Τρίτη, 5 Ιουλίου 2016

Απολογισμός


Τώρα που ο Ιασονάκος κοντεύει να κλείσει τα 2 χρόνια ζωής, αποφάσισα να κάτσω να γράψω έναν απολογισμό του θηλασμού και, κατ’ επέκταση, της μητρότητας. Για ‘μένα αυτά τα δύο, ο θηλασμός και η μητρότητα, ήταν εξαρχής συνδεδεμένα και δεν θα μπορούσα να επιλέξω κάτι άλλο (τελικά). 
Γέννησα με φυσιολογικό τοκετό, μετά από κάποιες δυσκολίες. Ο λώρος είχε τυλιχτεί 2 φορές γύρω από το λαιμό του, έχανε παλμούς εκείνος, εγώ λιποθυμούσα. Γυρνούσα από το ένα πλευρό, δεν κατέβαινε το μωρό, αλλά δεν έχανε παλμούς. Γυρνούσα από το άλλο, κατέβαινε, αλλά έχανε παλμούς. Παρατρίχα θα με πήγαιναν για καισαρική, αλλά δεν ήθελα. Οπότε, έβαλα τα δυνατά μου και τελικά γεννήθηκε με φυσιολογικό τοκετό, μετά από πολύ πόνο και αίμα.  
Και μετά τον πήρα αγκαλιά... Είχα ακούσει πολλά γι’ αυτή τη στιγμή. Περίμενα πολλά από αυτή τη στιγμή. Ότι νιώθεις ότι όλα άξιζαν τον κόπο, ότι πλημμυρίζεις από αγάπη γι’ αυτό το τόσο δα πλασματάκι, ότι ξεχνάς τα πάντα. Δεν ένιωσα τίποτα από αυτά. Ανακούφιση που τελείωσαν οι πόνοι, ναι. Αλλά όχι αγάπη. Ένιωθα τελείως αποστασιοποιημένη, ότι αυτό συνέβαινε σε κάποια άλλη, κι εγώ ήμουν απλός παρατηρητής. Έβαλα τα κλάματα, γιατί αυτό είχα δει να κάνουν, και διαπίστωσα ότι όντως χρειαζόμουν να κλάψω για να φύγει το βάρος που ένιωθα.  
Μετά, μου τον πήραν από τα χέρια για να του κάνουν τις εξετάσεις που κάνουν στα νεογέννητα, κι εμένα με πήγαν στο δωμάτιο της ανάνηψης, όπου έκλεισα τα μάτια μου. Ήμουν φοβερά κουρασμένη και πονούσα ήδη από τα ράμματα στο περίνεο. Μετά από κάποια ώρα (ούτε και ξέρω πόση ώρα πέρασε) μου έφεραν τον μικρό για να θηλάσει. Τον πήρα αγκαλιά και τον έβαλα στο στήθος με τη βοήθεια της μαίας μου. Έπιασε κατευθείαν και ξεκίνησε ο θηλασμός. Κι εκεί, είχα ακούσει τόσα πολλά... Δέσιμο μεταξύ παιδιού και μάνας! Γαλήνη! Εγώ τίποτα. Το συμπαθούσα το μικρούλι, αλλά δεν ένιωθα ότι είναι το «παιδί μου», το «αίμα μου».  
Τις επόμενες μέρες που έμεινα στο μαιευτήριο, είχα ζητήσει rooming in, οπότε τις περισσότερες ώρες τον είχα μαζί μου και θήλαζε μονίμως, όταν δεν κοιμόταν. Είμαι σχεδόν σίγουρη ότι του έδιναν και ξένο όταν δεν τον είχα εγώ, γιατί πάντα μου τον έφερναν κοιμισμένο και ποτέ δεν ήταν ξύπνιος να κλαίει. Επίσης, παρόλο που είχα δηλώσει αποκλειστικό θηλασμό, πάντα είχαν και ένα μπουκαλάκι γάλα μέσα στο τάπερ που τον έφερναν.  
Όσες μέρες ήμουν στο μαιευτήριο, έδωσα 2 φορές ξένο γάλα. Ενώ ήξερα ότι το στομάχι τους είναι σε μέγεθος ανύπαρκτο και δεν κλαίνε λόγω πείνας, ότι το πρωτόγαλα τους φτάνει σε αυτή τη φάση, ότι το γάλα μου θα αρχίσει να κατεβαίνει από την τρίτη μέρα, μέσα στο άγχος μου, με έπεισαν ότι δεν πειράζει, «δεν χάθηκε ο κόσμος».  
Και έφτασε η μέρα που αναχωρήσαμε για το σπίτι. Ακόμα θυμάμαι το άγχος, πώς θα τα βγάζαμε πέρα χωρίς κάποιον που να ξέρει τι κάνει; Θυμάμαι σαν τώρα τα βλέμματα πανικού που ανταλλάζαμε με τον Δημήτρη όταν διαπιστώσαμε ότι είμαστε μόνοι μας πλέον με αυτό το πλασματάκι που το μόνο που ξέρει να κάνει είναι να τρώει, να κάνει τσίσα και κακά και να κοιμάται.  
Και περνούσαν οι μέρες, ατελείωτες ώρες θηλασμού και αϋπνίας, άγχους και φόβου. Πιάνει σωστά; Πονάω. Βγάλτον από το στήθος, ξαναβάλτον στο στήθος με καλύτερο τρόπο. Πάμε πάλι από την αρχή. Πονάω. «Ο θηλασμός δεν πρέπει να πονάει!» έλεγα, γιατί έτσι είχα διαβάσει. Κανείς δεν μου είχε πει όμως ότι οι θηλές πρέπει να συνηθίσουν πρώτα. Έχει κοντό χαλινό; Έχει αναγωγές, μήπως έχει παλινδρόμηση; Αυτή η παλινδρόμηση πια. Βραχνάς! Φυσικά, δεν είχε τίποτα από αυτά. Και μια χαρά έπιανε, και βάρος έπαιρνε και πάνες έβρεχε αρκετές. 
