Σάββατο, 18 Ιουλίου 2015

Στο έλεος της πείνας


Μεγάλη μελέτη που πραγματοποιήθηκε στις πολικές αρκούδες βόρεια της Αλάσκα διαψεύδει τη θεωρία ότι το κάτασπρο θηλαστικό πέφτει σε μια κατάσταση «άγρυπνης νάρκης» για να εξοικονομήσει ενέργεια σε περιόδους πείνας. Και αυτό σημαίνει ότι οι πολικές αρκούδες δύσκολα θα γλιτώσουν από την κλιματική αλλαγή.

Η θερμοκρασία στην Αρκτική ανεβαίνει με ταχύτερο ρυθμό από ό,τι σε νοτιότερες περιοχές, και η έκταση του πάγου που επιπλέει στη θάλασσα τα καλοκαίρια περιορίζεται ταχύτερα από τις προβλέψεις. Χωρίς πάγο να σταθούν, οι αρκούδες δυσκολεύονται να κυνηγήσουν φώκιες όταν ξυπνούν από τη χειμέρια νάρκη.

Για να δουν το κατά πόσο μπορούν οι πολικές αρκούδες να επιβραδύνουν το μεταβολισμό τους σε περιόδους καλοκαιρινής νηστείας, Αμερικανοί ερευνητές μελέτησαν συνολικά 43 αρκούδες τη διετία 2008-2009. Τα μεγαλόσωμα θηλαστικά έπρεπε να αιχμαλωτιστούν προσωρινά για να τους τοποθετηθούν κολάρα παρακολούθησης ή εμφυτεύματα που μετρούν τη θερμοκρασία του σώματος. Στο τέλος της μελέτης, έπρεπε να αιχμαλωτιστούν και πάλι για τη συλλογή των συσκευών.

Οι μετρήσεις έδειξαν ότι οι αρκούδες που αδυνατούν να βρουν πάγο και έχουν αποσυρθεί στην ξηρά, όπου η τροφή είναι ελάχιστη, όντως επιβραδύνουν ελαφρώς το μεταβολισμό τους και ρίχνουν τη θερμοκρασία τους κατά περίπου 0,7 βαθμούς Κελσίου.

Αυτή η μείωση όμως αντιστοιχεί περίπου στην επιβράδυνση του μεταβολισμού που θα παρουσίαζε οποιοδήποτε θηλαστικό σε συνθήκες έλλειψης τροφής -δεν μπορεί επομένως να θεωρηθεί κάτι σαν άγρυπνη καλοκαιρινή νάρκη.

Το συμπέρασμα είναι ότι η πολική αρκούδα δεν διαθέτει επαρκείς μεταβολικές προσαρμογές σε έναν κόσμο που όλο ζεσταίνεται και δίνει όλο και λιγότερες ευκαιρίες για κυνήγι.

H πολική αρκούδα κατατάσσεται στα «ευάλωτα» είδη της Κόκκινης Λίστας των ειδών που αντιμετωπίζουν κίνδυνο εξαφάνισης. Από το 2008, προστατεύεται και από την αμερικανική νομοθεσία.

Αυτό, όμως, δεν αρκεί για τη σωτηρία του είδους, τονίζουν οι ερευνητές. Η μόνη λύση είναι η μείωση των εκπομπών άνθρακα που ανεβάζουν το θερμόμετρο του πλανήτη.

πηγή: news.in.gr

Η μελέτη δημοσιεύεται στο Science