Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2015

HOMO OBNOXIOUS – Η Κατάποση

Teun Hocks
Η ιστορία που θα σας πω είναι αληθινή. Βέβαια, δεν περιμένω να την πιστέψετε, πως άλλωστε μιας και δεν θα αναλωθώ να σας πείσω, αφού ελάχιστα με απασχολεί η δημιουργία μαθητών. Το θέμα είναι ότι θέλω να την πω, είναι δικαίωμα – αν και ενοχλητικό – η παροδική φλυαρία, να ακούσω τη φωνή μου, να σιγουρευτώ ότι μιλάω ακόμα, ότι έχω στόμα και όχι κουμπί δηλαδή είναι θέμα σωματικής επιθεώρησης, τώρα αν τύχει και πέσει πάνω σας τσουλήσει στο μέτωπο σας και από το αριστερό ρουθούνι σας θρονιαστεί εν τέλει στο στομάχι σας, καλή έκβαση θα το θεωρήσω. Η κάθαρση ξεκινάει από τη δυσεντερία και την ακατάσχετη αφόδευση. Για τη σπουδαιότητα της αφόδευσης ίσως μιλήσουμε άλλη φορά με συγκεκριμένα παραδείγματα και μαρτυρίες πεσόντων στις απανταχού αφοδευτικές τοποθεσίες του πλανήτη εξάλλου η μελέτη της αφόδευσης απαιτεί την εκ των έσω ανάλυση της κατάποσης.
Ο Manuel είναι ένας μαγικός άνθρωπος. Τι σημαίνει αυτό. Μισεί τους ανθρώπους, τους θεωρεί ενοχλητικούς, δύσοσμους, απαιτητικούς, αναίτια αισιόδοξους και υπερβολικά μαλθακούς για το σύμπαν. Είναι μαρτύριο να έρχεται σε τυχαίες σωματικές επαφές μαζί τους σε τρόλεϊ, βαπόρια και μετρό ή να αναγκάζεται να απαντά στις αδιάκριτες ερωτήσεις τους ή να ανέχεται την παντογνωσία τους ή τις περιττές εκδηλώσεις αγάπης και σκηνοθετημένης τρυφερότητας. Παρακολουθεί την ανάπτυξη αυτού του άνοστου είδους, στο οποίο τυγχάνει δυστυχώς να ανήκει κι αυτός, με μεγάλη έκπληξη και θλίψη. Αναπαράγονται ακατάπαυστα, σκέφτεται, όταν τα συννεφιασμένα πρωινά περνάει έξω από σχολεία και πάρκα. Πως έγινε αυτό το λάθος; Τη φύση την εμπιστεύομαι με έχει κατακτήσει με λιγόλογα πλατάνια, μαργαρίτες που χωράνε στον κρόκο τους έναν ήλιο που δύει, τεντωμένους ροδακινόκαμπους, έναστρη σιωπή, κύματα, χιόνι, την μοναξιά των πουλιών, τον προσωρινό θάνατο, τον μαζικό θάνατο, τον απαραίτητο θάνατο, την σκληρή ειλικρίνεια της προσέγγισης, το νέο φως που ξεκινάει πάντα με ένα σκοτάδι. Πως έγινε αυτό το λάθος; Η Remi του διπλανού διαμερίσματος σπουδάζει φιλοσοφία. Διαβάζει, είναι χαμογελαστή, ευγενική, κοινωνική. Αγοράζει φρούτα απ’ τον μανάβη απέναντι, καλημερίζει τους γείτονες, γίνεται ξανθή πιο ξανθή κάθε μέρα. Μοιάζει άφοβα αφελής, μοιάζει αδιαπέραστα ευτυχισμένη. Ο Manuel τα απογεύματα που βαριέται, καπνίζει πίσω απ’ την κουρτίνα. Την παρατηρεί. Ένας θηλυκός άνθρωπος, ένας θηλυκός άνθρωπος με χαλασμένο πλυντήριο, αυτό εξηγεί τη συχνή της είσοδο στα δημόσια πλυντήρια διαγώνια του σπιτιού. Ο Mauel πεινάει και κάθε φορά που κοιτάζει τη Remi, νιώθει ένα έντονο ουρλιαχτό στο στομάχι, μια φωνή κενού, ένα πιρούνισμα ύπαρξης και θέλει οπωσδήποτε κάτι να φάει. Βλάπτει τη σιλουέτα μου αυτό το κορίτσι. Πολλές φορές έχει πιάσει τον εαυτό του στα ράφια του super market να βλέπει το πρόσωπό της, στα χοιρομέρια, στα λουκάνικα, στις καυτερές σάλτσες. Την πεινάω, κακό σημάδι. Ένα πρωί βγαίνοντας από το διαμέρισμά του, το πόδι του σκόνταψε πάνω σε ένα μικροσκοπικό πανί ή μάλλον βρακί. Ένα λερωμένο βρακί της Remi που προφανώς παράπεσε στην πορεία της για το πλυντήριο. Ο Manuel το μάζεψε. Το έφερε στη μύτη του και μετά το έχωσε στο στόμα του και άρχισε να το μασάει, εν τέλει το κατάπιε. Τις επόμενες μέρες άλλαξε σεντόνια, κατέβασε τα παλιά του βιβλία από το ράφι και συνέχισε. Αυτό ήταν, δεν την παρακολούθησε ποτέ ξανά, είχε ήδη βαρεθεί άλλον έναν άνθρωπο. Χαμογέλασε. Είχε δίκιο.

Αυγή Βυθούλκα, 
6/1/2014