Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2011

διχασμένη νύφη



δύο γυναίκες περπατούν με ένα πρόσωπο.
η μια είναι ψηλή και όμορφη.
η άλλη είναι ψηλή και όμορφή αλλά δεν το ξέρει.
η μια μου χαϊδεύει τα μαλλιά.
η άλλη τα τραβάει να μου τα ξεριζώσει , με την ίδια τρυφερότητα.
η μια εξαφανίστηκε τον πρώτο μήνα γιατί δεν άντεξε. 
η άλλη μένει μαζί μου γιατί πιστεύει ότι μπορεί να αλλάξω.
δέχτηκε να με παντρευτεί γιατί της κέντησα ένα κόκκινο νυφικό.
το πρωινό του γάμου δεν εμφανίστηκε.
την βρήκα στο κοιμητήρι δίπλα στην εκκλησία.
το νυφικό ήταν τόσο όμορφο αλλά το φορούσε σαν κλουβί.
μασουλούσε τα κουφέτα με την σοκολατένια γέμιση που μαζί είχαμε διαλέξει και χάζευε τα μνήματα.
μου χάιδεψε τα μαλλιά.
με κοίταξε με κείνο το θλιμμένο ύφος που εμφανίζεται στο πρόσωπο της όταν νομίζει ότι έχει κάνει κάτι που με στεναχώρησε.


-θα ήμουν απαίσιος σύζυγος.
-θα μαγείρευα απαίσια φαγητά.
-θα πετούσα τα ρούχα μου όπου να΄ναι.
-θα σου φαινόμουν τόσο άσχημη το πρωί.
-θα μου φαινόσουν τόσο όμορφη το πρωί.
-θα γκρίνιαζα συνέχεια.


της ξεκούμπωσα το φερμουάρ.


-μου αρέσει η γκρίνια σου.
-θα ξεχνούσες την επέτειο μας και θα σου θύμωνα.
-θα με έβαζες να κοιμηθώ στον καναπέ.
-θα ερχόμουν να σε σκεπάσω με μια κουβέρτα.
-θα καταλήγαμε αγκαλιασμένοι.


κρέμασα με ευλάβεια το γαμπριάτικο κουστούμι στο τάφο ενός νεαρού λοχία που σκοτώθηκε σε κάποιο πόλεμο.
δίπλωσε το νυφικό και το απίθωσε στο τάφο μιας γιαγιάς που όλη της τη ζωή την έζησε χωρίς να πάει καν στο διπλανό χωριό.
πετάξαμε τις βέρες στη λίμνη με τα χρυσόψαρα.
ξυπόλητοι ξεκινήσαμε να βρούμε την δίδυμη φίλη της.


Γιώργος Τρίκερι.