Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2015

31

Rinko Kawauchi

Κάποιες μέρες ξυπνάς 31 και δικηγόρος, με επαγγελματικές κάρτες κι εταιρικό blackberry, κάθεσαι σε ένα ξύλινο, λεκιασμένο από καφέ έδρανο περιμένοντας τη σειρά σου για ένα ακόμη «παρίσταται δια», χαμογελάς ανταποδοτικά στον απέναντι συνάδελφο, υπολογίζεις προθεσμίες και σημειώνεις παραγραφές, διαβάζεις λάθρα τον «Ήχο των πραγμάτων όταν πέφτουν» (την ανάγνωση για την εκκωφαντικά σιωπηλή των ανθρώπων πτώση την αναβάλλεις επιμελώς), ενώ χαζεύεις την αμήχανη μάρτυρα που καταθέτει και καταλήγεις 4, με κόκκινη καρό φούστα και μαύρα λουστρίνια, να υποκλίνεσαι με ύφος στο συγκινημένο από κάτω κοινό («σπίρτα, σπίρτα, πάρτε σπίρτα….» είχες παρακαλέσει προ ολίγου την περαστική συμμαθήτρια με τη γούνα της μαμάς της και η θεία Δέσποινα γελούσε από την πίσω σειρά, γιατί είχε βαρεθεί να σε ακούει να το προβάρεις στις σκάλες κάθε μεσημέρι) και 7, με πορτοκαλί μαγιό και τζιν σορτσάκι («θέλω και το από πάνω φέτος, όχι μόνο το κάτω!»), βράδυ στην Ερμιόνη, το πάρτι του Μπάμπη έχει τελειώσει μαζί με την κασέτα των Θάντερκατς και τα σακουλάκια από τα φουντούνια και δεν αφήνεις τα αγόρια να σε γυρίσουν, θα πας μόνη σου, δε φοβάσαι, αλλά εκείνα ξέρουν πως φοβάσαι, σε παρακολουθούν να περπατάς διστακτικά από το μπαλκόνι και είσαι ήσυχη, γιατί σε λίγο θα κρυφτούν στη μάντρα του κυρ Ευγένιου, για να σε τρομάξουν, μα δε θα σε τρομάξουν, θα τρέξουν όλοι μαζί φωνάζοντας και εσύ θα παριστάνεις την τρομαγμένη, μα θα είσαι ευτυχισμένη –κάθε Αύγουστο ήσουν ευτυχισμένη. Και 13, με γυαλιά, μαύρη φόρμα και μποτάκια τίμπερλαντ, να σε περιφέρουν σε ένα καρότσι σουπερ μάρκετ, 23.00 το βράδυ μετά την ταινία στο παλιό βίλατζ, ο Στέφανος και ο Κώστας και ο Αργύρης και αυτό να τους φεύγει από τα χέρια και να πέφτει στο σανό του ιππικού ομίλου και στο τσακ να τα γλιτώνεις τα ράμματα και αυτοί να γελούν κι εσύ να θυμώνεις και αυτοί να γελούν ακόμη πιο πολύ (κάποια από εκείνες τις μέρες είχες κάπου διαβάσει πως ο μέσος ενήλικας γελά δέκα φορές λιγότερο από έναν έφηβο, πόσο τον είχες λυπηθεί το μέσο ενήλικα τότε).
Κάποιες μέρες ξυπνάς και θες να ξανακοιμηθείς. Όχι γιατί δε σε γεμίζει αυτό που ζεις, ούτε επειδή δεν είναι αρκετό. Θες απλώς για λίγο να επιστρέψεις εκεί, τότε, με εκείνους που τα έκαναν όλα μοναδικά, απλά, ανάλαφρα και έκαναν κι εσένα μοναδική, απλή και ανάλαφρη.
Ισιώνω φόρεμα, σηκώνομαι, ήρθε η σειρά μου.
-Παρίσταται δια, κ. Πρόεδρε.
Συζητείται.

Μαργαρίτα Θάνου