φορεσιές της, ένα κιμονό από μετάξι και ένα λευκό χιτώνα με εκατοντάδες πτυχές.
Έβαλε το κεφάλι του στα γόνατα της,
του διηγήθηκε την μισή της ζωή,
κι εκείνος συνεπαρμένος την άκουγε όπως το αεράκι που τρυπάει την θάλασσα..
Έπειτα έφτιαξαν μαζί τα τραγούδια της αθωότητας,
είχαν χαλαλίσει τον καιρό τους άδικα σε πλάσματα ασπόνδυλα και μίζερα στον καιρό.
Εκεί,
στην μέση του παλιού πατώματος που έτριζε , εκεί άρχισαν να χορεύουν, σαν
στροβιλισμένες δυνάμεις στον χρόνο,
ήταν τόσο κοντά ο ένας στον άλλον τόσον καιρό μα δεν το έβλεπαν.
"Ναι, καμιά φορά σε ελκύουν τα σκοτάδια", της ψιθύρισε τρυφερά κοντά στον λαιμό.
Έπειτα βγήκαν στην παλιά ταράτσα,
την ίδια στιγμή που αστερισμοί άρχισαν να σιγοτρέμουν συνέβη κάτι παράξενο.
Μια μουσική από βιολί άρχισε να σπάει την σιωπή τους,
κι ένιωσαν αυτήν την απίστευτη τρυφερότητα της οικειότητας,
Όλη η αιωνιότητα μέσα σε μια νύχτα,
τόσο κράτησε το σμίξιμο όλων των στοιχειών που βγήκαν από μέσα τους.
Στο τέλος , εμφανίστηκε ένα νησί στο φεγγάρι,
κανείς δεν το είδε, μόνο οι δυο Καρυάτιδες,
όμορφες κόρες, ντυμένες η μια με μεταξωτό κιμονό,
η άλλη με λευκό χιτώνα..

Πόπη Συνοδινού

επισκεφτείτε τον κόσμο της Πόπης: popisynodinou.blogspot.gr