Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

νοσταλγία για το καλοκαίρι του 76 - κεφάλαιο δεύτερο


για να διαβάσεις το πρώτο κεφάλαιο πάτησε εδώ.

ήταν ξαπλωμένη και διάβαζε. στάθηκα στη βεράντα και την κοιτούσα. ήταν τόσο αφοσιωμένη στο διάβασμα που ούτε με πήρε χαμπάρι. θα μπορούσα να στέκομαι εκεί ολόκληρο το απόγευμα, θα μπορούσα να βάλω φωτιά στο σπίτι και η Διονυσία θα έμενε εκεί με τη μούρη της χωμένη στο βιβλίο. έτσι θα την έβρισκαν οι πυροσβέστες. της έλεγα πάμε για καφέ ή βόλτα και μου απαντούσε θα κάτσω να διαβάσω
έτσι όπως καθόμουν και την παρατηρούσα σαν να ήταν ένα έργο τέχνης ή ένα όμορφο τοπίο ένιωθα ερωτευμένος μαζί της.
δεν είχαμε πολλά κοινά ενδιαφέροντα. ίσως μόνο το σινεμά αν και δεν νομίζω να της άρεσαν οι ταινίες του Μπρους Λι.
είχαμε διαφορετικές παρέες, ζούσαμε σε διαφορετικούς κόσμους. αλλά εκείνη τη μαγική στιγμή που ξαπλωμένη ανάσκελα κρατούσε το βιβλίο σαν ένα τηλεσκόπιο που της έδειχνε άγνωστους πλανήτες  και οι ανάσες της χοροπηδούσαν στα στήθη της ένιωθα μια βαθιά τρυφερότητα. ίσως αυτό να εννοούσε να εκδηλώνω τα συναισθήματα μου. η τρυφερότητα είναι σίγουρα συναίσθημα και μάλιστα από αυτά που γουστάρουν τα κορίτσια. 
αν μπορούσε να ακούσει αυτές τις σκέψεις θα καταλάβαινε πως δεν είμαι ένας άξεστος που απλώς λιμπίζεται το εφηβικό εφήβαιο της.
ο ρομαντικός μου διαλογισμός διακόπηκε όταν άνοιξε η διπλανή μπαλκονόπορτα. ήταν η Τζένη η μεγάλη αδελφή της Διονυσίας. μου έκανε νεύμα να μπω.την ακολούθησα μέσα στη τραπεζαρία. διασχίσαμε το διαμέρισμα και καταλήξαμε στη πίσω πόρτα.
-τι γυρεύεις στη βεράντα μας, Ρωμαίε της πεντάρας?
-ήρθα να μιλήσω στη Διονυσία.
-η Διονυσία δεν θέλει να σου μιλήσει.
-θέλω να το ακούσω να το λέει η ίδια.
-είσαι τόσο κλισέ.
-είσαι τόσο ... μαλακισμένη. και τόσο αγενής. ήρθα επίσκεψη, δεν θα μου προσφέρεις κάτι?
-έχουμε σπιτικό παγωτό. παρφέ σοκολάτα. αλλά το φυλάμε για τους ευπρόσδεκτους. έλα να σου πω, ρε φιλαράκο. γιατί δεν αφήνεις ήσυχη την αδελφούλα μου?
το ύφος της ήταν πολύ πιο απειλητικό από τα λόγια της. φαινόταν έτοιμη να μου ξεριζώσει τη καρωτίδα. η φωνή της έμοιαζε με ψίθυρο οχιάς. οφείλω να ομολογήσω πως ήταν λίγο σέξι. αν δεν ήταν η αδελφή της Διονυσίας ...
-η Διονυσία είναι το κορίτσι μου.
-ναι, έχουμε κι αυτό το δυστύχημα.
-δεν μπορώ να καταλάβω την αδελφή μου. τι σου βρίσκει?
-ίσως ο συνδυασμός παιδαράς και ευαίσθητος καλλιτέχνης με κάνει ακαταμάχητο.
-ήταν ρητορικό το ερώτημα αλλά μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου έχεις. αυτό που είσαι είναι αλήτης και κλεφτρόνι.
-διακρίνω μια εμπάθεια στη φωνή σου. και δεν είμαι κλεφτρόνι.
-κλέψατε τη BMW του γιατρού.
-την δανειστήκαμε για μια βόλτα. ήταν μια τόσο όμορφη βραδιά.
-και μετά τη κάψατε.
-ο Μάκης θυμήθηκε μια ταινία που συνέλαβαν κάποιον γιατί βρήκαν τα δακτυλικά του αποτυπώματα σε ένα κλεμμένο αμάξι.
-πως μπορείς και κάνεις παρέα με αυτόν τον ψυχάκια?
-είναι ο μόνος που ξέρει αυτό το κόλπο που βάζεις μπρος στο αυτοκίνητο με γυμνό καλώδιο.
το έπαιζα άνετος και πνευματώδης μαζί της αλλά κατά βάθος είχα αρχίσει να νιώθω άσχημα. απορούσα πως κάποιος μπορούσε να πιστεύει πως είμαι  τόσο απαίσιο άτομο και να θεωρεί "δυστύχημα" που η αδελφή της βγαίνει μαζί μου.
ήξερα πως μερικά από αυτά που κάναμε με τον Μάκη ήταν τρελά και επικίνδυνα  και ότι ο Μάκης ήταν κι αυτός λίγο τρελός αλλά ήταν ο καλύτερος μου φίλος. ήμασταν φίλοι από το νηπιαγωγείο. τον Μάκη βέβαια τον είχαν διώξει γιατί υπήρξε ένα περιστατικό με κάτι σπίρτα και ένα απανθρακωμένο χριστουγεννιάτικο δέντρο αλλά ήταν υπερβολικό ότι είχαν κινδυνέψει παιδάκια γιατί ήμασταν στην αυλή και παίζαμε. απλώς στεναχωρηθήκαμε εκείνη τη μέρα  γιατί κάηκαν και τα δώρα μας που ήταν κάτω από το δέντρο.
η φιλία, στα δεκαπέντε τουλάχιστον, είναι είναι o'τι πιο σημαντικό. διάβασα κάπου μετά από χρόνια πως η εφηβεία είναι μια κόλαση από την οποία κάποιοι κατορθώνουμε και επιβιώνουμε. αναρωτιόμουν πως κατόρθωσα και επιβίωσα. ο Μάκης πάλι όχι.
τώρα που το σκέφτομαι ήταν η παρουσία του Μάκη που έκανε τη μοναξιά λιγότερο τοξική και τη ζωή κάπως υποφερτή. ποτέ δεν τον θυμάμαι κακόκεφο. το μόνο που του χαλούσε τη διάθεση ήταν το σχολείο. κάθε πρωί η ίδια ιστορία. τον πετύχαινα στο πεζούλι απέναντι από το σχολείο να καπνίζει τα άφιλτρα του. "πάμε για μπιλιάρδο" "πάμε στο θηλέων να πειράξουμε τις μυξοπαρθένες" "πάμε στο κέντρο να δούμε καμιά τσόντα".
πάντοτε είχε μια δελεαστική πρόταση και πάντοτε λεφτά στις τσέπες για να κεράσει τα πάντα. δεν ρωτούσα αλλά ήξερα πως δεν ήταν χαρτζιλίκι από τον πατέρα του.
μου έφερε δώρο τη πρώτη μου ηλεκτρική κιθάρα. δεν μπορούσα να την πάρω καν σπίτι μου γιατί τι θα έλεγα στους γονείς μου. ήμουν καλό παιδί κι ο άι Βασίλης μου έφερε μια Fender Stratocaster. δεν θα με πίστευαν ήταν Μάρτιος.
την έκρυβα σε μια αποθηκούλα και την έβγαζα μόνο για τις πρόβες. ήμουν ο πρώτος στη Νέα Σμύρνη που είχα strat. αυθεντική αμερικάνικη, όχι αυτές τις ψευτογιαπωνέζικες που έβγαλαν αργότερα. έχουν περάσει σχεδόν σαράντα χρόνια και καμιά φορά μέσα στη νύχτα όταν με πιάνει νοσταλγία για το καλοκαίρι του 76 την βγάζω και την γρατζουνάω. 
στο σπίτι έκανα εξάσκηση με μια ακουστική που  μου είχε δώσει η θεία μου. ο ξάδελφος μου είχε πάει να σπουδάσει στην Ιταλία και την άφησε πίσω.
όταν αργότερα έφυγα για Αμέρικα μου έστελνε πολυσέλιδα ανορθόγραφα γράμματα με κάθε λεπτομέρεια της ζωής του, του έρωτα του με την Βάσω. στο τέλος με έβριζε που τον παράτησα και δεν είχε με ποιον να κάνει κοπάνες και να πάει στα τσοντάδικα. μου ευχόταν να μου πέσει ο πούτσος από το κρύο και να γυρίσω ευνούχος στην Ελλάδα.

