Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2015

Βίαιοι, Βρώμικοι και Κακοί (η ανθρώπινη ανηθικότητα σε όλο της το μεγαλείο).


Βίαιοι, Βρώμικοι και Κακοί (Brutti, Sporchi e Cattivi, 1976, Ettore Scola).

Μια βουτιά στο παρελθόν μ' ένα ιταλικό αριστούργημα των 70ς. Ο Ettore Scola οπλίζεται με τον παροιμιώδη αμοραλισμό των σπαγγέτι γουέστερν και την ιταλική κωμωδία και ρίχνει μια στο δόξα πατρί του ιταλικού νεορεαλισμού θάβοντάς τον για πάντα. Η Ρώμη, Ανοχύρωτη Πόλη (η ταινία-γέννηση του ιταλικού νεορεαλισμού του 1945 απ’ τον Roberto Rossellini) τώρα είναι μια μεγάλη πρωτεύουσα και η κοινωνία του Κλέφτη των Ποδηλάτων μεταφέρεται πλέον στις παρυφές της ξεχνώντας για πάντα την οποιαδήποτε ηθική της. Το τελικό αποτέλεσμα βρωμάει και ζέχνει από μίλια μακρυά. Όπως ακριβώς τα πάντα βρωμάνε σ’ αυτό το φτωχομαχαλά στην άκρη της Ρώμης. Τίποτα δε μένει όρθιο σ’ αυτή τη μικροκοινωνία που όλα κυλούν αργά, βασανιστικά χωρίς καμιά ελπίδα. Η περιφερειακή λεωφόρος που χωρίζει τη γειτονιά απ’ τη μαγική πρωτεύουσα είναι το ανθρώπινο σύνορο που χωρίζει τους δυο κόσμους που δεν έχουν τίποτα κοινό.
Και η ιστορία εστιάζει σε μια οικογένεια που γίνεται της τρελής. Ούτε μπορεί να καταλάβει κανείς από πόσα μέλη αποτελείται, τι δουλειά κάνει ο καθένας, πως τα φέρνουν βόλτα, πως χωράνε όλοι αυτοί, καμιά δεκαπενταριά άτομα σύνολο, μέσα σε μια παράγκα που αυτή του Καραγκιόζη μπροστά της μοιάζει με σεράι. Το μόνο που ξέρουν είναι να γενοβολάνε και όπως λέει σοφά κι ο πάτερ φαμίλιας (ο εκπληκτικός Nino Manfredi) «οι γονείς έχουν γίνει περισσότεροι και απ’ τα ποντίκια». Μήλον της Έριδας για όλους το ένα εκατομύριο λιρέτες που έχει πάρει αποζημίωση ο πατέρας από εργατικό ατύχημα. Ο οποίος τα κρύβει κάθε βράδυ και σε διαφορετικό μέρος για να μην του τα φάνε και κοιμάται με την καραμπίνα αγκαλιά. Η επαγγελματική σύνθεση των παιδιών, μύλος. Μια νοσοκόμα, ένας τραβεστί που κάνει βίζιτες αλλά πηδάει και τη γυναίκα του αδερφού του, ένας που θέλει να γίνει κουρέας, ένας επίδοξος τραγουδιστής, ένας τσαντάκιας και κάμποσοι άνεργοι. Και βέβαια η μασκώτ της οικογένειας, η μάνα του πατέρα που στήνεται όλη μέρα μπροστά στην τηλεόραση στα ογδοντατόσα της και μαθαίνει αγγλικά! Κόλαση! Ο κόμπος φτάνει στο χτένι όταν ο πατέρας αποφασίζει να σπιτώσει μια πουτάνα που ψάρεψε κάπου και τη βάζει να κοιμάται στο κρεβάτι μαζί με τη γυναίκα του. Και τα φράγκα της αποζημίωσης αρχίζουν να κάνουν φτερά σε ντόλτσε βίτα καταστάσεις. Και τότε τα μέλη της οικογένειας αποφασίζουν να τον δηλητηριάσουν σε ένα μεγάλο γεύμα. Η σκηνή του γεύματος και της δηλητηρίασης άπαιχτη.
Η ταινία ευφυώς ξεκινάει και τελειώνει με την ίδια σχεδόν σκηνή. Μια απ’ τις κόρες της οικογένειας, μάλλον η πιο μικρή, ίσως και ανήλικη ακόμα, βγαίνει απ’ το σπίτι χαράματα με τους ντενεκέδες παραμάσχαλα για να πάρει νερό για το σπίτι στην κοντινή βρύση του μαχαλά. Το πλάνο σιγά-σιγά ανοίγει και αποκαλύπτεται στο βάθος μια εκπληκτική θέα της Ρώμης με τον καθεδρικό ναό του Αγίου Πέτρου να ξεχωρίζει. Η μόνη διαφορά είναι ότι στο κλείσιμο της ταινίας η κοιλιά της πιτσιρίκας είναι τούμπανο. Μια καινούργια ζωή θα έρθει στην οικογένεια. Και τι έγινε; Κανένας δεν ενδιαφέρεται. Ποιος είναι ο πατέρας; Μπορεί να είναι ο οποιοσδήποτε. Κάποιος γείτονας, κάποιος μουσαφιραίος πιθανώς και κανένας αδερφός της. So fuckin’ what? Πως θα μεγαλώσει το μικρό, τι θα γίνει στη ζωή του; Who gives a shit? Τα πράγματα θα παραμείνουν τα ίδια, η φτώχεια, η γκρίνια, η απελπισία, τα όνειρα που δε θα γίνουν ποτέ πραγματικότητα θα είναι πανταχού παρόντα. Και η ζωή συνεχίζεται…

Θανάσης Ζελιαναίος