Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2015

Εύφλεκτο Υλικό





Ένας άντρας και μια γυναίκα, ρακοσυλλέκτες, με σέρνουν στο πεζοδρόμιο της έρημης λεωφόρου, αφού με ψάρεψαν απ’ το σωρό των σκουπιδιών του Ψυχιατρείου που χάσκει, ανυπεράσπιστο, να το λεηλατούν άστεγοι και πρεζόνια. 

Το Δημόσιο Ψυχιατρείο έκλεισε, αιφνιδιαστικά, με απόφαση της Κυβέρνησης. Την προηγούμενη του λουκέτου οι άνθρωποι με τις άσπρες, γαριασμένες μπλούζες έκλεισαν το δρόμο φωνάζοντας συνθήματα για «δουλειά» και «πείνα».  Έστησαν κι αρρώστους, μες στο τσουχτερό κρύο, πίσω από τα κάγκελα της εισόδου - κατουρημένα παντελόνια και σάλια να στάζουν από χαυνωμένα στόματα. Τζίφος. Πλάκωσε βροχή, σκόρπισε η διαμαρτυρία, ο δρόμος άνοιξε πριν προλάβουν να ορμήξουν τα ΜΑΤ, έφυγαν και τα Κανάλια. «Ρε, σεις ακόμη κι ο κωλόκαιρος μας πάει κόντρα» σιχτίρισαν οι απολυμένοι και ξεκίνησαν το ξήλωμα του Νοσοκομείου.  
- Βαρύ ‘ναι το ρημάδι.  Τι σκατά, μονό στρώμα και ζυγίζει έναν τόνο, σφύριξε η           γυναίκα πίσω απ’ τα γκρίζα, λαδωμένα μαλλιά που της έκρυβαν το πρόσωπο.
- Σκάσε και προχώρα να φτάσουμε μια ώρα ‘ρχύτερα, απάντησε κοφτά ο άντρας με τον πράσινο σκούφο.
Παραπατούσαν  απ΄ το βάρος μου που τους κι αναγκάζονταν να σταματούν κάθε τόσο* με ακουμπούσαν όρθιο σε κάποιον τοίχο και στηρίζονταν πάνω μου να πάρουν ανάσα -  σιχαινόμουν τη μυρωδιά τους.
Το τελευταίο κορμί που φιλοξένησα το έλεγαν Μαρία, ήταν ελαφρύ σαν πούπουλο κι είχε μαύρα κοντά μαλλιά.  Οι νοσηλευτές  την κρατούσαν με το ζόρι πάνω μου ένα  μεσημέρι, που ‘καιγε ο τόπος και τα τζιτζίκια στρίγγλιζαν.  Εκείνη χτυπιόταν και θρηνούσε βουτηγμένη σε παγωμένο ιδρώτα. «Απαιτείται καθήλωση για την προστασία της», είπαν οι γιατροί. Καρποί κι αστράγαλοι ματωμένοι. Ύστερα έπαψε να ματώνει, οι πληγές έγιναν ουλές και τα φάρμακα κοίμισαν τον πόνο της. «Πάει καλύτερα», αποφάνθηκε εκ νέου η Ιατρική.  Μόνο εγώ γνώριζα*  ήταν ολόκληρη μια παλλόμενη σιωπή που ανάβλυζε δάκρυα.  Διαπερνούσαν το σκληρό σεντόνι, τα φύλαγα μέσα μου σταγόνα σταγόνα – έφτιαξα μια λίμνη. Το χλωμό δέρμα της με πότιζε με μια  μυρωδιά που θύμιζε αυτό που οι νοσοκόμες αποκαλούσαν «γιασεμί» και φύτρωνε έξω από το παράθυρό μας. Τις νύχτες μου ψιθύριζε ιστορίες για κούκλες που μιλούσαν και για πεταλούδες, αμέτρητες πολύχρωμες πεταλούδες.  Την ονόμασα Γιασεμή και μου ανήκε ψυχή και σώμα.

- Έλα, ξεκινάμε! είπε ανυπόμονα ο άντρας κι η γυναίκα βλαστήμησε.  
Με τραβούσαν, μ’ έσπρωχναν, με κλωτσούσαν ώστε να φτάσουν γρήγορα στον προορισμό τους μην και μ’ αρπάξει κανείς από τα γέρικα χέρια τους.  Αν ήξεραν τι κουβαλούσαν, θα με παράταγαν καταμεσής του δρόμου και θα γίνονταν καπνός.
Όταν ξεκόλλησαν τη Γιασεμή από πάνω μου δεν μπόρεσα ν’ αντιδράσω.  Είμαι ένας μπόγος από κουρέλια ραμμένα γερά μέσα σε ύφασμα. Το μόνο που μπορώ είναι ν’ απορροφώ υγρά, ψιθύρους κι όνειρα.  Απέμεινα ανάμεσα στους ξεφτισμένους τοίχους - κατόπιν, βρέθηκα στην αυλή στοιβαγμένο με τα υπόλοιπα άχρηστα υλικά.
- Φτάσαμε, ρίξτο μέσα, έδωσε ο άντρας την εντολή κι άνοιξε διάπλατα το μισάνοιχτο πατζούρι.
Μ’ έσπρωχναν όπως όπως απ’ το παράθυρο κι έπεσα στην μπόχα της υπόγειας τρώγλης τους. Εκείνοι μπήκαν κλειδώνοντας την πόρτα πίσω τους κι έκλεισαν βιαστικά το ανοιχτό παράθυρο.  Άναψαν μια λάμπα υγραερίου που φώτισε τους σωρούς με τα ρούχα και χίλιων ειδών παλιατζούρες και  σκουπίδια.  Η βαριά γυναίκα σωριάστηκε σε μια ξεχαρβαλωμένη πολυθρόνα.  Ο άντρας έβγαλε από τις τσέπες του πανωφοριού του πακέτα τυλιγμένα μ’ εφημερίδες και τα άφησε χάμω, δίπλα μου.  Δεν είχα δει το ματωμένο μαχαίρι του μέχρι που το ‘χωσε στο πλευρό μου,  ανοίγοντάς με  «να με παραγεμίσει με το χαρτί που σουφρώσαμε» κάγχασε κι άρχισε να ξετυλίγει τα πακέτα.
Μ’ έσκισαν ως κάτω κι έσκουξαν ξαφνιασμένοι απ’ τις πεταλούδες που ξεπήδησαν.   Ακούμπησαν  τη λάμπα πλάι μου κι έσκυψαν να δουν.  Η  εύφλεκτη λίμνη μου χύθηκε στη φλόγα.
Οι περίοικοι λησμόνησαν γρήγορα τους ανεπιθύμητους γείτονες, που ανασύρθηκαν απανθρακωμένοι. Αυτό που στοίχειωσε για καιρό τα σπίτια τους ήταν μια ανεξήγητη ευωδιά γιασεμιού που ανέδιναν τ’ αποκαϊδια.

Μαρίτα  Φίλντιση