Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2016

Καλοκαίρι με τη Μόνικα, το τολμηρό σινεμα του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν




"Καλοκαίρι με τη Μόνικα", 1953, ( Sommaren med Monika), του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν με τους Χάριετ Άντερσον, Λαρς Έκμποργκ.

Ο Χάρι, υπάλληλος σε υαλοπωλείο, συναντά σε ένα μπαρ τη Μόνικα που δουλεύει σε μια αποθήκη. Οι δυο τους δραπετεύουν από τη μίζερη ζωή τους ( ο πατέρας του νέου πάσχει από ανίατη ασθένεια και αυτός της κοπέλας είναι μέθυσος και τη δέρνει), μέσα σε μια βάρκα για ένα νησάκι του σουηδικού αρχιπελάγους. Εκεί ζουν έναν έρωτα χωρίς αναστολές, μέχρι που το τέλος του καλοκαιριού και η εγκυμοσύνη της Μόνικα τους αναγκάζει να επιστρέψουν. Η Μόνικα δεν αντέχει τον καινούργιο της ρόλο της συζύγου και μάνας και εγκαταλείπει το Χάρι με το μωρό για να ζήσει ελεύθερη από υποχρεώσεις.
" Η βάρκα του έρωτα τσακίστηκε στα βράχια της ζωής"..Ο στίχος του Μαγιακόφσκι θα μπορούσε να είναι το μότο της ταινίας. Οι δυο νέοι ζουν στο νησάκι μακριά από τις κοινωνικές συμβάσεις τον απόλυτο έρωτα. Η τραγωδία όμως παραμονεύει: όλα τα στοιχεία μιας τρίπρακτης τραγωδίας είναι παρόντα, η ψευδαίσθηση της απόλυτης ελευθερίας απειλείται από το μοιραίο, τη νομοτέλεια και το ασυνείδητο που θα φέρουν και το θλιβερό τέλος. Η πρώτη πράξη είναι η γέννηση του έρωτα, η συνάντηση του ζευγαριού, η αντανάκλαση σε μια τζαμαρία της Μόνικα που διορθώνει φιλάρεσκα το μακιγιάζ της αλλά και η απειλή ενσαρκωμένη στο πρόσωπο του αντεραστή του Χάρι που του επιτίθεται σωματικά, το σινεμά όπου η Μόνικα κλαίει βλέποντας με το νέο ένα μελό και η απόφαση να φύγουν μακρια από όλους κι από ολα. Η δεύτερη πράξη είναι καθαρά κινηματογραφική, στο νησάκι,έξω από το περιορισμένο σκηνικό της πόλης και των θεατρικών διαλόγων. Η φύση είναι απρόβλεπτη, δεν γνωρίζει κανόνες, ο χρόνος μένει μετέωρος για να αφήσει τους δυο νέους να χαρούν μια πρωτόγνωρη ( ειδικά για τον πιο συντηρητικό μικροαστό Χάρι) ερωτική ελευθερία πρωτόπλαστων. Όμως τα πρώτα σύννεφα εμφανίζονται, κυριολεκτικά και μεταφορικά, η καταιγίδα ξεσπάει, οι προμήθειες τελειώνουν και η Μόνικα ανακαλύπτει την εγκυμοσύνη της. Ο συνετός Χάρι συνειδητοποιεί την ευθύνη και αποφασίζει την επιστροφή τους. Στην τρίτη πράξη που είναι και η πιο σύντομη, τα γεγονότα είναι καταιγιστικά και οδηγούν προς το αναπόφευκτο τέλος. Η Μονικα πνίγετα στην οικογενειακή ασφάλεια και ρουτίνα και παρατάει τον πρώην εραστή για να αναζητήσει τον πρώτο τυχόντα που θα την προσεγγίσει ερωτικά στο ίδιο μπαρ που γνώρισε το Χάρι. Και εκεί είναι, ακριβώς πριν πάρει την απόφαση να πάει με τον άγνωστο, που γράφτηκε στην ιστορία του σινεμά το περίφημο βλέμμα: Η Μόνικα (δυσδιάκριτη πια η ηρωίδα από την ηθοποιό) κοιτάζοντας προκλητικά και ξεδιάντροπα σχεδόν την κάμερα, βυθίζει το βλέμμα της σε αυτό του θεατή. Ζητάει τη συμμετοχή του θεατή στην "ανήθικη" πράξη της, σπάζοντας τη σύμβαση της fiction που απαιτεί η 7η τέχνη. Είναι σαν να ρωτάει σιωπηλά το θεατή: " με κρίνεις;" " τί θα έκανες εσύ στη θέση μου"; Το διάσημο αυτό βλέμμα κυριάρχησε τόσο, ( το πιο λυπημένο πλάνο στο σινεμά το χαρακτήρισε ο Γκοντάρ), που επισκίασε ένα άλλο βλέμμα που ρίχνει για λιγότερο χρόνο ο Χάρι στην κάμερα: τον βλέπουμε σε αντανάκλαση στην ίδια τζαμαρία που καθρεφτίστηκε η φιλάρεσκη Μόνικα. Κρατάει στην αγκαλιά του το μωρό και θυμάται τις μαγικές στιγμές του πάθους, ξαναγυρνώντας ωστόσο στην προστατευτική αγκαλιά της μικροαστικής ζωής του.
Ο Μπέργκμαν εκφράστηκε πολλές φορές με θαυμασμό για το ταλέντο της Χάριετ Άντερσον με την οποία μοιράστηκε έναν έρωτα όσο κρατούσαν τα γυρίσματα. Η κάμερα ακολουθεί ερωτευμένη και αυτή το αισθησιακό ηδονικό και άγριο πλάσμα που ήταν η εικοσάχρονη τότε ηθοποιός. Θα την αναδείξει και σε άλλες του ταινίες, όπως στο " Μέσα από το σπασμένο καθρέφτη", με κορυφαία την τελευταία συνεργασία τους το 1973 στο αριστουργηματικό " Κραυγές και Ψίθυροι". Και σε μας τους θεατές, σε ο,τι αφορά στο έργο και στην πρόκληση που μας απευθύνει το πρόσωπο του έργου, ή η ίδια η ηθοποιός, μένει η ελευθερία να διαλέξουμε τη θέση μας απέναντι στην πράξη της ασυμβίβαστης Μόνικα: θα αποδεχτούμε τη σκοτεινή βγαλμένη από το φροϋδικο ασυνείδητο δύναμη που την υποκινεί και θα τη συχωρήσουμε, ή θα καταδικάσουμε την καταστροφική της ανευθυνότητα απένατι στις υποχρεώσεις της πραγματικότητας;..

  Λίλη Παπασπυροπούλου