Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2011

Ροπή II


Τα νύχια μου έσπασαν το δέρμα σου και το δέρμα σου έσκισε η φωνή μου. Γιατί δεν μιλάς; Με χαστουκίζουν τα λόγια μου με τιμωρεί ο άλλος μου εαυτός. Γιατί δεν μιλάς; Τρέμουν τα πόδια μου στο αντίκρυσμα του μισητού μου καθρέφτη και πού, πες μου, που να βρω ρομαντισμό να σου χαρίσω μια στάλα; ΓΙΑΤΙ δεν μιλας; Προσθέτω στην σιωπή σου τους ανύπαρκτους τόνους κι έχω την χούφτα μου γεμάτη με πετροκέρασα που με κοιτούν επίμονα σαν μάτια.

Είμαι εδώ κι ας μην μιλάω. Τα δηλητηριασμένα λόγια σου τρυπούν τα δόντια και γίνεται η γλώσσα φίδι που σε πνίγει!

Πάψε!

Σε βλαστημά ο καιρός, σε αρρωσταίνει η φύση, σε αποβάλει η ζωή..

Πάψε!

Είπες να μιλήσω. Στην σιωπή τόσο καιρό ήσουν βασιλιάς, τώρα γίνε αυλικός μπροστά στην βροντερή φωνή μου. Να μιλήσω... να μιλήσω.. σε άφηνα να παίρνεις τον τίτλο κάθε φορά της κατάκτησης χωρίς αγώνα, να μιλήσω ... επέτρεπα να βγαίνουν από το στόμα σου σκορπιοί που δηλητηριάζαν την ψυχή μου, να μιλήσω... και σφίγγες οι ακατανόητές σου εκρήξεις κυνηγούσαν την αισιοδοξία μου.

Μη!

Ότι ερπετό και έντομο κοσμούσε τις ευχές σου τρέφεται από εσένα. Όλη εκείνη η δύσπεπτη ευτυχία που λογάριαζες να βρεις σε άλλο πρόσωπο από μένα, σε έχει κάνει εμετό στον καθρέφτη σου. Δεν έχεις ίχνος ρομαντισμού να συνοδεύσεις την αγάπη και τα μάτια που κρατάς στην χούφτα σου είναι τα δακρυσμένα μάτια των ανθρώπων που πλήγωσες. Γι αυτό είναι κόκκινα και δακρυσμένα και στάζει η χούφτα σου αρμύρα. Σε σιχάθηκε η πλάση, σε απέβαλε η μητρα της υπομονής ... ότι αξίζεις βρίσκεται στην τσέπη σου.

Στην τσέπη μου έχει φως. Μόνο που γλιστράω το χέρι μου και λιώνει, δεν μπορώ να το πιάσω.

Κανένας δεν μπορεί να πιάσει το φως. Να χαίρεσαι που το έχεις επάνω σου μα αστο να σε προστατεύει, δεν είναι όπλο, μην με χτυπάς με αυτό. Φανέρωσε στον εαυτό σου την αγάπη κι εγώ θα είμαι εκεί να μοιραστείς μαζί μου την χαρά και να σε στέψω πάλι βασιλιά όμως, βγάλε από το στόμα σου τα φίδια.. 

Δεν μου αρέσει που σε αγαπώ, μόνο μου αρέσει που το εννοώ όταν στο λέω.

Δ.Π.Β