Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2014

νοσταλγία για το καλοκαίρι του 76


κεφάλαιο πρώτο

η Κάτια έπεφτε στο κρεβάτι, σκεπαζόταν με το σεντόνι χωρίς να βγάλει τα ρούχα της. είχε ένα μικρό φορητό φακό μαζί της. μόλις άκουγε το ροχαλητό της γιαγιάς από την διπλανή κάμαρα έβγαινε στη βεράντα και σκαρφάλωνε τα κάγκελα.
περνούσε ανάμεσα στις τριανταφυλλιές του κήπου σαν να ήταν ναρκοπέδιο. αφού βεβαιωνόταν ότι σε κανένα από τα γειτονικά σπίτια δεν υπήρχε αναμμένο φως ούτε κάποιος γείτονας δεν είχε βγει να καπνίσει το τελευταίο τσιγάρο της ημέρας ξεκινούσε ένα σπριντ προς τη παραλιακή.
ήξερε που θα με βρει. με τη Κάτια είχαμε μια μεταφυσική σχέση. την έβλεπα όλη τη νύχτα να χορεύει με διάφορους. την κερνούσαν ποτά και της έκαναν όλα τα χατίρια με την ελπίδα πως θα περάσουν τη νύχτα μαζί της. εγώ καθόμουν με τη παρέα από μακριά και την παρατηρούσα.
το ήξερε πως τη κοιτούσα και χόρευε όσο προκλητικά μπορούσε. προφανώς ήθελε να ζηλέψω. ίσως και να ζήλευα αλλά σιγά μην το άφηνα να φανεί. εκείνη την εποχή είχα σχέση με την Διονυσία. η Διονυσία ήταν τρομερά ζηλιάρα και ήταν ικανή να μου βγάλει τα μάτια αν με έπιανε να κοιτάω άλλη κοπέλα και δεν το εννοώ μεταφορικά.
μια φορά με είδε να μιλάω με μια κοπέλα, μια φίλη της αδελφής μου, έφυγε τρέχοντας χωρίς εξήγηση. η χρονιά ήταν 1976 οπότε μην ρωτάς γιατί δεν την πήρα στο κινητό. ούτε στο σταθερό δεν μπορούσα να τη πάρω. οι γονείς της με μισούσαν γιατί με θεωρούσαν αλήτη. ίσως και να ήμουν λιγάκι.
το επόμενο απόγευμα στήθηκα έξω από το σπίτι της. κατά τις έξι ο πατέρας της πήγαινε για ψάρεμα και η μάνα της σε μια γειτόνισσα για καφέ και κουτσομπολιό. εκείνη την εποχή έπρεπε να λειτουργούμε σαν κατάσκοποι, να γνωρίζουμε όλες τις κινήσεις του εχθρού για να επιβιώσουμε.
το πρόβλημα δεν ήταν πως θα έφτανα στο διαμέρισμα της Διονυσίας. ένα απλό σκαρφάλωμα στο τοιχάκι της πυλωτής και ένα πήδημα από την διπλανή βεράντα. εκτός από κατάσκοπος ήμουν και άριστος διαρρήκτης. το πρόβλημα ήταν τι θα της έλεγα. με έπρηζε κάθε φορά να της λέω τα συναισθήματα μου και πως νιώθω.  
κάθε φορά η ίδια συζήτηση, κάθε φορά πιο σύνθετη και με περισσότερες άγνωστες λέξεις
-πως θέλεις να νιώθω, ρε Διονυσία? είμαι δεκαέξι χρονών, τα έχουμε ήδη τρεις μήνες. τα βράδια σε σκέφτομαι και δεν μπορώ να κοιμηθώ. νιώθω πως ήρθε η ώρα να κάνουμε σεξ επιτέλους. τρελό, παθιάρικο σεξ. αυτό νιώθω. και μια τρομερή πείνα. έχει τίποτα στο ψυγείο?
-αυτά δεν είναι συναισθήματα. είναι τα ζωώδη ένστικτά σου. δεν μπορείς να εξισώνεις τη λαχτάρα σου για τα χτεσινά μακαρόνια με την επιθυμία σου για μένα. πρέπει να εξετάσεις τα κίνητρα σου. αν αυτό που αισθάνεσαι για μένα είναι ειλικρινής συναισθηματική ανάγκη ή φτηνός σωματικός πόθος. πρέπει να ξεκαθαρίσεις την ηδυπαθή ομίχλη του μυαλού σου. δεν χρειάζεται να κάνουμε βιαστικές κινήσεις. πρέπει να δώσουμε χρόνο στη σχέση μας να ωριμάσει.
-αλήθεια, έχει μακαρόνια στο ψυγείο?

Γιώργος Τρίκερι

για να διαβάσεις τη συνεχεία πάτησε εδώ