Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2016

Εκεί που οι άνθρωποι δεν πάνε διακοπές


Γίνονται και αυτά τα σημαντικά πράγματα που λειτουργούν με παρεμβατικό τρόπο στα ημερολόγια μας. Όπως είναι το καλοκαίρι.

Ψάχνεις στα συντρίμμια ενός ντουλαπιού. Από το καλοκαίρι έχει μείνει μόνο ένας ναΐφ πίνακας άνευ σημασίας, καμίας αξίας, πικρόχολη σπονδή… μέσα στην αχάριστη ασχήμια στου κόντρα πλακέ του συρταριού.

Για εμάς που ζούμε στις πόλεις και φεύγουμε για πέντε μέρες το καλοκαίρι τελευταίοι, μαγκωμένοι, πότες για κάποιο νησί, το καλοκαίρι είναι μια λογοτεχνία που δεν μας προσφέρει παρά λίγο ταραγμένο ύπνο μέσα στο καράβι της γραμμής και λίγη άμμο σε εκείνο το βιβλίο που τελικά δεν τελειώσαμε ποτέ.

Η απαράδεκτη ατμόσφαιρα της γης της πόλης δεν αφήνει περιθώρια για συναισθηματισμούς. Σε πλακώνει σαν το πιο τυχαίο κεραμεικό κάτω από τα συντρίμμια της. Καμία ανασκαφή δεν θα σε βρει και ας έρθει αρχαιολόγος ερωτευμένος με το σαξόφωνό του να αποζητά ευγένεια και συντριβή και μοίρασμα -ό,τι υπάρχει σε αυτές τις ανθρώπινες σχέσεις πια.

Μια σπιθαμή φωτός ξεπηδά από τα ρουθούνια και σε οδηγεί σε παιδικές μνήμες.

Ξυπνάς ιδρωμένος με μια ελαφριά κρίση πανικού γιατί έγινες δεκάξι μέσα σε μία νύχτα, ενώ σου έταξαν πως θα ενηλικιωθείς.

Κοιτάς τον λογαριασμό της τράπεζας και βλέπεις μείον δέκα κελσίου. Η παγωμένη θερμοκρασία είναι ο παιδοκτόνος της υδατόπτωσης. Μόνο λίγη τέφρα από την άμμο της Πάρου και της Νάξου πέφτει στα βλέφαρά σου και βρίσκεσαι σε κατάλευκα σεντόνια πιο μαύρα και από ποίηση αυτόχειρα.

Μοιάζεις μικρό πουλερικό με ορμόνες. Φουσκώνεις μέσα στο απέραντο κλουβί σου που έφτιαξες με ματωμένα χαλίκια.

Υποκριτική ζέστη.

Ματαιοπονείς.



Βέρα J. Φραντζή

για να επισκεφτείς το blog της Βέρας πάτησε εδώ