Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2014

σελίδες ενός ταξιδιωτικού ημερολόγιου


Εκεί που πήγα λοιπόν, είδα πολλά ωραία αλλά και παράξενα πράγματα, είχανε χρώματα και μυρωδιές και γεύσεις. Δεν ήταν πάντοτε όμορφα, αλλά ξέρεις γλυκό μου κι εσύ όταν μεγαλώσεις θα μάθεις πως οι εκπλήξεις σε κρατάνε ζωντανό, και κάνουν το μυαλό σου να δουλεύει.
Που λες, είδα έναν τεράαααστιο ιπποπόταμο να χορεύει βαλς τόσο ωραία που ντράπηκαν όλες οι σχολές χορού και κλείσανε. Είδα ένα αερόστατο πολύχρωμο και παραφουσκωμένο, που όμως το είχανε καρφώσει στο χώμα κι αυτό αργοπέθαινε από κατάθλιψη. Χε, χε, πήγα ένα βράδυ λοιπόν, σσς… μη μας ακούσει κανείς, καήκαμε… πήγα ένα βράδυ που λες και ξερίζωσα όλα τα καρφιά από το έδαφος και μεμιάς το αερόστατο έφυγε μακριά κουνώντας μου το τεράστιο καπέλο που φορούσε για να με ευχαριστήσει.
Δεν ήταν εύκολο αυτό ξέρεις. Α, όλα κι όλα!  Εβαλα όλη μου τη δύναμη, γιατί τα καρφιά είχανε ρίζες βαθιές, είχανε γίνει ένα με το χώμα κι είχανε αγκαλιάσει όλα τα ζωάκια που ζούνε κάτω από την επιφάνεια της γης, τα μυρμηγκάκια, τα σκουληκάκια, τα φιδάκια τα μικρά, τις σαυρούλες, τα ποντικάκια και τους δικαστικούς επιμελητές…
Είδα ψηλά στον ουρανό, ένα μεσημέρι που ο ήλιος έκαιγε, όλα τα πουλιά του κόσμου που μαζεύτηκαν εκεί που ήμουν, χόρεψαν έναν τρελό χορό, μαγευτικό, και μετά τα καημένα έπεφταν ένα ένα στη γη κάτω και σκοτώνονταν, μέχρι που δεν έμεινε κανένα. Κι έτσι εσύ τώρα δεν θα μάθεις τι θα πει κελάιδισμα κανονικό, παρεκτός από τη φωνη της αγάπης γλυκε μου…
Είδα τρένα τεράστια, με άπειρα βαγόνια να ξεδιπλώνονται σα φίδια στις έρημες επαρχίες, και να κατεβάζουν τους επιβάτες τους στη μέση του πουθενά, ενώ περνάγανε από τις αποβάθρες σα δαιμονισμένα, λες και δεν θα ξαναεμφανιστούν σταθμάρχες ποτέ…
Είδα… είδα…
Θέλεις να σου πω κι άλλα ψυχή μου, ή βαρέθηκες;
Θα σου πω.
Είδα ένα χοντρούλη κλόουν που ήτανε λυπημένος, επειδή το τσίρκο που δούλευε έφυγε, ένα βράδυ που αυτός κοιτούσε το φεγγάρι αγκαλιά με την κοπέλα του, σ’ ένα παγκάκι στον Θερμαϊκό. Αλλά του έδωσα μια κουρδιστή μπαλαρίνα (σαν κι αυτή που εχω για να κοιμάμαι τα βράδια, που κάνει γκλιν γκλον…) κι αυτός τη χάρισε στην κοπέλα του και χαμογέλασαν τόσο πλατιά κι οι δυο τους, που απλώθηκε στην παραλία ένα στρώμα γαλήνης κι ευτυχίας, κι όλοι οι άνθρωποι ξάπλωσαν επάνω του και κοιμήθηκαν ήρεμοι εκείνο το βράδυ, έχοντας αφήσει τις ελπίδες τους σε καλά χέρια.
