Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2014

The Darjeeling Limited (Ταξίδι στο Darjeeling) 2007



Σκηνοθεσία Wes Anderson, παίζουν οι Owen Wilson, Adrien Brody

Οι ταινίες του Άντερσον είναι άμεσα αναγνωρίσιμες γεγονός που τον τιμά και ισχύει για ελάχιστους σκηνοθέτες. Έχουν δική τους ταυτότητα και η αυτοπεποίθηση στις επιλογές του είναι εμφανής. Με πολλές εύστοχες ατάκες και σκηνές μαύρου χιούμορ δείχνει ότι ο κωμικός του συγχρονισμός είναι εξαιρετικός κι έχει την όρεξη να φροντίζει τους παρατηρητικούς θεατές με έξυπνα μικρά δωράκια. Επίσης έχει την ικανότητα να κρατά το ενδιαφέρον αμείωτο, σχεδόν να μαγεύει το θεατή του με την εξέλιξη της υπόθεσης προς ένα απρόσμενο και συναρπαστικό φινάλε κι αυτό να γίνεται πάντοτε με διασκεδαστικό τρόπο. Οι θεατές που ψάχνουν αυτό αποχωρούν ικανοποιημένοι.
Το πρόβλημα με τον κινηματογράφο του Άντερσον είναι ότι δεν αφήνει τα συναισθήματα ν’αναπτυχθούν. Οι ήρωες ξεκινούν ένα συναισθηματικό, υπαρξιακό ταξίδι στην Ινδία για ν’αναθερμάνουν τις σχέσεις τους και να συναντήσουν τη μητέρα τους. Αυτή είναι μια καλή αρχή με πολλά υποσχόμενες παραμέτρους. Η ταινία μας γεμίζει με όμορφες εικόνες αλλά, επηρεασμένη από το ρυθμό της που φέρνει στο νου αυτόν ενός ηλεκτρονικού παιχνιδιού, τείνει να τις παίρνει πίσω σύντομα και δεν μας αφήνει να τις χαρούμε και να τις χορτάσουμε. Είναι γεμάτη κινήσεις, αλλά χωρίς πράξεις. Κάθε ελπίδα για παρέκκλιση, κάθε ροπή προς τη φαντασία χάνεται στο έλεος αυτού του ρυθμού.
Οι ήρωες είναι επίσης δέσμιοι του κι έτσι δεν προλαβαίνουμε να τους δούμε σε βαθύτερους προβληματισμούς. Είναι αναγκαίο; Ναι, γιατί το σινεμά που σέβεται τον εαυτό του, και αυτή την εντύπωση έχουμε πάντα στις τεχνικά άψογες κι ευρηματικές ταινίες του Άντερσον, σέβεται τον άνθρωπο με τον ρυθμό του, του δίνει την ευκαιρία να πάρει ανάσα, να είναι αληθινός και δεν τον μεταχειρίζεται σαν ρομπότ καθ’ όλη τη διάρκεια. Δεν τον αναγκάζει να υποταχθεί εξ’ολοκλήρου στο ρυθμό της ταινίας γιατί έτσι του αφαιρεί τον ανθρώπινο ρυθμό του. Κι αν πρέπει να το κάνει, ας επινοήσει έναν υψηλότερο στόχο για τον ήρωά του. Οι καλές ταινίες αφορούν σε βάθος τον άνθρωπο και τα πραγματικά προβλήματά του κι όταν υπάρχει μέτρο σύγκρισης με το παρελθόν οφείλουμε να το συμπεριλάβουμε εάν θέλουμε να υπάρχει συνέχεια. Ο Άντερσον καταφέρνει να μας πείσει ότι οι ήρωες περνούν κάποιου είδους συναισθηματικές εμπειρίες αλλά αυτές δεν καταφέρνουν να εισπραχθούν από το θεατή γιατί τους δίνεται λίγος χρόνος, κόβονται απότομα από την ανάγκη για συγχρονισμό με τον υπόλοιπο ρυθμό της ταινίας. Δεν υπάρχει λόγος για τέτοιου είδους ανάγκη. 
Όσο κι αν οι ήρωες είναι συμπαθείς, κι ο σκηνοθέτης δείχνει με πολλούς τρόπους ότι τους αγαπά, το διαχρονικό σινεμά ξεπερνά την παγίδα της συμπάθειας. Οι άνθρωποι χάνουν την αξία τους όταν τους θεωρούμε μόνο συμπαθείς, γλυκούς ή χαριτωμένους γιατί με αυτό τον τρόπο ασχολούμαστε μόνο επιφανειακά μαζί τους. Ίσως δεν τους αγαπά αρκετά ώστε να τους αναπτύξει βαθύτερα. Πρέπει να έχουν ουσιαστικότερους προβληματισμούς για να υπάρξουν, για να βοηθήσουν κι εμάς εν τέλει να ταυτιστούμε μαζί τους. Αλλιώς, απλά διεκπεραιώνουν την ιστορία σαν ήρωες ενός διασκεδαστικού παιχνιδιού. Ως γνήσια τέκνα δυσλειτουργικής οικογένειας έχουν όντως πρόβλημα αλλά βλέπουμε μόνο την έκφρασή του, την ανάγκη τους να το εκτονώνουν παίρνοντας φάρμακα. Κι όταν τελικά πλησιάζουν τη μητέρα τους για να πουν δυο λόγια, αυτά που λέγονται δεν δικαιολογούν το ταξίδι αφού περιέρχονται σε κωμικές διεξόδους που μόνο διέξοδοι δεν είναι και τελικά το πρόβλημα διαιωνίζεται. Στο τέλος έχουμε την εντύπωση ότι είδαμε μία οπτικά άρτια ταινία με συμπαθητικούς χαρακτήρες. Ίσως για κάποιους αυτό είναι αρκετό, αρκεί να ξέρουν ότι αυτό μόνο βλέπουν.

Νίκος Παππάς

επισκεφτείτε το blog του Νίκου:http://nikolaspappas.blogspot.gr/


κυκλοφορεί το βιβλίο του Νίκου Παππά 
Σινεφίλ Εμπιστευτικό