Κάπου εκεί στο πρώτο δεκαπενθήμερο έσκασαν και οι κολικοί και ολοκληρώθηκε το πανηγύρι. Ξενύχτια μέχρι τις 6 και τις 7 το πρωί, με τον Ιάσονα να πονάει, να κλαίει και να θηλάζει ασταμάτητα, εγώ να κλαίω και να αναρωτιέμαι αν έχω αρκετό γάλα, τον Δημήτρη να προσπαθεί να ηρεμήσει εμένα και τον μικρό.  
Και, φυσικά, επιλόχειος. Μόνο που δεν το είχα καταλάβει τότε. Ένιωθα εγκλωβισμένη, φυλακισμένη μέσα στο ίδιο μου το σπίτι, και ο δεσμοφύλακας ήταν αυτό το μωρό. Το μισούσα σχεδόν, δεν ήθελα ούτε να το βλέπω. Έκανα το καθήκον μου, το τάιζα, το άλλαζα, το κοίμιζα, αλλά δεν ένιωθα αγάπη. Πολλές φορές το φοβόμουν κιόλας. Ένιωθα ότι θηλάζω ένα τέρας, ότι είναι μια βδέλλα που με απομυζά. Πολύ κλάμα. Πολύ όμως. Να μου περνούν περίεργες σκέψεις από το μυαλό. «Αν το αφήσω να πέσει τώρα κάτω; Θα γλυτώσω». Έβλεπα τα μαχαίρια στην κουζίνα και σκεφτόμουν διάφορα. Κυρίως για να κάνω κακό στον εαυτό μου. Αλλά με κρατούσε πίσω το ότι δεν εμπιστευόμουν κανέναν άλλο να φροντίσει το παιδί. Το παιδί. Όχι το παιδί μου.  
Σκέφτηκα πολλές φορές να του δώσω ξένο γάλα. Και εκεί ήρθε ο Δημήτρης για να σώσει την κατάσταση, που είχε καταλάβει πολύ καλύτερα από ‘μενα πόσο πολύ ήθελα να θηλάσω αποκλειστικά το μωρό. Μου μιλούσε ήρεμα κάθε φορά που έβλεπε ή του έλεγα τις αμφιβολίες μου και μου έδινε κουράγιο κάθε φορά να συνεχίσω αυτό που έκανα.  
Μαραθώνιοι θηλασμοί, λοιπόν, ώρες ατελείωτες με το μωρό πάνω μου, χωρίς να μπορώ να κουνηθώ από τον καναπέ, χωρίς να μπορώ να βγω από το σπίτι. Επί 2 μήνες είχα βγει ελάχιστα, και αυτό πάντα με τον μικρό στο καρότσι και την ψυχή στο στόμα, μην ξυπνήσει και θέλει πάλι να θηλάσει.  
Μέχρι που πήρα τον μάρσιπο (μέι-τάι) και σώθηκα. Με το που τον φόρεσα μέσα εκεί, κοιμήθηκε και πήγα βόλτα. Ατελείωτες βόλτες με τον μαρσιπάκο και τον μικρό μέσα, να ξυπνάει, να κοιμάται, να θηλάζει... Και να μεγαλώνει σιγά-σιγά. 
Κάπου εκεί άρχισα να τον νιώθω και παιδί μου. Να τον αγαπάω πραγματικά και απεριόριστα. Και, όσο τον έβλεπα να μεγαλώνει, να κάνει καινούργια πράγματα, να ζητάει αγκαλιές και φιλιά, τόσο χαιρόμουν με την απόφασή μας να τον μεγαλώσουμε με θηλασμό και πολλές πολλές αγκαλιές.  
Όσο κοιμόταν και δεν θήλαζα, διάβαζα μανιωδώς στο ίντερνετ πληροφορίες για τα μωρά. Όχι μόνο για τον θηλασμό, αλλά και για μετά, για όταν θα μεγάλωνε. Ούτε και ξέρω πόσα άρθρα, έρευνες κλπ διάβασα εκείνο το διάστημα. Είχα αποφασίσει ότι θα έκανα ό,τι καλύτερο για το παιδί μου, ώστε να μεγαλώσει και να γίνει πρώτα από όλα καλός άνθρωπος, με ενσυναίσθηση και κατανόηση.  
Στους 6 μήνες που μπήκαν οι στερεές τροφές, ένιωσα μια ανακούφιση. Ήταν σαν να μου έφυγε ένα βάρος από πάνω μου, δεν ήμουν εγώ πια η αποκλειστική πηγή τροφής του Ιασονάκου. Συνέχισα τον θηλασμό, πλέον είχα φτάσει στο σημείο να πω ότι θα το πάω μέχρι τον χρόνο σίγουρα και μετά βλέπουμε. Ήξερα ότι το γάλα είναι η κύρια τροφή για το πρώτο έτος, ξένο δεν ήθελα να δώσω, οπότε ήταν μονόδρομος για μένα. 
Και σιγά-σιγά, φτάσαμε στον χρόνο... Μεγάλωσε ο μικρούλης, μικρύναμε εμείς, γίναμε ξανά παιδιά!  
Τελικά, όσο δύσκολος και αν ήταν ο πρώτος καιρός, δεν θα άλλαζα τίποτα. Πιστεύω ότι έκανα το καλύτερο για το παιδί μου και θα συνεχίσω να το κάνω.   

Tzoanna MacFeegle