Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2015

Το βύζαγμα

Mother as landscape by Marion Fuchs

Μείνε Ανθούλα, μείνε, έλεγε ο πατέρας γονατιστός στο πλάι της και το βουνό του είχε γίνει μια χούφτα χώμα. Μείνε μη με αφήνεις και τα λασπωμένα άρβυλα τρίβονταν στο σανίδι μαρτυρώντας το θυμό που ανδρωνόταν στα σπλάχνα του. Μήτε μια στιγμή του Θεού δεν μίλησε. Μήτε μια στιγμή δεν ζήτησε τη συμπόνια Του, μόνο έμεινε αμίλητος και αξύριστος 

για μέρες σαράντα και καμιά μπουκιά δεν μπήκε στο στόμα του και καμία λέξη δεν βγήκε. Η μάνα πέθανε. Ήμουν τριών χρονών και από τούτο τον πρώτο θάνατο μόνο τη μετέπειτα ζωή του πατέρα θυμάμαι.[…]
Την έφεραν κανά μήνα αργότερα από την Κάτω Αγριλιά, το χωριό που έπνιγε το γειτονικό ποτάμι. Ήταν νέα, γερή και παρθένα. Μεγαλοκόρη ενός χωριάτη που έδινε όσα και όσα να την πετάξει από το σπίτι, τώρα που μέστωσε και το ντιβάνι δεν τη βαστούσε. Είχε μια κρεατοελιά στο πηγούνι της και δύο στήθια θεριά που όσο κι αν τα φάσκιωνε εκείνα ξέχειλα δίνονταν στα απέναντι μάτια. Η καινούρια μάνα δεν ήρθε από αγάπη άντρα στο σπίτι μας, την έλεγαν Μάρω αλλά ο πατέρας τη φώναζε «γυναίκα». Όμως, τούτη η αχάιδευτη σάρκα μια ζεστασιά ξεχείλιζε και έναν καημό και όπως συγύριζε το φτωχικό δωμάτιο και γάζωνε με χαρτόνια τους τοίχους λεκέδες ζουμερούς άφηναν πάνω στο φουστάνι τα δακρυσμένα της νιάτα. Τα βράδια έβγαζε το βυζί και τα μικράκια αδέλφια μου κρεμιούνταν να ζήσουν. Έτρεχε το γάλα της το ξενικό στα στόματα κι εκείνα που ατόφια ζωάκια ακόμα ήτανε και δεν τα είχε μολύνει η σκέψη, μάνα τη φώναζαν και την ξεζούμιζαν. Εκείνη δάκρυζε και όλο και πίεζε τα στήθια της στάλα μία να μην τους λείψει και έπλεκε τα χέρια της στα σγουρά μαλλιά τους. Μας ανάθρεψε η Μάρω, μονάχη, δίχως χαρές στα κρυφά της νερά, δίχως παινέματα και ίσκιο. Ένα βράδυ ήταν η οργή του ουρανού περίσσια και ο πατέρας μαζεύτηκε νωρίς από τον στάβλο. Η Μάρω βύζαινε τα μικρά δίπλα στην πύρα κι εγώ έκαιγα μικρά στάχυα μαθαίνοντας το μαύρο της φωτιάς. «Γυναίκα» είπε η φωνή και η πόρτα έτριξε και έμεινε ο πατέρας ακίνητος και μουδιασμένος. Στάζανε τα ζουμιά από το πανωφόρι του και μια νέα γεωγραφία άρχιζε στο δωμάτιο… Τόσο βαθιά την κοίταξε στα μάτια, τόσο σεβάστηκε την αμίλητη μορφή της που σαν να της χαμογέλασε και σαν να την είδε για πρώτη φορά. Μετά αυτός χτύπησε ένα κρεμμύδι και γέμισε το ποτήρι κρασί κι εκείνη αναστέναξε ανεπαίσθητα σαν ήλιος του χειμώνα. Εγώ μεγάλωσα εκείνο το βράδυ καίγοντας στάχυα σιμά στη Μάρω και τον πατέρα, σπουδάζοντας τη φωτιά, τη γυμνή ρώγα και εκείνο το άγραφο αλφαβητάρι των ματιών που στέλνει σήματα και ταιριάζει τους σπόρους.

Αυγή Βυθούλκα, 10/3/2015