Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2014

o Θεός μου


Θα ‘θελα λιγάκι να αφεθώ. Έλα να μου χαρίσεις την μοναδική ευκαιρία.

Ο κόσμος γύρω μου σακατεμένος από στιγμές ξερασμένες, απόβλητα στοιχειωμένων ονείρων και τί ζήτησα;
Μια λύτρωση, ένα μεγάλο ποτάμι να καθαρίσει τα πάθη μου.

Πέρα από τα πάθη μου, πέρα από ορίζοντες τυφλούς σακατεμένους
θέλω να ταξιδέψω μαζί σου στον χρόνο, να νιώσω άνθρωπος για πρώτη, κι εγώ, φορά.

Κάτω από τα αστέρια στέκομαι μοναχική και θρησκευόμενη παρακαλώντας.
Θα ‘θελα να με αγγίξει ο Θεός και να σκορπίσω
να γίνει το αίμα μου νερό να πιουν οι διψασμένοι.
Θα ‘θελα να με αγγίξει ο Θεός και να σκορπίσω
στις πέντε γωνιές του κόσμου να αφεθώ.

Νιώθω τόσο μικρή στα μεγάλα μου αισθήματα εμπρός σου.
Νιώθω βουβή στην φλύαρη ζωή μου.
Νιώθω τυφλή στις γεμάτες εικόνες σκέψεις μου.
Νιώθω μεθυσμένη κι αέναη στην νηφαλιότητα του αγνώστου.

Θα ‘θελα να με αγγίξει ο Θεός και να σκορπίσω
να απαρνηθώ το όνομά μου το ίδιο
να περιγράψω σε άλλη γλώσσα την αγάπη μου.

Η νύχτα φόρεσε τα αστέρια για κολιέ.
Πού θα ξημερώσει απόψε;

Δεν έχω αγάπη να φωτίσω κανέναν
έμεινε λίγη κι είναι για μένα μόνο αυτή η σιωπή.
Τι να αγαπήσω;
Που μπορώ να σταθώ;

Κρυώνω στον πυρετό της αφηνιασμένης μου κατάστασης.
Ψήνομαι στον πυρετό της απαισιοδοξίας
Θα ‘θελα να με αγγίξει ο Θεός και να σκορπίσω…

Σου είπα, η γνώριμη ζάλη δεν πέρασε ακόμη.
Δεν αγαπάω κανέναν.
Σημαδεύω τον εαυτό μου με στόχαστρο των ερώτων μου τα λάθη
και σφαίρες την εδώ και καιρό εξαντλημένη υπομονή μου.
Νιώθω τα φύλλα της καρδιάς μου να ανεμίζονται
και να μένω γυμνή.
Θα ‘θελα σήμερα να φύγω και να μην γυρίσω πίσω ποτέ.

Καθρέφτες σπάζουν
φωνές ουρλιάζουν
γερασμένο αίμα βρώμικο στο σάλιο μου
ξενυχτισμένη ακολουθώ την κρύα τροχιά της σελήνης
που δεν γέμισε σήμερα,
δεν γέμισε σήμερα.
Σήμερα γέμισε το πρόσωπο ενός Μάγου φως που αντίκρυ στην καλή του νεράιδα ξεχνά τα πρόσωπα μιας άλλης κακής και αποδυναμωμένης που σήμερα χάνεται
κι εκείνος δεν το ξέρει.
Όπως δεν ξέρει και το πόσο προσπάθησε να μην χαθεί γιατί είναι όλα γύρω ρημαγμένα. Χάος ατέρμονο στις πληγές της.
Δεν πειράζει, άλλο φεγγάρι θα αντικρίσουμε σαν κοιτάξουμε ταυτόχρονα τον ουρανό
και το ξέρει.
Άλλες ζωές θα αγγίξουμε πάνω στον έρωτά μας αν τον νιώσουμε.
Φιλάσθενος ο έρωτας ετούτος πέθανε στην πρώτη μαχαιριά
κι ακολούθησαν κι άλλες που δεν έζησε να τις πονέσει.

