Σάββατο, 13 Ιουνίου 2015

Hellraiser, μια ιστορία πόνου και ηδονής.


Hellraiser, 1987, ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Clive Barker

Πόνος και ηδονή. Αυτό είναι το Hellraiser. Στην αρχική του μορφή, ένα μυθιστόρημα της σειράς με τίτλο The Hellbound Heart που ούτε πάει ο νους σου. Τόσα και τόσα άλλα γραφτά του Barker είναι απείρως καλύτερα, με κορυφαίο κατά τη γνώμη μου το φουλ αρρωστημένο Στους Λόφους οι Πόλεις απ’ το πρώτο Βιβλίο του Αίματος. Εδώ όμως μετατρέπεται σε μια απ’ τις κορυφαίες ταινίες τρόμου ever.
Πηγή του κακού εκείνος ο καταραμένος κύβος. Που είναι η πύλη μέσα απ’ την οποία μια παράξενη κάστα όντων που ούτε ξέρουμε τι είναι, ούτε από που έρχονται, ξεχύνονται στον κόσμο μας για να φέρουν ένα ατέλειωτο βασανιστήριο. Και φυσικά, όπως πάντα, για να γίνει αυτό απαιτείται η συνεργασία κάποιου αδαούς ανθρώπου που θα ανοίξει τον κύβο. Αρκετά κοινότυπο βέβαια αλλά και ταυτόχρονα γοητευτικά λαβκραφτικό. Άλλωστε η αξία του Hellraiser δε βρίσκεται σε καμιά πρωτοτυπία με την οποία το εξορισμένο Κακό έρχεται σε μας αλλά στο τι θα φέρει και πως αυτό αποδίδεται τελικά στην ταινία. Και εδώ ακριβώς είναι όλο το ζουμί. Σπάνια μια ταινία τρόμου δίνει μια τέτοια αίσθηση νοσηρότητας, ανακατεμένη με το αίμα, τη σαρκική ηδονή, την τρέλα και τον θάνατο, απουσία οποιασδήποτε αισθηματικής ή άλλης ανθρώπινης διάστασης. Γι’ αυτό το Hellraiser είναι ένας ατέλειωτος βασανιστικός εφιάλτης απ’ όπου ή δε θα βγεις ζωντανός ή, στην καλύτερη περίπτωση, θα βγεις με τα λογικά σου σαλεμένα.
Στη σκηνοθεσία ο ίδιος ο δημιουργός του. Ποιός άλλος θα μπορούσε να το κάνει καλύτερα; Ίσως ένας Cronenberg μόνο. Η διαβολική Clare Higgins, η κορυφή της ταινίας, που επιδίδεται σ’ ένα ατελείωτο μακέλεμα αθώων προκειμένου να ξαναφέρει στη ζωή τον εραστή της και αδερφό του άντρα της. Ο Andy Robinson κατ’ αρχήν θύμα και προς το τέλος κακός, μα πολύ κακός, έτσι όπως του πάει και όπως τον θαυμάσαμε σαν Scorpio στο Dirty Harry. Η κόρη του ζεύγους, η Ashley Laurence, εντάξει αγγούρω αλλά ήταν η πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση, μη ζητάμε και πολλά. Ο Sean Chapman στο ρόλο του αδερφού, άψογος, αληταράς, εκμαυλιστής που η διεφθαρμένη ζωή του τον οδήγησε τελικά στο να γνωρίσει την Κόλαση από πρώτο χέρι. Και από κοντά η μορφή του Pinhead, παρουσιασμένη με φειδώ εδώ πέρα, που όντως σου μεταδίδει το πνεύμα και την ατμόσφαιρα που ήθελε να πετύχει ο Barker. Αλλά πάνω απ’ όλα το σάουντρακ του Christopher Young. Θεέ μου αυτό το σάουντρακ!!! Βγαλμένο κατ’ ευθείαν απ’ τα τρίσβαθα της Κόλασης που δίνει στην ταινία τη μισή και παραπάνω αξία της. Υπνωτικό, βλάσφημο, θανατηφόρο και ηδονικό μαζί!
Από κει και ύστερα η παραπέρα εκμετάλευσή του που έγινε francise μπορεί να αγνοηθεί επιδεικτικά. Να εξηγούμαστε, όλα τα υπόλοιπα της σειράς δεν είναι ούτε Hellraiser, ούτε καν Barker. Στον κουβά όλα τους. Αν τώρα θέλετε να τα δείτε σαν αυτόνομες ταινίες, απαλλαγμένες απ’ το καπέλο του Hellraiser, ρίξτε μια ματιά στο πέμπτο της σειράς με υπόττλο Inferno (2000, σκηνοθεσία Scott Derrickson) το οποίο με ένα καλύτερο καστ και καλύτερη σκηνοθεσία (αμφότερα είναι σχεδόν για τα μπάζα), θα ήταν, χωρίς πλάκα, ένα πολύ ωραίο ψυχεδελικό, αστυνομικό giallo. Πάντως αίμα εδώ μην περιμένετε, δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου.
Όσον αφορά τον Barker τώρα, σαν συμπλήρωμα στο μενού, λίγο παρακάτω στέκει και το επίσης καταπληκτικό Candyman του 1992 απ’ τον Bernard Rose με την Virginia Madsen. Ενδεχομένως ισάξιο με το Hellraiser και απαραίτητο.

Θανάσης Ζελιαναίος