Έπειτα ήμουν σ’ ένα τεράστιο καταπράσινο λιβάδι κι είδα εκεί παπαρούνες χιλιάδες κατακόκκινες κι ανάμεσά τους φράουλες και κυκλάμινα και νάνους και ξωτικά. Και τότε πέταξε από πάνω μας ένας πανέμορφος πελαργός κι άφησε στον καθένα από μια ευχή, που την είχε τυλίξει σε τούλια κι οργαντίνες και την είχε δέσει με κορδέλες ροζ και φούξια. Άνοιξα κι εγώ τη δική μου λαίμαργη και πεινασμένη μα βρέθηκα σ’ ένα μέρος σκοτεινό μωρό μου, που δεν είχε τοίχους πουθενά και δεν τελείωνε, κι από το βάθος άκουγα μοναχά σειρήνες και κλαδιά που σπάνε, κι είδα μέσα στο μισοσκόταδο μια σκάλα, στενή και ραγισμένη, ν’ ανεβαίνει προς τον ουρανό, δεν είχα που αλλού να πάω και φοβόμουν κι έτσι άρχισα να τρέχω προς το μέρος της, κι εκείνη σαν να απομακρυνόταν ολοένα κι εγώ έτρεχα ακόμα πιο γρήγορα, κι εκείνη, κι εγώ, κι εκείνη…
και μια μέρα χτύπησα δυνατά τα πόδια μου στη γη και τινάχτηκα πέρα μακριά και την έφτασα και γαντζώθηκα πάνω της κι ανέβαινα κι ανέβαινα… και κάποια μέρα έφτασα και είδα το σπίτι μας κι η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει πάλι καρδιά μου, κι έβγαλα το κλειδί από τη μέσα τσέπη μου -πάντα στη μέσα τσέπη να το βάζεις φως μου κι εσύ, για να μην το χάσεις και δεν έχεις που να λυτρωθείς τα βράδια- κι άνοιξα την πόρτα  και πλύθηκα κι έτρεξα κοντά σου  να σ’ αγκαλιάσω και να σε φιλήσω.
Μωρό μου γλυκό…
Γιατί με κοιτάς μ’ αυτά τα τεράστια μάτια…
Όταν βρέχει, πιτσιλάει το πεζοδρόμιο απόνερα σακατεμένων σαββατοκύριακων χωρίς έρωτα, πάνω στο πανωφόρι μου, και μου το λερώνει. Κάποιοι λυτρώνονται στο διπλανό τριάρι, οι αμαρτίες τους βρωμάνε σα βρεγμένος σκύλος. Δεν καβαλάω τη μηχανή μου γιατί γλιστράει στη γλιτσιασμένη άσφαλτο και πέφτω και σκοτώνομαι, κι άντε μετά να ξαναζήσω όλες αυτές τις ανασφάλειες από την αρχή...
Όταν σταματάει να βρέχει, τεντώνω όλα μου τα ρουθούνια κι ακούω πως ψιθυρίζουν οι τοίχοι όταν φοβούνται. Καθαρίζω τις καρέκλες του κήπου να έρθουν να κάτσουν οι τρομαγμένες δεκαοχτούρες, μα αφήνω τις πιτσιλιές στα τζάμια για να θυμάμαι πως είναι η άφιλτρη ενατένιση των πραγμάτων. Σκληρή μάλλον. Τελικά. Με στίγματα. Πουά.
Όταν μετά νυχτώνει, δε βλέπω τίποτα. Κλείνω τα βλέφαρα, γέρνω λίγο πίσω το κεφάλι -αν ήμουν στο θέατρο θα ήταν ωραία πόζα για αφίσα αυτή, ασπρόμαυρη ή σέπια- χαϊδεύω τις φωνητικές μου χορδές με τον παράμεσο και κάνω ασκήσεις ορθοφωνίας, για να μη με βρει απροετοίμαστο η οντισιόν στο θέατρο με τις τύψεις για την εφηβεία μου.
Όταν ξημερώνει τελικά μια άλλη μέρα, έχω απορίες.
Πόσο θόρυβο κάνουν τα σύννεφα πριν ξαναγίνουν βροχή;

Μαρίνα Οζόριο