Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

όπου μας πάει ο άνεμος


Αποφάσισε ο Αέρας μια μέρα να κάνει ζαβολιές. Να κατεβεί χαμηλά και να πειράξει όποιον έβρισκε. Να ανακατέψει μαλλιά,να στροβιλίσει τη σκόνη σαν μπαλαρίνα ,να κυνηγήσει τα φύλλα,να λυγίσει τα δέντρα,να κοκκινίσει κοριτσίστικα μάγουλα.
Δεν ευχαριστιόταν όμως, Ήθελε λίγη παραπάνω δράση,λίγη ακόμα ένταση.
Έτσι πήγε προς το Νερό, Δεν του άρεσε η γαλήνη του και σκέφτηκε να το ξεσηκώσει λίγο ,να το ταράξει,να το ζωντανέψει.
Στην αρχή φύσηξε απαλά ,ένας σιγανός ψίθυρος ,μια πνοή και το Νερό ρίγησε. Ο Αέρας χαμογέλασε και συνέχισε το φύσημα πιο δυνατά ,προκαλώντας ανατριχίλα και γλυκιά αναστάστωση στον υδάτινο γίγαντα .
“Τι πας να κάνεις? “ρώτησε ,μα ο Αέρας δεν απάντησε και συνέχισε το αλλόκοτο παιχνίδισμα.
Φυσούσε δυνατά και το Νερό άρχισε να κυματίζει. Δεν μπορούσε να καταλάβει αυτό το παράξενο παιχνίδι,δεν ήξερε αν του άρεσε ή όχι. Σα μαγεμένο χόρευε στον ανεξέλεγκτο ρυθμό του Αέρα.
Αφέθηκε ανίκανο να σταματήσει να φουντώνει ,να ξεσηκώνεται ,να φουσκώνει ,έτοιμο να πλημμυρίσει τα πάντα γύρω του.
Ο Αέρας το οδηγούσε όπως ο μαέστρος διευθύνει την ορχήστρα του και οι Θεοί από ψηλά κοιτούσαν άφωνοι, αυτό το ασύλληπτο ταίριασμα. Σαν μία πάλη δύο σωμάτων ,χωρίς νικητή και νικημένο, ένα σμίξιμο ηδονικό και τόσο απόλυτο.
Το Νερό δεν άντεξε και ξεχείλισε ,έφτασε στη Γη και την πότισε .Η Φωτιά παρατηρούσε από μακριά ,περιμένοντας τη σειρά της ,να νοιώσει το άγγιγμα του Αέρα μέσα της ,να του δείξει πως δεν φοβάται το πέρασμά του από πάνω της. Να δούνε όλοι πόσο ζωηρή γινόταν μόλις την ακουμπούσε .
Ωωω!!! πόσο δύναμη είχε αυτό το στοιχειό της φύσης. Όλα τα ανακάτευε, όλα τα ξεσήκωνε ,όλα τα ξυπνούσε από το λήθαργο τους. Δεν καθόταν λεπτό ήσυχος.
Το Νερό δεν άντεχε άλλο κι άρχισε τα παρακάλια. Ανέβηκε ψηλά στα σύννεφα εκλιπαρώντας  για λίγη βοήθεια. Τα σύννεφα αρνήθηκαν και το έστειλαν πίσω ,μεταμορφώνοντας το σε όμορφες στρόγγυλες σταγόνες ,που έπεφταν σιγά σιγά ,επάνω στα πρόσωπα ενός ζευγαριού που ορκιζόταν αιώνια αγάπη. Μπλέχτηκε στα δάκρυα τους και κύλησε στη Γη ,που θυμωμένη με τον Αέρα του ζητούσε να σταματήσει το παράλογο παιχνίδι του.
Άρχισε να βραδιάζει ,ο Αέρας ικανοποιημένος που ζωντάνεψε το ήρεμο Νερό ,σταμάτησε να φυσά δυνατά ,κόπασε την δύναμή του κάνοντας την κάθε του κίνηση να θυμίζει τρυφερό φιλί.
Το Νερό καταλάγιασε την ορμή του ,ίσα που κυμάτιζε απαλά και σε λίγο χαιρέτησε το Φεγγάρι με ένα τελευταίο ρίγος πριν γαληνέψει τελείως.
Ο Αέρας πέταξε ψηλά ,σφυρίζοντας χαρούμενος μέχρι που ξέπνοος ακούμπησε στα σύννεφα .σχεδιάζοντας την επόμενη ζαβολιά του!

Μαρίνα Οζόριο