Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2015

κουνέλι

Ρούφηξε μια βιαστική γουλιά καφέ και άναψε τσιγάρο. Πέταξε τα τακούνια στο κάθισμα του συνοδηγού, σήκωσε το μακρύ φουστάνι της και το στρίμωξε ανάμεσα στους μηρούς της. Ήταν ξεκάθαρα εκνευρισμένη. Η Επίδαυρος, δεν έλαμψε σαν χώμα ιερό και οι φωνές του χορού δεν έφθασαν το ακάλυπτο στήθος της. Μόνο εκείνος ο ηλικιωμένος και διανοούμενος τύπος την κοιτούσε ξανά και ξανά και σκεφτόταν την πλάτη της στο τοίχο. Σκεφτόταν, ενώ με βαρύγδουπο ύφος της έλεγε να προσπαθήσει περισσότερο, να γράψει καλύτερα. Ναι. Αυτό το μόνο αρχαίο – πανάρχαιο δράμα που χώρεσε το ταξίδι της μέσα στην άγρια νύχτα. Ήταν όμως θαρραλέα και το ήξερε γιατί η μοναξιά σε αναγκάζει, σε προστάζει, σου απαιτεί … μόνη να δένεις το σχοινί γύρω απ’ το λαιμό και μόνη να το λύνεις. Ξεκίνησε. Η μουσική δυνατή, οι σκέψεις ούρλιαζαν, το φεγγάρι τη σημάδευε στο πρόσωπο, η καρδιά της ήταν δεκατριών ετών και η άγουρη νιότη φύτρωνε πάλι, πάλι, πάλι εκεί που οι θάλασσες ενώνονται και οι σκιές είναι ελεύθερες. Ο χρόνος, χα, ο τρομερός χρόνος, ο αλύγιστος χρόνος … δεν έδινε καρφάκι για πάρτη του και τώρα, ναι τώρα, στη μέση της διαδρομής, στην αφιλόξενη εθνική με τα ταχύπλοα φώτα θα τον σκότωνε με λίγη αθανασία. Τράβηξε το χειρόφρενο και είχε έναν ανέλπιστο, ουράνιο οργασμό. Στον ύψιστο αναστεναγμό της, μια στάλα ιδρώτα διένυσε το λαιμό της, κοίταξε έξω από το παράθυρο το σώμα του χρόνου να σπαρταράει στην άσφαλτο. Έτσι, της είπε ένα μικρό κουνέλι. Του έκλεισε μάτι και όρμησε στην επιστροφή…

Αυγή, 22/11/2015