Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2016

Taxi driver, ο θρίαμβος της μοναξιάς

« Ο ταξιτζής» (Taxi driver), 1976, Σκηνοθεσία Μάρτιν Σκορσέζε. Πρωταγωνιστούν: Ρόμπερτ ντε Νίρο, Σίμπιλ Σέπαρντ, Τζόντι Φόστερ, Χάρβεϊ Καϊτέλ.


Βετεράνος του Βιετνάμ, ο ταξιτζής στη Νέα Υόρκη Τράβις Μπίκλ, αποφασίζει να καθαρίσει την αμαρτωλή νυχτερινή μητρόπολη από τα καθάρματα που κατά τη γνώμη του τη μολύνουν. Θα συναντήσει την ενσάρκωση της αγνότητας στο πρόσωπο μιας γυναίκας που θα τον απορρίψει και θα προσπαθώντας να σώσει από την πορνεία μια έφηβη, θα αποδυθεί σε ένα λουτρό αίματος.
Το θέμα της μοναξιάς: « Έχω πια πεισθεί ότι η μοναξιά, καθόλου δεν είναι ένα φαινόμενο σπάνιο ή παράξενο, παρά το κεντρικό και αναπόφευκτο γεγονός της ανθρώπινης ύπαρξης» ( Τόμας Γουλφ, «God’s lonely man”). Τα λόγια του Τράβις: «δεν υπάρχει διέξοδος. Είμαι ο εγκαταλειμμένος του Θεού», εμπνευσμένα από το ποίημα, θα μπορούσε να είναι το μότο της ταινίας. Ο Τράβις, ενώ συντροφεύεται από τους πελάτες, είναι βαθιά μόνος σε μια νυχτερινή Νέα Υόρκη που πρωταγωνιστεί ισότιμα με τους ανθρώπους της πόλης. Το ταξί του κι αυτός είναι ένα, επικοινωνεί με τους πελάτες μόνο μέσα από του καθρέφτες, χωρίς να έχει σχεδόν ποτέ άμεση επαφή μαζί τους.
Η θρησκεία: Ο Τράβις αποφασίζει, ότι όντας ο ίδιος καθαρός κυριολεκτικά και μεταφορικά, θα γίνει ο Άγγελος Εκδικητής, που θα αλλάξει τον κόσμο ( τουλάχιστον το δικό του) εξαγνίζοντάς τον από την αμαρτία που αντιπροσωπεύουν οι λογής, λογής αρουραίοι της νύχτας, ένα μωσαϊκό από προαγωγούς, πόρνες, ναρκομανείς, επίδοξους δολοφόνους. Οι κινήσεις του παίρνουν το χαρακτήρα θρησκευτικής ιεροτελεστίας: Κάθε μέρα καθαρίζει το ταξί που βρωμίστηκε τη νύχτα, κάνει ειδική διατροφή, γυμνάζεται προσπαθώντας να εναρμονίσει την εξωτερική με την εσωτερική καθαρότητα. Η επιρροή της θρησκευτικής αποστολής είναι φανερή στο πρόσωπο του ταξιτζή: « Ο Τράβις είναι μια φιγούρα της Παλαιάς Διαθήκης: για να αγγίξει την αγιότητα, πρέπει να επικαλεστεί την οργή του Θεού» ("Ο Σκορσέζε για τον Σκορσέζε"). Η Μπέτσυ, η κοπέλα που θα ερωτευθεί, εμφανίζεται σε σλόου μόσιον σαν άγγελος, ντυμένη στα λευκά. Στο δωμάτιό του μαραίνονται τα λουλούδια της Μπέτσυ θυμίζοντας τάφο, η κάμαρα της Άιρις, της ανήλικης πόρνης είναι γεμάτη με κεριά σαν ιερό.
Ο Στρατός, ο πόλεμος, η πολιτική: Ο Τράβις έχει στιγματιστεί ψυχικά από το συλλογικό τραύμα της Αμερικής, τον πόλεμο του Βιετνάμ. Ξυρίζει το κεφάλι του σε στιλ Μοϊκάνα, όπως έκαναν οι Ειδικές Δυνάμεις, ασκείται καθημερινά, δοκιμάζει την αντοχή του στη φωτιά, αναλαμβάνει έναν ιερό πόλεμο, μια Σταυροφορία. Θα επιχειρήσει να σκοτώσει τον πολιτικό που βγάζει λόγο υποστηρίζοντας ότι θα φέρει την κάθαρση, πιστεύοντας ότι εξαπατά τους άλλους, γιατί μόνο ο ίδιος μπορεί με τα όπλα να είναι αποτελεσματικός. Ευθεία αναφορά στις πολιτικές δολοφονίες που είχαν προηγηθεί στην Αμερική.
Οι συντελεστές της ταινίας: Το « στιλ Σκορσέζε» σε όλο του το μεγαλείο. Ο θεατής είναι πανταχού παρών, είναι ο πελάτης, είναι το βλέμμα του Τράβις μέσα από τους καθρέφτες, η βία αριστοτεχνικά αόρατη σε όλη τη διάρκεια του φιλμ αλλά και απειλητικά παρούσα χάρη στο φρενήρες μοντάζ και τις γωνίες λήψης. Όταν αυτή παίρνει σάρκα στο οπλισμένο χέρι του Τράβις, ο ρυθμός είναι τόσο εκκωφαντικός που δεν μπορεί κανείς να συλλάβει αν αυτό που βλέπει συμβαίνει. Όσο για τους ηθοποιούς, ο εκπληκτικός όπως πάντα Ντε Νίρο διαποτίζει με την ψυχρότητα της ματιάς του την οθόνη γεμίζοντας την με αβάσταχτη δυσφορία, η Φόστερ- που δεν διέψευσε το ταλέντο της με την μετέπειτα πορεία της -,δίνει με απίστευτη για τα 13 της χρόνια ωριμότητα μια σπαρακτική ανήλικη πόρνη και ο ιδιοφυής Καϊτέλ στο ρόλο του προαγωγού της σε μία από τις πρώτες του εμφανίσεις ( έχοντας ήδη εμφανιστεί μαζί με τον Ντε Νίρο στο Mean Streets του ίδιου σκηνοθέτη). Όσο για την υποβλητική μουσική, το κύκνειο άσμα του Μπέρναντ Χέρμαν που συνοδεύει την ταινία, αρκεί να πούμε ότι είναι ο ίδιος συνθέτης του Πολίτη Κέιν, του Βέρτιγκο και του Ψυχώ.
Μία αριστουργηματική ταινία- ορόσημο της Έβδομης Τέχνης.

Λίλη Πασπυροπούλου