Θα ‘θελα να με αγγίξει ο Θεός και να σκορπίσω.
θα ‘θελα να με αγγίξει ο Θεός και να σκορπίσω
και δεν με αγγίζει
και δεν σκόρπισα.

Βουβά μου λόγια στην κρυφή τους ανάμνηση
χίλιες σιωπές με καλημέρισαν.
Χρόνια ξεχασμένη και απρόβλεπτη
αναζήτησα τα αθέλητα του νου και των υπάρξεων
έκλαψα με την έρημη χάση του φεγγαριού
στέγνωσα την ανατολή περιμένοντας
κάνοντας χίλιες ευχές για μια ματαιόδοξη πρόσκληση.

Ένας νεκρόφιλος ανταγωνισμός κυνηγά τα όνειρά μου.
Η ματαιοδοξία μου έμεινε μισή.

Θα  ‘θελα να με αγγίξει ο Θεός και να σκορπίσω
σε βουνά, σε θάλασσες, σε λίμνες, σε ποτάμια να εξαφανιστώ να γίνω σκόνη
και χίλια κομμάτια να γίνω, να με ακουμπήσει ο θάνατος και να λυγίσω.
Μισώ τους αυτόχειρες, μα αγαπώ τον εαυτό μου, πως γίνεται;

Θύμα το σώμα μου που βρέθηκε μια τέτοια ψυχή να επικαλύπτει.
Θύμα το πρόσωπό μου στα τόσα χαμένα μου δάκρυα.
Θύμα κι εγώ που αντέχω ακόμα και δεν παραληρώ.
Που τα χαμόγελα τα στερεμένα μου;

Ένα μεγάλο ποτάμι με οξυζενέ ήρθε να καθαρίσει τις πληγές μου και πνίγηκα μέσα του εγώ.

Στα πρόθυρα του γκρεμού ξαναφτάνω κι αέναη, ζωγραφίζω κουβέντες λερώνοντας τα χαρτιά.

Περπατάς γυμνή στο αγκάλιασμα ενός μυθικά πλασμένου κόσμου μα, αγάπη μου, δεν ευδοκίμησε κανείς σε τέτοιους κόσμους, το ξέρεις αυτό, δεν το ξέρεις;
Σε συγκινούν οι έρωτες
σου κακοπέφτουν οι χαρές που μόλις δοκίμασες
κι είναι πολλές για την λίγη σου ψυχή να μοιράσεις
κι είναι λίγες στο απόθεμα που θες να σηκωθείς.
Θα ‘θελα να με αγγίξει ο Θεός και να σκορπίσω
πάνω στο γυμνό σου κορμί να απλωθώ
έρωτα να γεμίσεις τις πληγές μου
να επανδρώσεις την αδυναμία μου με φως
μήπως και πετάξω τα μαύρα γυαλιά του τυφλού απ’ τα μάτια μου.
Θα ‘θελα να σε αγγίξει ο Θεός και να σκορπίσεις επάνω μου
θα ‘θελα να μας αγγίξει ο Θεός και να σκορπίσουμε
σαν μελτέμια
να βρεθούμε σε κάποιο ξεχασμένο σύννεφο
να φιληθούμε
να βρέξουμε μαζί
και να πέσουμε κάθετα
σε τούτη την μαύρη γη των ανόμων
στην έρημη χάση της γης
στην έρημη χάση του αύριο
στην μαύρη πλευρά
στην σκοτεινή των εικόνων.

Θα ‘θελα να με αγγίξει ο Θεός και να σκορπίσω
μα δεν με αγγίζει
κι είμαι ακόμα συγκροτημένη σαν μάζα από άμμο
που σε κάθε πτώση διαλύεται και σκορπίζεται άδοξα.

Μα που είναι ο Θεός;
Ας με αγγίξει κι αφού δεν θέλει
εγώ
δεν θα σκορπίσω!

Δ.Π.Β.