Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2016

Άννα-Μαρία

       
Η Άννα γύρισε το κλειδί κι άνοιξε την πόρτα που στοίχειωνε τους εφιάλτες της. Ξύλινη μ’ ένα παραθυράκι που άνοιγε προς τα μέσα προστατευμένο με λεπτά κάγκελα. To κουδούνι έγραφε: «Μαρουσώ Χερουβείμ, εκπαιδευτικός».  

  Έκλεισε την πόρτα πίσω της.  Σε τελική ανάλυση δεν είχε κάτι να φοβάται, μπορούσε να κάνει όσες λάθος κινήσεις γούσταρε.  Η Μαρουσώ ήταν, ήδη, στην αντίπερα όχθη - τα σημερινά Σαράντα σηματοδότησαν το τέλος του ταξιδιού της.  Αυτό που η μακαρίτισσα είχε για ψυχή, είχε φθάσει στον προορισμό του το πρωί με όλο το απαιτούμενο τελετουργικό.  Για την Άννα ήταν περιττό, δε σκόπευε να τη μνημονεύει αιώνια κι όσο για το αν θα τη συγχωρούσε ο Θεός, ήταν δικό του θέμα. 

  Τι θα έκανε με τούτο το διαμέρισμα της οδού  Κεφαλληνίας; Προς το παρόν θα περνούσε κάποιες μέρες εδώ* το πένθος για τη μάνα της και η γραφειοκρατία που έσερνε ήταν μια καλή δικαιολογία να ξεφύγει από τη συζυγική ζωή. 

                                            2

  «Ποιος να μου το ‘λεγε, Μαρουσώ, το σπίτι σου καταφύγιο απ’ τον άντρα που παντρεύτηκα για να σου ξεφύγω», σήκωσε τα ξύλινα ρολά να μπει φως.  Βούτηξε στον πράσινο καναπέ, πέταξε τα παπούτσια κι άπλωσε τα πόδια στο τραπεζάκι σπρώχνοντας τ’ ασημικά που το στόλιζαν. Γέλασε με τον εαυτό της - τελικά ήταν ευκολότερο από όσο φανταζόταν. Άλλωστε οι εφιάλτες ξεκίναγαν και σταματούσαν στην εξώπορτα του διαμερίσματος.

  Παρατήρησε το χώρο με μάτι ψυχρό.  Της άρεσε αυτό το σπίτι κι ας το μισούσε.  Ψηλοτάβανο διαμέρισμα του ΄50, μεγάλα παράθυρα, θερμά πατώματα.  Στην εσοχή του σαλονιού το γραφείο, δίπλα στον καναπέ το στρογγυλό τραπέζι με το μακρύ δαντελένιο κάλυμμα.  Ασημένια λάμπα κι ανάλογες κορνίζες: Μαρουσώ, Άννα, Μαρουσώ, Άννα.  Η καθεμιά μόνη στην κορνίζα της.  Μόνο σε μία ήταν μαζί, στη γαμήλια.

  Η κυρία Μαρουσώ, σοβαρή, με σφιγμένο χαμόγελο, τα ξανθά μαλλιά μαζεμένα σε χαμηλό κότσο και το λεπτό της σώμα σε μαύρη δαντέλα. Επιβλητική πεθερά, σε απόσταση ασφαλείας απ΄την λευκοντυμένη κόρη. «Παράξενο, δεν το ‘χα παρατηρήσει πως δεν είμαστε ούτε σε μια φωτογραφία μαζί παρά μόνο σ’ αυτή του γάμου»* στο ορόσημο του αποχωρισμού της μάνας απ’ την κόρη που τραγουδούσαν οι θειάδες της με την πρέπουσα συγκίνηση.

                                            3

  Το σπίτι σε μανιακή τάξη - ένα μαυσωλείο που επέβαλλε την παρουσία της φευγάτης.  Ακόμη κι η σκόνη είχε διστάσει να κάτσει στα έπιπλα. Απ’ τη συρόμενη πόρτα, η σκυριανή τραπεζαρία κι ο μπουφές με τον μεγάλο καθρέφτη.  Λιγοστά τα διακοσμητικά, η άποψη της Μαρουσώς ήταν πως στην τραπεζαρία τον πρώτο λόγο έχει το φαγητό κι η αλήθεια είναι πως η στεγνή γυναίκα, ως μαγείρισσα, μεταμορφωνόταν.  Τα φαγητά της ήταν μοναδικά, άλλοτε να ξεχειλίζουν άρωμα και γεύση κι άλλοτε να υπαινίσσονται υλικά που δεν μπορούσες να προσδιορίσεις.

  Μικρή, όταν την παρακολουθούσε να μαγειρεύει με τόση χάρη, πιάνοντας τρυφερά το κρέας για να το αλατίσει, να το αλείψει με κάποιο από τα μυρωμένα με μπαχάρια λάδια της, η Άννα ευχόταν κρυφά να ήταν για λίγο εκείνο το κρέας.  Να νιώσει το χάδι κι ας ψηνόταν μετά. 

