Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2014

Μόμπι


το όνειρο είναι πάντα το ίδιο. κάθομαι σε ένα πράσινο παγκάκι κάπου σε μια παραλία. δίπλα μου κάθεται μια ξανθιά. τα νύχια της είναι υπερβολικά μακριά και υπερβολικά ροζ. κρατάει ένα κουτάκι μπίρας. χτυπάει το νύχι του δείκτη πάνω στο κουτάκι σαν μετρονόμο. πινγκ-πινγκ.
στο διπλανό παγκάκι δύο ηλικιωμένοι παίζουν ντάμα. ο ένας καπνίζει άφιλτρα, κρατάει  το κόκκινο πακέτο με τη ζωγραφιά της κοπέλας με τις ξανθιές μπούκλες. έχει φυλακόβια τατού στα μπράτσα και μια άσχημη ουλή στο δεξί του μάγουλο. έρχεται μια δεύτερη ξανθιά. έχει βγάλει τον σκύλο της βόλτα. είναι ένας από αυτούς τους μαλλιαρούς σκύλους με τη μπλε γλώσσα.
 η καινούργια ξανθιά κάθεται δίπλα στη ξανθιά-μετρονόμο. ο σκύλος ξαπλώνει κάτω από το παγκάκι.
ο ηλικιωμένος ανάβει τα άφιλτρα το ένα μετά το άλλο. είναι αγχωμένος με τη τροπή της παρτίδας ή με κάτι άλλο. η ξανθιά-μετρονόμος κάνει ένα κλικ προς εμένα για να κάνει χώρο για τη φίλη της. τα γόνατα μας αγγίζονται. η ξανθιά γυρίζει και με παρατηρεί για πρώτη φορά. χαμογελάει και μου συστήνεται ως Τζένη. μου συστήνει τη φίλη της ως Μέλανι. μου συστήνει και τον σκύλο.
-Μό-μπι, έτσι το λέει σπάζοντας τις συλλαβές. είναι τσοου-τσόου. θέλεις μια μπίρα? Μό-μπι σαν τον μουσικό, τον Νεουορκέζο. αυτόν που έχει γράψει το porcelain από το Beach με τον ΝτιKάπριο. ήταν η τελευταία βιντεοκασσέτα που είχαμε νοικιάσει στο εξοχικό των γονιών μου ένα καλοκαίρι. αυτή και το Ποκαχόντας.
η Τζένη μιλούσε με την ταχύτητα του ήχου, ίσως και λίγο πιο γρήγορα. χωρίς το νύχι της να χάνει ούτε ένα μπιτ πάνω στο κουτάκι.πινγκ-πινγκ.
-η Μέλανι λάτρεψε το τραγούδι. είχαμε πάρει και το Λεόν με την Νάταλι Πόρτμαν και τον Ζαν Ρε-νό. όταν νοίκιαζες δύο βιντεοκασσέτες έπαιρνες μια δώρο. εμείς θέλαμε να πάρουμε τον "Ψαλιδοχέρη" με τον Τζόνι Ντεπ. η Μέλανι κι εγώ λατρεύουμε Τζόνι Ντεπ. ο Μίλτος που δούλευε στο βίντεο κλαμπ επέμενε να πάρουμε το Λεόν. ο Μίλτος ήταν καψούρης μαζί μου. πινγκ-πινγκ.
-πολύ καψούρης. έβαζε τις βιντεοκασσέτες σε μια τσάντα και έριχνε μέσα πέντε-έξι σακουλάκια Haribo χωρίς να μας χρεώνει. έτσι εκδήλωνε τον εφηβικό του έρωτα ο γλυκούλης Μιλτιάδης. θέλει να γίνει σηνοθέτης, είχε διαβάσει ότι ο Ταραντίνο πριν γίνει ... you know ο Ταραντίνο δούλευε σε βίντεο κλαμπ. πινγκ-πινγκ. θα γυρίσει μια ταινία μικρού μήκους και μου ζήτησε να παίξω. ο Μίλτος, όχι ο Ταραντίνο. είπε ότι πρέπει να κάνω μια γυμνή σκηνή. μέσα σε μια μπανιέρα. είπε ότι οι ρώγες μου θα κρύβονται από το αφρόλουτρο. θα είναι πολύ καλλιτεχνικό, σαν το τελευταίο τανγκό στο Παρίσι. δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό.
  ο γέρος με τα τατού έχει χάσει το ενδιαφέρον του για τη ντάμα και είχε στρέψει όλη τη προσοχή στην ιστορία της Τζένης. απο τον ιδρώτα που σχηματίζοταν στο κούτελο του είμαι σίγουρος ότι την φαντάζοταν στη μπανιέρα χωρίς το αφρόλουτρο.