αυτός ήταν ο Μάκης για μένα, ακόμα και τώρα μου λείπει. δεν είχα την απαίτηση να καταλάβει κανείς τη φιλία που μας έδενε. πολύ περισσότερο η Διονυσία και η αδελφή της.
αυτό που είχα ανάγκη όμως αυτή τη στιγμή ήταν να με συμπαθήσει η Τζένη. να μου πει "έλα, κάτσε να σου βάλω ένα παγωτό να φας. θα σε δροσίσει με αυτή τη ζέστη" να με ρωτήσει πως πάει η μουσική μου και πόσο θέλει να έρθει να με ακούσει. να αφήσει η Διονυσία το βιβλίο στο κρεβάτι. να κάτσουμε όλοι στη κουζίνα και να γελάμε. να επιμένουν να μου βάλουν δεύτερο μπολάκι παγωτό γιατί θέλουν να με περιποιηθούν. δεν είμαι ο ανεπιθύμητος αλήτης. 
 άνοιξε η πόρτα και σαν να είχε διαβάσει τη σκέψη μου βγήκε η Διονυσία 
-τι γυρεύεις εδώ?
-θέλω να σου μιλήσω.
-εγώ δεν θέλω.
η Τζένη μου έριξε ένα βλέμμα κακιασμένης ικανοποίησης. έπρεπε να το παίξω σκληρός και αυταρχικός.
-έχω πρόβα τώρα, έτσι κι αλλιώς. δεν προλαβαίνω. θα σε περιμένω στο παγκάκι στις εννιά. ξέρεις εσύ.
της έκλεισα το μάτι και αποχώρησα πριν της δώσω την ευκαιρία να πει όχι.
έτσι κάνουν οι σκληροί άντρες.