Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2016

Με αφορμή το "el hombre solo - Διάφανα Κρίνα"

Arline Wagner


Τώρα τι να σου πω; Είναι άραγε τυχαίο που οι μνήμες με επιστρέφουν στο 2005;
Θα μπορούσε να είναι το τραγούδι της τότε ζωής μου, όταν δε με κρατούσε τίποτα στο σπίτι, ειδικά τις ξάγρυπνες νύχτες... Έβγαινα κάθε βράδυ μέσα στο σκοτάδι και περιπλανιόμουν στους δρόμους, στον Πειραιά, στη Νέα Σμύρνη, στη Μαβίλης, στο κέντρο, στο Γκάζι, αναζητώντας μην ξέροντας ούτε κι εγώ τι ήταν αυτό που έψαχνα ακριβώς... ίσως και τίποτα συγκεκριμένο... απλά αγαπούσα τόσο πολύ τη νύχτα (κι εξακολουθώ να την αγαπώ) που ήθελα να βρίσκομαι συνέχεια στην αγκαλιά της... σε βαθμό εξάρτησης... η νύχτα ήταν η ντρόγκα μου κι εγώ η εθισμένη ερωμένη της.
Της μιλούσα σιωπηλά και συνωμοτικά για όλα εκείνα που δεν τολμούσα να πω στη μέρα κι εκείνη μου αποκάλυπτε τα μυστικά της. 
Δεν έμενα πολύ στα μπαρ, μόνο όσο χρειαζόταν για να καταναλώσω ένα ή περισσότερα ποτά, ανάλογα με τα ευρώ που κουβαλούσα στην τσέπη μου και ήθελα να ξεφορτωθώ καθώς με βάραιναν και με έγερναν στη γη... το «μεθύστε» ήταν για μένα ορόσημο, είχα πάντα μαζί μου αντίγραφα, τα οποία μοίραζα σε πότες ή μη.
Αντλούσα ηδονή περπατώντας στους φωτεινούς ή σκοτεινούς ή ημιφώτιστους δρόμους, ρουφώντας με απληστία το μεδούλι της νυχτερινής Αθήνας προσπαθώντας να το αιχμαλωτίσω, να το φυλακίσω, να το κρατήσω για πάντα βαθιά στα σωθικά για να μου κρατάει και την ημέρα συντροφιά.
Σπάνια συνομιλούσα με τους ανθρώπους που συναντούσα, μόνο τους παρατηρούσα. Κουβαλούσα επίσης ένα κινητό που χρησιμοποιούσα σα φωτογραφική μηχανή (ήταν σαφώς πιο ελαφρύ) για να αποτυπώνω τα νυχτερινά σκηνικά, δρώμενα και αρώματα αφενός και αφετέρου για να στέλνω μεθυσμένα μηνύματα τις πρώτες πρωινές ώρες, κατά προτίμηση σε φίλους και εραστές, ώστε να μοιραστώ την απόγνωση, την απελπισία και την αγωνία μου για τη νύχτα που πλησίαζε στο τέλος της.
Σύντροφοι και φίλοι μου ήταν πάντα τα σκυλιά του δρόμου. Μας ένωνε το γεγονός ότι είμασταν αμφότεροι αδέσποτοι, άστεγοι, αλήτες, τσιγγάνοι, πρόσφυγες, μετανάστες, περιφερόμενοι στην ίδια μας την πόλη, ζητιανεύοντας αστέρια, φεγγάρια και κρυμμένους θησαυρούς σε σκοτάδια και σκιές. Ακόμα και τα σκυλιά που αλυχτούσαν δε με τρόμαζαν, όσο άγρια κι αν ήταν, όσο επιθετικά κι αν γάβγιζαν αρχικά. Είχα έναν έμφυτο τρόπο να τα εξημερώνω με τον ήχο της φωνής και τότε γίνονταν πιστοί συνοδοί, συνταξιδιώτες και συνοδοιπόροι στα βραδινά μονοπάτια της ψυχής. 
Γύριζα στο σπίτι εξαντλημένη. Ακόμα μια άυπνη νύχτα είχε περάσει και την είχα βγάλει καθαρή. Έκλεινα ερμητικά κάθε χαραμάδα φωτός και βυθιζόμουν σε έναν ύπνο χωρίς όνειρα με μια μόνο και μοναδική εμμονή να κυριεύει το μυαλό:  Άραγε, απόψε, θα γίνει πάλι νύχτα;

Θάλεια Σκέτο