Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2011

ξημέρωμα 11ης Σεπτεμβρίου


Ανηφόρησα το λιθόστρωτο μονοπάτι για να σε συναντήσω, μόνο να σου μιλήσω.
Άσε με να σου μιλήσω.
Ήμουν στο ποτάμι χτές μέσα στη νύχτα και σε σκεφτόμουν.
Σκεψεις παράξενες, τρελές.
Πετάχτηκαν απο τις κόγχες των ματιών μου κι άρχισαν να χορεύουν σαν δαίμονες.
Με πότισαν δηλητήριο που έσταζε μαύρο αίμα απο τα γυμνά τους στήθη.
Ήρθε ένα ελάφι στάθηκε δίπλα μου κι άρχισε να πίνει νερό.
Οι δαίμονες θύμωσαν με τη γαλήνη του που καθρεφτιζόταν στο ποτάμι.
Βούτηξαν με μανία να κάψουν την ψυχή του, μα το ποτάμι τους πήρε μακριά.
Μείναμε το ελάφι κι εγώ εκεί στην όχθη μέχρι να ξημερώσει.
Του μίλησα για το εγωισμό μου που όπλισε το χέρι του θυμού και μαζί θέλησαν να πνίξουν τα λουλούδια σου πριν ανθίσουν.
Το ελάφι μου καθάρισε τα μάτια, μου έδωσε τούτο το φανάρι που κρατώ και μου είπε να έρθω να σε βρώ.
Αν σου μιλήσω για το βάθος και την έκταση της αγάπης μου θα φύγεις τρέχοντας;
θα με αφήσεις εδώ να πεθάνω έναν θάνατο έντιμο αλλά μοναχικό;
Ή θα με κρατήσεις ζωντανό με την ευγενική σου ανάσα;


sleepless in soulpie