Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2016

κουλουράκια ζάχαρης



Η Άννα χάζευε το καναρίνι που τσιμπολόγαγε τα γλυκά
τρίμματα που του ‘χε ρίξει – το λευκό κλουβί κρεμόταν
μπρος στη γυάλινη πόρτα της κουζίνας. Έξω ο καιρός
βαρύς και παγωμένος. Το σπίτι ήσυχο, τα σώματα του
καλοριφέρ έτριζαν ζεστά κι απ΄το βουητό της καφετιέρας
μύρισε καφές. Μα σήμερα, η μυρωδιά που επικρατούσε στην
κουζίνα ήταν της ζαχαρωμένης ζύμης – είχε σηκωθεί
ξημερώματα κι έφτιαξε τα αγαπημένα τους κουλουράκια.
  Συνήθιζε να το κάνει στην επέτειό τους τα πρώτα χρόνια
του γάμου. Τη μακρινή εκείνη εποχή ο άντρας της έχωνε το
πρόσωπό του στα λαιμό της: «μυρίζεις σαν κουλουράκι
ζάχαρης» - για καιρό ήταν ο ερωτικός τους κώδικας. Με τα
χρόνια ο κώδικας ξεχάστηκε ανάμεσα στη φονική σιγουριά
του διπλού κρεβατιού και στη συνήθεια, ώσπου ήρθε η
απομάκρυνση και τα κιλά της* δε θυμάται ποιο από τα δύο
έφτασε πρώτο.

  Μα, τώρα, ήταν αποφασισμένη να υπενθυμίσει στον άντρα
της αυτό που υπήρξαν. Θα ξεκινούσε με τις μυρωδιές, τα
κουλουράκια ζάχαρης και μια σταλιά από το άρωμα που
φορούσε τότε.  Είχε βάλει στοίχημα με τον εαυτό της.
Μόνο δύο κουλουράκια θα φάω, ένα τώρα για να το γευτεί
στο φιλί μου κι ένα μετά, με τον καφέ μας.
  Το καναρίνι συνέχιζε να τσιμπολογάει λαίμαργα.
- Ε, τι έγινε σήμερα; Τι ώρα σηκώθηκες; Δεν τον είχε
ακούσει να έρχεται.
- Δεν είχα ύπνο και είπα να μας κανακέψω λίγο.  Ο καφές
είναι έτοιμος και μάντεψε τι άλλο.
- Μου έσπασαν τη μύτη και ξύπνησα.  Κουλουράκια
ζάχαρης.  Πού τα θυμήθηκες; τη ρώτησε καθώς έψαχνε την
κούπα του.
  
- Κάθισε συ.  Θα βάλω εγώ τους καφέδες, είπε η Άννα και
τον φίλησε απαλά.
- Χμ, πρόλαβες να τα τιμήσεις, πόσα έφαγες ως τώρα και
μην πεις όχι, τα μύρισα στην ανάσα σου… της βάρεσε μια
στα πισινά, καθώς εκείνη του έβαζε καφέ.
  Ο καφές έπαψε να ρέει για μια στιγμή στο φλιτζάνι, για
μια μόνη στιγμή.  Η Άννα το απογέμισε, έριξε και μια
κοφτή ζάχαρη, τον ανακάτεψε αργά και τον άφησε μπροστά
του.
- Ναι, μυρίζω ολόκληρη  όπως άνοιξα τον φούρνο να τα
βγάλω όλος ο αχνός ήρθε πάνω μου.  Μυρίζω ολόκληρη
κουλουράκια ζάχαρης!
- Πες το ψέμματα.
        
Γέμισε και το δικό της φλιτζάνι και κατόπιν έφερε στο
τραπέζι το μπολ με τα κουλουράκια, νερό, χυμό πορτοκάλι,
ψωμάκια, βιτάμ και σπιτική μαρμελάδα βερίκοκο.
- Τι έγινε, ρε Άννα, βάλθηκες να παχύνουμε ομαδικώς μου
φαίνεται. Λες και δε φτάνουν τόσα βουτήματα… μη σου πω θα
τα πάω αύριο στο γραφείο.  Αν μείνουν εδώ θα φαγωθούν και
θα ‘χουμε άλλα.
  Το πουλί είχε φάει τα τρίμματα και πηγαινοερχόταν
νευρικά στο κλουβί του.  Η γυναίκα ήπιε μια γουλιά καφέ
κι άνοιξε την κυριακάτικη εφημερίδα που έτρεμε ελαφρά στα
χέρια της.
- Φάε να μου πεις αν τα πέτυχα…  Το πάει για βροχή, λες
να πάρουμε τον Νίκο και τη Ρία να έρθουν από δω;  Αν
θέλουν βγαίνουμε έξω για φαγητό αλλιώς ψήνουμε στο τζάκι
και την αράζουμε εδώ.  Τι λες;