-δεν με πειράζει λατρεύω το στήθος μου. θα το κάνω, όχι τίποτε άλλο να βγάλω και την υποχρέωση για όλα τα haribo. η Μέλανι κι εγώ λατρεύουμε haribo.
η Μέλανι είναι κωφάλαλη ή πολύ ντροπαλή. είχε βγάλει ένα μπλοκάκι και κάτι σχεδίαζε. κάθε τόσο χάιδευε το τεράστιο κεφάλι του Μο-μπι. προσπαθησα να της αποσπάσω τη προσοχή αλλά ήταν αφοσιωμένη στο σχέδιο της. η Τζένη συνεχίζει ακάθεκτη.
- ο Μίλτος εκνευρίζεται όταν τον λέω Μίλτο. (μιμείται αντρική φωνή) Μιλτιάδη με λένε. είναι λέει ένας ένδοξος αρχαίος στρατηγός ή συνταγματάρχης. δεν θυμάμαι. και μένα με λένε Τζένη. δεν θα μπορούσα όμως να κάνω καριέρα ως Ευγένια. εκτός αν γινόμουν νοσοκόμα ή ... αρχαιόλογος. θα γίνω χορεύτρια, σαν την Νάταλι Πόρτμαν σε εκείνη τη ταινία με τους κύκνους που έχει τη σκύλα μάνα και τρελαίνεται στο τέλος. δεν με πειράζει να αρχίσω με τον κινηματογράφο όμως. ο Μίλτος λέει ότι θα πάμε στο φεστιβάλ της Δράμας. δεν ξέρω που είναι αυτό αλλά ο Μίλτος λέει  ότι θα μου αρέσει είναι βόρια και έχει χιόνι.  η Μέλανι κι εγώ λατρεύουμε χιόνι. σήκω Μέλανι, πρέπει να πηγαίνουμε.
σαν υπάκουο στρατιωτάκι η Μέλανι σηκώθηκε σέρνωντας το λουράκι του Μόμπι. αυτό το κορίτσι με είχε ξετρελάνει με την κατατονική της γοητεία. ήρθε και μου έσφιξε το χέρι  χωρίς καν να σηκώσει  το βλέμμα της. η χειραψία της όμως ήταν σφιχτή και σταθερή, σχεδόν αντρίκια. πήγα να σφίξω και το χέρι της Τζένης και αυτή μου έδωσε το άδειο κουτάκι της μπίρας.
ο γέρος έρχεται και στέκεται δίπλα μου. η Τζένη καθώς απομακρύνονται συνεχίζει να αναπτύσει τις θεωρίες της για τη τέχνη, τους άντρες, τα πολύχρωμα ζελεδάκια, το σύμπαν. ένα σύμπαν που σίγουρα δημιουργήθηκε για να την υπηρετεί και να την ακούει. η Μέλανι δίπλα της βαδίζει σιωπηλή με απαλά βήματα σαν να μην θέλει να πληγώσει τη γή που πατάει. βήματα χορευτικά που ακολουθούν ένα ρυθμό που μόνο αυτή ακούει. δεν αντέχω να την βλέπω να χάνεται. θέλω να τρέξω ξοπίσω της, να της πω ότι λατρεύω κι έγω το χιόνι, να της ζουλήξω το μπράτσο με δύναμη για να ακούσω κάποιο ήχο να βγαίνει από το στόμα της. δεν το κάνω. κάποιες γυναίκες είναι για να χάνονται. για να έχεις μετά μια ζωή να μετανιώνεις που τις άφησες να χαθούν.
κοιτάω τη παλάμη μου και βλέπω το χαρτάκι που ζωγράφιζε η Μέλανι. πριν προλάβω να το ξεδιπλώσω, να διαβάσω το χρησμό της βουβής μάγισσας, ο γέρος το αρπάζει και το κάνει μια μπουκιά. θέλω να τον αρπάξω από το λαιμό να τον αναγκάσω να το φτύσει αλλά το έχει καταπιεί ήδη.

ξυπνάω και κατευθύνομαι στη κουζίνα. πετάω στο μπλέντερ σταφύλια, ένα καρότο και στύβω ένα ρόδι. είναι άγουρο και δεν έχει ακόμα αυτό το έντονο χρώμα πηχτού αίματος. η ματιά μου πέφτει στο τραπέζι. στη μέση του το κόκκινο πακέτο με τα τσιγάρα του γέρου. έχω τέσσερα χρόνια να βάλω τσιγάρο στο στόμα μου αλλά αυτή τη στιγμή λαχταράω ένα. ανοίγω το πακέτο. μέσα του βρίσκω διπλωμένο το χαρτάκι της Μέλανι.
"θα με θυμάσαι όταν ξυπνήσεις?"

Γιώργος Τρίκερι