  «Ίσως αυτό ήταν το πρόβλημα τελικά, δεν μπορούσε να με ροδίσει στους 180».  Κοίταξε τα χέρια της, τα θυμήθηκε παιδικά, σημαδεμένα απ’ τα μισοσβησμένα σπίρτα: Τώρα να σε δω, ξαναβάζεις τα χέρια στη μύτη;  «Εμένα δε με πετύχαινες στο ψήσιμο, έτσι μάνα;»
  «Διψάω», θέλησε να ζητήσει ευγενικά ένα ποτήρι νερό.  Θυμήθηκε πως  ήταν μόνη και κίνησε για την κουζίνα μα τη σταμάτησε ο οξύς ήχος.

                                            4

  «Κουδούνι. Ποιος διάολος είναι;» κι όμως άνοιξε χωρίς να ρωτήσει.  Στο κατώφλι στεκόταν ένα λιγνό κορίτσι, γύρω στα δεκάξι.  Αρβύλες, μαύρο στενό τζιν, μαύρη μπλούζα, μαύρα μαλλιά με μπλε ανταύγιες. 
  «Κυρία Άννα;»
  «Ναι, εγώ…»
  «Μένω δίπλα, η Μαρία είμαι. Θυμάστε;  Ήμουν μικρή όταν φύγατε. Τώρα που σας άκουσα ήρθα.  Συλλυπητήρια…» και τα μάτια της βούλιαξαν στα δάκρυα.
  Η Άννα ξυπόλητη και στο κατώφλι της ένα κορίτσι να κλαίει.
  «Πέρασε. Θα φέρω λίγο νερό».
  Μπήκε στην κουζίνα, άνοιξε το ντουλάπι πάνω απ’ τον μαρμάρινο νεροχύτη, πήρε ποτήρια, άφησε τη βρύση να τρέξει αρκετά κι έβαλε νερό για τις δυο τους.  Σκούπισε μηχανικά τα χέρια στην πετσέτα που κρεμόταν απ’ το πόμολο του ντουλαπιού στα δεξιά της κι έκανε να επιστρέψει στο σαλόνι.  Παρακολούθησε το κορίτσι - άγγιζε τις φωτογραφίες, τακτοποιούσε το τραπεζάκι του σαλονιού, χάιδευε την πολυθρόνα και το γραφείο της νεκρής.
 Πρότεινε στη Μαρία το ένα ποτήρι και χώθηκε ξανά στον καναπέ: «Σε θυμάμαι. Ήσουν μια σταλιά όταν παντρεύτηκα».
  Η μικρή κάθισε στην μπερζιέρα της Μαρουσώς, ήπιε λίγο νερό και χαμήλωσε το κεφάλι.
 

                                            6

  «Θα ήθελα να είμαι σαν εσάς δυνατή, να μην κλαίω.   Στενοχωρήθηκα τόσο που πέθανε η κυρία Μαρούσα… Μαρούσα της άρεσε να τη λέω.  Ήταν τόσο καλή μαζί μου.  Τσακώνομαι συνέχεια με τους δικούς μου.  Εδώ ερχόμουν να κρυφτώ.  Πόσο τυχερή είστε που έχετε μια τέτοια μητέρα.  Με αγκάλιαζε κι όλο για εσάς μιλούσε.  Το κορίτσι της, έτσι σας έλεγε.  Η Άννα, το κορίτσι μου… Σας αγαπούσαμε μαζί.  Τον τελευταίο καιρό, υπήρχαν φορές που χανόταν και το μόνο που έλεγε ήταν:  Με λένε Μαρουσώ Χερουβείμ, γεννήθηκα κι έχω μια κόρη, την Άννα μου».

  Το κορίτσι έκλαιγε τώρα με αναφιλητά.  Η Άννα την κοίταζε.  Ένα κορίτσι με μπλε μαλλιά έκλαιγε με τα δάκρυα που της ανήκαν,  έπαιρνε την αφή τής πεθαμένης από τα έπιπλα που κι αυτά της ανήκαν,  θρηνούσε μιαν απουσία που της ανήκε.  Μια ξένη κατείχε τον πόνο της.  Εκείνη δεν είχε τίποτα.  Δεν είχε χαρά, ούτε πόνο, ούτε καν μίσος.  Μόνο έναν θυμό είχε να τον περιφέρει  από δω κι από κει και κάθε που ξεθύμαινε τον υποδαύλιζε μ’ εφιάλτες.   Τώρα ήταν τόσο άδεια που ακόμη κι ο θυμός δε βρήκε μέρος να πιαστεί.
  Σηκώθηκε, πήγε και κάθισε δίπλα στη Μαρία, κατάχαμα.  Άπλωσε τα χέρια, σκούπισε με τις παλάμες το πρόσωπο του κοριτσιού κι ύστερα ξάπλωσε το κεφάλι της στους λεπτούς μηρούς του.  Τα τελευταία δάκρυα της κοπέλας έσταξαν στο πρόσωπό της.  Έμειναν για ώρα στη σιωπή.  Η Άννα ένιωθε το τρέμουλο της Μαρίας και η Μαρία τον σφυγμό στα μηλίγγια της Άννας.
  Το κορίτσι χάιδεψε προς τα πίσω τα μαλλιά της γυναίκας.  Κοιτάχτηκαν:
  «Εσείς τι θα κάνετε τώρα;»
  «Εγώ… Εγώ, θα ψάξω για τη μάνα μου».


Μαρίτα Φίλντιση