Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2015

Take the money and run, ελληνικός τίτλος: Ζητείται Εγκέφαλος για Ληστεία


 Απ’ όλες τις ταινίες του Γούντυ Άλλεν, μακράν καλύτερη έχω την πρώτη, το Take the Money and Run, το σκηνοθετικό του πρωτόλειο. Γενικά αγαπώ τον Γούντυ Άλλεν της πρώτης περιόδου. Προ του Annie Hall. Τον Γούντυ Άλλεν του Μπρούκλυν, όχι του Μανχάτταν. Το άγνωστο φτωχόπαιδο που έψαχνε να βρει τη θέση του στον κόσμο, όχι τον διάσημο auteur με τα εκ του ασφαλούς προβλήματα και τη μωροφιλοδοξία να μπει στο πάνθεο των κλασικών δημιουργών. Το τεράστιο ταλέντο του γεννούσε αδιάκοπα όμορφες «στιγμές», και η τεχνική του γινόταν όλο και πιο σίγουρη, αλλά ταυτόχρονα οι ταινίες του έγιναν άψυχες. Γιατί μελετώντας τα μεγάλα έργα ώστε να μάθει να φτιάχνει κι αυτός τέτοια, έγινε στερεοτυπικός. Κάθε φορά ξέρει εκ των προτέρων που οδηγεί η ιστορία που επινοεί. Κι αυτό αφήνει το χνάρι του στο έργο. Επιπλέον έγινε ψευτάκος και κλεφτάκος. Επισήμως μιλάει και ξαναμιλάει για το πόσο θαυμάζει τον Μπέργκμαν και πόσα του οφείλει, στην πράξη όμως λεηλατεί τον νεορεαλισμό και κυρίως τον ΦΕΛΛΙΝΙ. Τον έχει κατακλέψει ο Καίνιγκσμπεργκ τον Φεντερίκο, και κάνει το κορόιδο –άλλη φορά περισσότερα…


Το Take the Money and Run όμως σφύζει από ζωή. Είναι μια από τις πιο καταιγιστικές κωμωδίες που έχουν φτιαχτεί ποτέ. Κάθε δευτερόλεπτο συμβαίνει κάτι απίστευτα αστείο. Λες και ο Γούντυ Άλλεν έριξε μέσα στην ταινία όλα τα γκαγκ που σκαρφιζόταν επί 30 χρόνια. Η δύναμη των γκαγκ είναι η παιδικότητά τους, η ευφυία της παιδικής παρατήρησης, το παιδικό «τι θα γινόταν αν…». Τι θα γινόταν αν… ένας τσελίστας ήταν μέλος μιας μπάντας που παρελαύνει; Και ένας ανελέητος αυτοσαρκασμός που όμοιός του δεν είχε εμφανιστεί μέχρι τότε.

Είναι μια παρωδία βιογραφικού ντοκυμανταίρ –mokumentary τα λένε τώρα. Και μια από τις κύριες πηγές γέλιου είναι η αντίθεση της σοβαρής αφήγησης από τη «βαρύνουσα» φωνή του Jackson Beck, –τότε μια από τις πιο διάσημες «φωνές» της Αμερικής,- με όσα συμβαίνουν στην οθόνη. Μέσα από αυτή τη φόρμα ο Γούντυ Άλλεν βρίσκει την ευκαιρία να περιδιαβάσει όλα τα είδη κωμωδίας.

ΚΑΙ τον Γούντυ Άλλεν μου τον γνώρισε ο μπαμπάς μου. Ήρθε μια μέρα και μου λέει «Είναι ένας, Γούντυ Άλλεν τον λένε, που είναι πιο αστείος από τον Πήτερ Σέλλερς». «Πιο αστείος από τον Πήτερ Σέλλερς;;!!!» αναφώνησα –γιατί στην ως τότε ζωή μου το «Πήτερ Σέλλερς» ήταν ένας τρόπος να πεις «δεν υπάρχει τίποτα πιο αστείο στον κόσμο». «Πιο αστείος από τον Πήτερ Σέλλερς» με διαβεβαίωσε ο μπαμπάς. Με πήγε σε ένα θερινό –τη Ριβιέρα νομίζω- και είδαμε –αυτός ξαναείδε- το Ζητείται Εγκέφαλος για Ληστεία. Ύστερα σιγά-σιγά τα είδα όλα…

 Χαρίτων Χαριτωνίδης

MY100 (23)