 Ο άντρας της έφαγε το πρώτο μπισκότο μ’ ένα μουγκρητό
ευχαρίστησης και μετά δεύτερο και τρίτο. Η Άννα άπλωσε
και πήρε το δεύτερο και τελευταίο που θα επέτρεπε στον
εαυτό της όμως δεν πρόλαβε να το γευτεί.
- Πώς τα πας, πώς τα φέρνεις, όλο στο φαγητό τη γυρνάς
την κουβέντα.  Δεν είπαμε να κάνεις λίγο κράττει, ρε
Άννα;  Ήθελα να ‘ξερα δεν έχεις τίποτε άλλο ν’
ασχοληθείς.  Ορίστε, σήμερα σηκώθηκες άγριο ξημέρωμα να
φτιάξεις κουλουράκια ζάχαρης.  Ποιος θα τα φάει αυτά…
ξέρεις πως προσέχω τη χοληστερίνη.  Και, τέλος πάντων,
θέλω να προσέχω με τις κοιλιές.  Εσύ, γυναίκα είσαι. Δεν
έχεις ματαιοδοξία; Να φορέσεις κάτι πιο θηλυκό από τα
τσουβάλια που ντύνεσαι;  Τι να πω, ρε κορίτσι μου, όλα τα
έχουμε κι εσύ εκεί… εξαρτημένη από τη μάσα.
- Θυμήθηκα τότε που έλεγες πως μυρίζω σαν κουλουράκι
ζάχαρης.  Είπα να το θυμηθούμε, κι αν με αγκάλιαζες θα
μύριζες και το άρωμα που σου άρεσε και μου χάριζες για
χρόνια.

- Ναι, αυτά μας έλειψαν τώρα. Παραμυθιάζεσαι.  Δεν τα
ξαναβρίσκουν έτσι τα ζευγάρια.  Στην τελική, με ρώτησες
πώς νιώθω που κάθε φορά που το κάνουμε σε βρίσκω και πιο
στρογγυλή;
  Μόνο τα φτερουγίσματα του πουλιού ακούγονταν.
- Δε μιλάς, τι να πεις.  Κάθε Δευτέρα ξεκινάς τη δίαιτα
κάθε Τρίτη τη σταματάς.  Μα δε γίνεται έτσι δουλειά
Άννααα, ξύπνα!
- Αν σε ανησυχεί μην τα φάω πάρτα όλα αύριο στο γραφείο
να τα έχετε εκεί.  Και το σημερινό ήταν για να σου θυμίσω
πώς ήμασταν. Ξέρω γω, πες το χαζό έτσι το σκέφτηκα.  Κι
αν σε ενοχλώ τόσο πολύ να μην το κάνουμε.
- Πού να ‘ξερες, καημένη… άλλος στη θέση μου… Το ‘ριξες
στη μούγκα, ε; έπιασε να κόψει ένα ψωμάκι στο
πιάτο του.

  Η νευρική του κίνηση έχωσε τη λάμα βαθιά στο δάχτυλό
του, γέμισε η πορσελάνη αίμα.
- Γαμώ την πουτάνα μου και τα κουλούρια σου μέσα! κι
έτρεξε στο μπάνιο.
  Το καναρίνι είδε τη γυναίκα να σηκώνεται αργά και να
μαζεύει το πρωινό.  Πήρε το τελευταίο της κουλουράκι, το
ακούμπησε σε μια σταγόνα αίμα κι ύστερα το έφαγε αργά.
Θα ήταν ωραία να υπάρχω χωρίς να παραιτηθώ από τη ζωή,
ψιθύρισε.

    Μαρίτα Φίλντιση