Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2011

καλή τύχη ...



Γεύση σκοτωμένου αέρα μέσα στο στόμα, μασημένου καπνού και χρόνιας πίκρας. Κοιτάζεις τον ορίζοντα για να μην βλέπεις δίπλα σου το χώμα που σκίζεται κάτω από τα πόδια σου. Βρίσκεις ένα χέρι να πιαστείς και είναι το ξύλινο χέρι του πειρατή που σε λήστεψε. Κοιτάζεις δίπλα σου και βλέπεις να σε περιβάλλουν ξεριζωμένα μάτια, γδαρμένα χέρια, κομμένα πόδια, σάπια δάκτυλα που κάποια από αυτά φορούν βέρα με το όνομά σου το οποίο έχει όμως σβηστεί. Κλωτσάς να σπρώξεις όλη την καταστροφή και είναι ασήκωτη, σαν ένα βουνό λάθη. Κοιτάζεις μέσα σου απελπισμένα να βρεις μια πτυχή που να αναγνωρίζεις τον εαυτό σου, σαν την μεταλλική ταυτότητα του στρατιώτη, μα κανένα φως. Κανένα κερί να ξεχωρίσεις τα "σωστά" και τα "πρέπει" και τα "γιατί" και τα "όχι". Τα μοίρασες όλα. Και περνάει ο καιρός σαν το σταματημένο ρολόι σε έναν εγκαταλειμμένο τοίχο ενός σπιτιού που κάποτε, κάποιοι μοιράστηκαν μια ολόκληρη ζωή. Κοιτάζεις μέσα στα πεταμένα μάτια μήπως είσαι στις τελευταίες εικόνες τους, μάταια. Εδώ είναι που αρχίζει η επανάληψη των εμπειριών σου με σένα τώρα θύμα. Μάζεψε ό,τι μπορείς από το χώμα να βάλεις στις τσέπες σου μην σε σηκώσει ο άνεμος που έρχεται θυμωμένος μαζί σου. 
Και.. καλή τύχη, μελλοθάνατε.

Δ.Π.Β.