Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

Εκείνοι, εσύ.


Εσένα μόνο θέλω να με νιώθεις, εσένα. Να κοιτάζω ψηλά και να μετράω στα αστέρια τα δευτερόλεπτα έως να σε δω. Εσένα που έδωσες χρώμα στην αγάπη και φωτίζει σαν φάρος πάντα στα δύσκολα. 

Εσύ μονάχα θέλω να με νιώθεις. Και τώρα, και αύριο, και πάντα. Εσύ που κεντάς κάθε μέρα με χρυσή κλωστή την ευτυχία μου κι όταν περπατάω σκορπάω χρυσόσκονη, χάρη στα χέρια σου που με έλουσαν αλήθειες.
Είναι η στιγμή της ζωής που αλλάζουν όλα ύφος. Ο έρωτας γίνεται σύντροφος, οι φίλοι γίνονται οικογένεια, η οικογένεια μετατρέπεται σε μια βουβή αγάπη που έχεις χρέος να πληρώνεις σ όλη σου τη ζωή με πλαστά χαρτονομίσματα. Κι οι γονείς .. οι άνθρωποι που σε έφτιαξαν αυτό που είσαι σήμερα και μιλάς γι αυτούς, αυτοί τους οποίους μίσησες στην εφηβεία σου κι έφυγες από το σπίτι, αυτοί που για κάθε σου δευτερόλεπτο μακριά τους έβγαζαν και μια επιπλέον ρυτίδα, αυτοί, που μάτωσαν για να διατηρήσουν το χαμόγελό σου κι αυτοί που λίγο πριν το τέλος κέρδισαν τελικά την εκτίμηση σου όχι επειδή τόσα χρόνια δεν την άξιζαν, αλλά επειδή τώρα μεγάλωσες εσύ, αυτοί οι δύο άνθρωποι έχουν γίνει μια εικόνα στον τοίχο του σπιτιού σου και χιλιάδες ανεξίτηλες αναμνήσεις στο παράθυρο που κοιτάζεσαι με τον εαυτό σου.
Ξέρεις, ότι όταν ήμουν μικρή είχα ντυθεί τις απόκριες τραπουλόχαρτο. Ήμουν τόσο χαριτωμένη κι εκείνοι μου το έλεγαν συνέχεια πόσο μου πάει και τι πλάκα είχα κι εγώ δεν ήθελα να βγάλω από επάνω μου την στολή για να τους βλέπω να χαίρονται και να γελούν. Αυτήν την αγάπη μου θύμισες, την παιδική, την αθώα, που νόμιζα πως την είχα σκοτώσει εκείνη την ημέρα που βρέθηκε κάποιος να σκοτώσει μέσα μου το δικό τους παιδί. Μου θύμισες πως κάποτε αγαπούσα σαν παιδί, επειδή ήμουν παιδί, κι ας μην ήμουν τελικά. Πως λοιπόν να μην σ αγαπώ; Αφού είσαι κρυμμένη σε όλες τις χαραμάδες που σκίζονται τα χέρια μου. Όπου λυγίζω με σηκώνεις. Όπου γερνάω με ξυπνάς. Και μέσα σε όλα αυτά, είσαι η ομορφότερη γυναίκα που έχω δει και αγγίξει ποτέ στην ζωή μου.

Δ. Π. Β.