Τρίτη, 2 Αυγούστου 2011

Αυγουστιάτικο ξύπνημα κάπου πιο κάτω απο την Πανόρμου

life is good.
επιμένω.

παραμένω ενοχλητικά αισιόδοξος, εκνευριστικά ρομαντικός.
Μ΄ αρέσει το πρωινό ξύπνημά. Η αίσθηση του κρύου νερού στο πρόσωπο μου. Τα περιστέρια που τσιμπολογούν τα σουσάμια απο το κουλούρι που μασουλάω στη στάση. Τις κομψές κυρίες που μου χαμογελούν στο λεωφορείο.
Ήμουν δεκαεφτά χρονών όταν είδα το Electric Horseman.
O Ρόμπερτ Ρεντφορντ υποδυόταν έναν πενηντάρη πρώην πρωταθλητή του ροντέο που ένα πρωί αποφασίζει να αλλάξει τη ζωή του. Σήμερα αυτός ο πενηντάρης είμαι εγώ.
Ήμουν εικοσιπέντε όταν μετά απο μια οδυνηρή βουτιά στο σύμπαν των ανούσιων-ουσιών προσπαθούσα να ξαναβγώ στην επιφάνεια.
Καθόμασταν ένα βράδυ με την Margaret στη βεράντα του σπιτιού της. Οι κροκόδειλοι στη λίμνη ερωτοτροπούσαν υπό το σεληνόφως. Θυμάμαι πόσο μουδιασμένο ήταν το μυαλό μου τότε. Κοίταζα τη λίμνη , τα δέντρα, τον ουρανό με τα γαλήνια χρώματα, τα ροζ φλαμίνγκο, τα γόνατα της Margaret, το ξύλο της βεράντας, τα κρυστάλινα ποτήρια με το ξανθό κρασι και δεν έβλέπα τίποτα.
Θυμάμαι αμυδρά τα χαρακτηριστικά της Margaret, ήταν όμορφη υποθέτω, όλες οι γυναίκες είναι όμορφες. Αν ήμουν πλήρως πεπεισμένος ότι υπάρχει ο Θεός θα έλεγα ότι ήταν ένας άγγελος απο αυτους που στέλνει αυτός ο Κύριος στη γη για να σώσουν εμάς τους καταραμένους. Ένας μεθυσμένος άγγελος, ίσως οι άγγελοι απροετοίμαστοι απο τη μαυρίλα που αντικρύζουν όταν μας συναντούν το ρίχνουν στο ποτό. Ή απλώς τους αρέσει το λευκό κρασί.
Εκείνη την εποχή εκτός απο το μυαλό είχαν μουδιάσει και τα υπόλοιπα μέλη της ανατομίας μου οπότε καθόμασταν στην βεράντα νύχτες ολόκληρες.
Η Margaret μου κρατούσε το χέρι για να νιώθω την ασφάλεια του αγγίγματος. Εγώ σκάλιζα μανιασμένα με τα νύχια το ξεραμένο περιβόλι των αναμνήσεων. Με το αίμα που κυλούσε ζωγράφιζα τον όμορφο έφηβο που ήμουν κάποτε, πριν φτάσει στα χείλια του γκρεμού. Την ώρα που βουτούσε να τσακίσει τα δόντια του και την ομορφιά του, τη χάραζα στο ξύλο όπως οι ερωτευμένοι χαράζουν καρδούλες. Αν ήξερα πως, θα έκλαιγα εκείνες τις στιγμές.
Βoys don΄t cry.
Αλλά δεν ήμουν boy πια.
δεν ήμουν πλέον παιδί-θαυμα. το μυαλό που όλοι θαύμαζαν και εγώ απλώς κουβαλούσα σαν ασήκωτο βάρος το είχα τηγανίσει με παραισθησιογόνα, βαρβιτουρικά και ότι άλλο έβρισκα μπροστά μου.
-Μην προσπαθείς να σκοτώσεις τον εαυτό σου, μου είχε πει ένας γιατρός στη Νέα Υόρκη μέτα απο ένα περιστατικό.
-Δεν θα στο επιτρέψει η κράση σου και μια κρυφη επιθυμία που έχεις να ζήσεις. οποιοσδήποτε άλλος θα ήταν ήδη νεκρός.
Χαζευα το σωληνάκι του ορού και τις ξεραμενές κηλίδες αίματος στο μεταξένιο πουκάμισο και δεν του έδινα σημασία. (αν αλυσοδενόμουν σ΄ένα τζου-μποξ και μας έσπρωχνα στα κρύα νερά του East River, τι θα έκανε τότε η κράση μου;)
Τώρα ήμουν ένας τσακισμένος άντρας.
-Τι θέλεις απο τη ζωή σου; με ρώτησε ένα ξημέρωμα η Margaret.
-Τίποτα, απάντησα.
Όταν η Margaret επέστρεψε εκεί που επιστρέφουν οι άγγελοι όταν ολοκληρώνεται η αποστολή τους, έμεινα με αυτό το "Τίποτα" να ηχει στα αυτιά μου. Το μασούσα μαζί με τη ψυχή μου κι έψαχνα κάπου να το φτύσω. Αυτό έμενε καρφωμένο στο λαιμό, στον ουρανίσκο, μου πατούσε τη γλώσσα και δεν μπορούσα να αναπνεύσω, να μιλήσω. Σαν ένα τατού στο κούτελο το έβλέπα καθε πρωί στο καθρέφτη να μου σκίζει τις σάρκες.
ένα πρωινό ίδιο με όλα τα υπόλοπα με ξύπνησε ένας στεναγμός σαν αγριμιού που του ξεριζώνουν τη καρδιά. πριν προλάβω να τρομάξω βρήκα ένα χαρτί κι έγραψα δυό λέξεις μοναχά:

Κάτι θέλω

Αυτή είναι η ζωή μου μέχρι τώρα. Το λεωφορείο έφτασε στη παραλία. πάω να βουτήξω στη θάλασσα του αύριο απο την αμμουδιά του σήμερα.

Γιώργος Τρίκερι.
αφιερωμένο στο Κώστα που με πότισε τεκίλες χτες βράδι, στη Margaret όπου και να είναι (thanx 4 asking), στην Ιωάννα που πριν γίνει μάνα έκανε τη πρακτική της πάνω μου, στον Μπάμπη που επιμένει πως πρέπει να γράφω, στη Jazzmine που είναι η πυξίδα μου όλα αυτά τα χρόνια, στην Ashley που ...